14η Σεπτεμβρίου: Ημέρα Εθνικής Μνήμης Μικρασιατικού Ελληνισμού

Ομιλία εκφωνηθείσα από τη Στέλλα Π. Βουτσά
Φιλόλογο Λυκείου Αφάντου Ρόδου και Δρ. Λογοτεχνίας στον Ιερό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (Ρόδος, 16-9-2018)


Σύμφωνα με απόφαση της Βουλής των Ελλήνων του 1998 καθιερώθηκε η 14η  Σεπτεμβρίου ως «ημέρα εθνικής μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας».

Αυτή ακριβώς την επέτειο τιμούμε σήμερα και προσωπικά νιώθω ιδιαίτερη τιμή που εκφωνώ αυτή την ομιλία, γιατί είμαι στην καταγωγή Μικρασιάτισσα, με γονείς, παππούδες και προπαππούδες από τη Σμύρνη και το Εγγλεζονήσι (ένα νησάκι στον κόλπο της Σμύρνης). Οι πρόγονοί μου εγκαταστάθηκαν μετά τη  Μικρασιατική Καταστροφή στη Νέα Ιωνία Βόλου, κατεξοχήν προσφυγικό συνοικισμό.
 
Ας δούμε συνοπτικά τα ιστορικά γεγονότα: ήδη από το 1908 το εθνικιστικό κίνημα του Κεμάλ με τους Νεότουρκους προσπάθησε να μειώσει την επιρροή των χριστιανικών πληθυσμών του οθωμανικού κράτους. Η πολιτική του εκτουρκισμού και των διωγμών εντάθηκε ακόμη περισσότερο μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-13.

Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού εκτοπίζεται προς τη μικρασιατική ενδοχώρα, όπου μακριά από το Πατριαρχείο και χωρίς ελληνικά σχολεία εξαναγκάζεται να εκτουρκιστεί. Πρώτα θύματα υπήρξαν οι Έλληνες κάτοικοι της Ανατολικής Θράκης που εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους στις αρχές του 1914, ενώ σταδιακά οι διώξεις επεκτάθηκαν στη δυτική Μικρά Ασία και τον Πόντο.

Τα καταπιεστικά μέτρα των Νεοτούρκων συνοψίζονται στα εξής: έκτακτες οικονομικές επιβαρύνσεις των ελληνοφώνων χριστιανών υπηκόων, εμπόδια στις οικονομικές τους δραστηριότητες και βίαιες μετατοπίσεις τους στην τουρκική ενδοχώρα.

Το πιο εξοντωτικό όμως μέτρο ήταν τα λεγόμενα «τάγματα εργασίας» (τουρκ. αμελέ ταμπουρού), όπου αναγκάζονταν να υπηρετούν άνδρες αιχμάλωτοι. Ουσιαστικά επρόκειτο για στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στα βάθη της Μικράς Ασίας.

Όσοι υπηρετούσαν σε αυτά δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία, στη διάνοιξη δρόμων και αλλού σε συνθήκες εξουθενωτικές, υφιστάμενοι άπειρες ταπεινώσεις και βασανιστήρια. Τα αμελέ ταμπουρού τα περιγράφει με έντονο δραματισμό από προσωπική του εμπειρία ο Μικρασιάτης συγγραφέας μας, Ηλίας Βενέζης, στο συγκλονιστικό βιβλίο του «Το νούμερο 31.328», το βιβλίο με  την «καυτή σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του», όπως γράφει ο ίδιος.

Στον Πόντο οι Έλληνες αποτελούσαν το 40% του πληθυσμού και μαζί με τους Αρμένιους κρατούσαν στα χέρια τους την οικονομική ζωή της περιοχής. Το 1915 το μεγαλύτερο μέρος του αρμένικου πληθυσμού της Τουρκίας σφαγιάστηκε.

Και οι Έλληνες του Πόντου όμως δεν είχαν καλύτερη τύχη. Με το τέλος τους Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα με αρχηγό τον Μουσταφά Κεμάλ βρισκόταν σε μεγάλη έξαρση και οι Τούρκοι τώρα και επίσημα προσπαθούσαν να εξοντώσουν το ελληνικό στοιχείο του Πόντου.

Το 1919 οι Πόντιοι μαζί με τους Αρμένιους και με την πρόσκαιρη υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης (οι συνεννοήσεις έγιναν ανάμεσα στον μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο και στον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Παρίσι) προσπάθησαν να προωθήσουν το δημιουργία ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους των Ποντίων, στα πλαίσια μιας Ποντοαρμενικής Ομοσπονδίας.

To κράτος, όμως, αυτό απροστάτευτο από τους συμμάχους και χωρίς δικό του οργανωμένο στρατό, έπεσε θύμα του εθνικιστικού κινήματος των Τούρκων. Το σχέδιο γρήγορα ματαιώθηκε και βάφτηκε στο αίμα: έκτακτα τουρκικά δικαστήρια θανάτωσαν βίαια δεκάδες Έλληνες Ποντίους που είχαν αναμιχθεί στην κίνηση αυτή, ενώ στα χρόνια 1916-1923 μιλάμε για ένα πραγματικό ολοκαύτωμα του Ποντιακού Ελληνισμού, αφού περισσότεροι από 200.000 Έλληνες Πόντιοι χάθηκαν ή θανατώθηκαν (Με Νόμο του 1994 καθιερώθηκε η 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου).

Όλοι αυτοί οι συστηματικοί διωγμοί κατά του ελληνικού στοιχείου είχαν ως αποτέλεσμα οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, του Πόντου και της Μικράς Ασίας να καταφύγουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα ή ακόμα και σε άλλα κράτη (Νότια Ρωσία). 

Έλληνες πρόσφυγες κατέφυγαν, λοιπόν, στην Ελλάδα από την Ανατολική Θράκη (256.000), από τη Δυτική Μικρά Ασία (πάνω από 600.000), από το Μαρμαρά και τον Πόντο (182.000) κι από την Κωνσταντινούπολη (38.000).  Το αποκορύφωμα όμως όλου αυτού του ξεριζωμού ήταν η μικρασιατική καταστροφή του 1922, το οριστικό ναυάγιο της Μεγάλης Ιδέας.

Την ήττα και την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού ακολούθησαν η πυρπόληση της Σμύρνης και ο ανελέητος διωγμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης.

Αξίζει, εδώ, να αναφέρουμε ότι ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, πνευματικός ποιμένας των Ελλήνων της Σμύρνης, αρνήθηκε να φύγει, παρόλο που του δόθηκε η ευκαιρία μαζί με άλλες ελληνικές αρχές. Ο Χρυσόστομος βρήκε μαρτυρικό θάνατο από τον εξαγριωμένο τουρκικό όχλο, στον οποίον τον παρέδωσε ο Νουρεντίν Πασάς στις 27 Αυγούστου 1922.

Με τη μικρασιατική καταστροφή, συνολικά 1.500.000 Έλληνες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες που κατείχαν επί 2.500 χρόνια, τη γη των πατέρων τους, την γη της αρχαίας Αιολίδας, Ιωνίας και Δωρίδας, και -όσοι δεν σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν- κρίθηκαν ‘ανταλλάξιμοι’ στην τότε ανταλλαγή πληθυσμών με τους μουσουλμάνους που κατοικούσαν στην Ελλάδα (όπως εύστοχα σημειώνει ο Γιώργος Σεφέρης, αυτό το «ανταλλάξιμοι» παραπέμπει στο ότι ο άνθρωπος είναι εμπόρευμα στα τραπέζια των διπλωματών). Φέτος συμπληρώνονται 96 χρόνια (1922-2018) και ευχόμαστε να αξιωθούμε να τιμήσουμε και τα 100 χρόνια του μικρασιατικού ελληνισμού.

Οι Έλληνες Μικρασιάτες δεν ξέχασαν ποτέ τις πατρίδες τους, αντίθετα, ένιωθαν έντονη νοσταλγία και διατηρούσαν ζωντανή την ελπίδα της επιστροφής σε αυτές. Ο μεγάλος μας ποιητής, ο Αλεξανδρινός Κωνσταντίνος Καβάφης, θα γράψει στο υπέροχο ποίημά του με τον τίτλο «ΙΩΝΙΚΟΝ» για την ελληνικότητα από αρχαίων χρόνων της Μ. Ασίας:

Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των,
γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των,
διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.
Ω γη της Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη,
σένα η ψυχές των ενθυμούνται ακόμη.
(K. Π. Καβάφης, «Ιωνικόν»)

Ο λογοτέχνης μας, όμως, που κατεξοχήν επηρεάστηκε από το δράμα της προσφυγιάς και του ξεριζωμού, «την Ελλάδα των αρχαίων μνημείων και της σύγχρονης θλίψης», είναι ο Νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης. Ο Σεφέρης γεννήθηκε στη Σμύρνη, στα Βουρλά, το 1900 κι εκεί μεγάλωσε μέχρι τα 14 του χρόνια. Η αδελφή του ποιητή, Ιωάννα Τσάτσου, γράφει για τα αξέχαστα παιδικά τους χρόνια στη Σκάλα των Βουρλών:

«Το πάθος μας για την Ελλάδα μάς κατάκλυζε. […] Σε μας, παιδιά της Ιωνίας, όλος ο σύνθετος ελληνικός χώρος κυκλοφορούσε στο αίμα μας. Ήταν δικός μας. Ποτέ δε νιώσαμε ξεριζωμένοι. Από τον αρχαίο ναό ως τις βασιλικές και το βυζαντινό ερημοκλήσι και το διαβατικό της Πάτμου, κανένα ξάφνιασμα. Παντού η χαρά του γυρισμού»
(Ι. Τσάτσου, «Ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης»).

Ο ίδιος ο Σεφέρης, όταν πληροφορείται την συντέλεια της Ιωνίας, κλονίζεται βαθιά, νιώθει ένας οργισμένος άπατρις. Θα γράψει με πικρία σε δυο ποιήματά του:  
Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοί ξενιτεμοί.
(Γ. Σεφέρης,«Το σπίτι κοντά στη θάλασσα»)

Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας
τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας
και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα.
(Γ. Σεφέρη, «Αστυάναξ»)

Η Σμύρνη, η πατρίδα του Γιώργου Σεφέρη, υπήρξε κέντρο του ελληνισμού από την αρχαιότητα. Το 1900 η Σμύρνη ήταν ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς κόμβους της Ανατολής και η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είχε, την εποχή εκείνη, χαρακτήρα έντονα πολυεθνικό και πολύγλωσσο. Από τους σχεδόν 250.000 κατοίκους της, οι περισσότεροι ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, των οποίων η κύρια γλώσσα ήταν η ελληνική. Η αριθμητική αυτή υπεροχή του ελληνικού στοιχείου έκανε τους Τούρκους να την αποκαλούν Γκιαούρ Ισμίρ (δηλαδή, Σμύρνη των απίστων).  

Το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων προσφύγων διοχετεύτηκε κατά κύριο λόγο στη Μακεδονία αλλά και σε άλλα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας μας (Στερεά Ελλάδα, Δυτική Θράκη, Θεσσαλία).

Οι άνθρωποι αυτοί, ενώ στα σπίτια τους ήταν νοικοκυραίοι, ευκατάστατοι και –ας σημειωθεί- με υψηλό επίπεδο παιδείας και πολιτισμού (Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, Φροντιστήριο Τραπεζούντας), τα έχασαν όλα ξαφνικά και ξεκίνησαν από το μηδέν και μέσα από τις πιο αντίξοες συνθήκες πρόκοψαν και βοήθησαν και τον τόπο να πάει μπροστά: τόνωσαν την τοπική οικονομία, ενίσχυσαν τη δημογραφική σύνθεση του ελληνικού πληθυσμού πυκνώνοντάς τον σε περιοχές αραιοκατοικημένες, μπόλιασαν γόνιμα με τις παραδόσεις και τον πολιτισμό τους τη νεοελληνική κουλτούρα του 20ου αιώνα, όπως με τη μουσική τους, τη γαστρονομία τους, τους αθλητικούς συλλόγους τους, ΑΕΚ, ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ, ΠΑΟΚ, ΑΠΟΛΛΩΝ, κλπ.

Στους πρόσφυγες αυτούς οφείλουμε, ακόμη, τα τοπωνύμια πολλών πόλεων και προαστίων μας: Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια, Νέα Σμύρνη, Νέα Αλικαρνασσός, Νέα Αγχίαλος, Νέα Μουδανιά, Νέα Χαλκηδόνα, Νέος Μαρμαράς, Νέα Έφεσος, Νέος Βουτζάς, κ.λ.π.  Τέλος, παροιμιώδης έχει μείνει η μικρασιατική φιλοξενία: δεν υπήρχε περίπτωση να περάσεις από σπίτι προσφυγικό Μικρασιατών και να μην σου πουν το περίφημο «Κοπιάστε!». Επίσης, φημίζονταν ως βαθιά θρησκευόμενοι και συντρέχτες, βοηθοί και αρωγοί στο διπλανό τους, έστω και εκ του υστερήματός τους.  

Αν και οι πληθυσμοί αυτοί από την Τουρκία εκδιώχθηκαν ως Έλληνες, στην Ελλάδα, δυστυχώς, οι ντόπιοι τους αντιμετώπισαν με πολλή δυσπιστία, απωθώντας τους στις παρυφές των πόλεων σε βρώμικες συνοικίες, χωρίς νερό, χωρίς βασικά αγαθά, σε άθλιες συνθήκες και αποκαλώντας τους υποτιμητικά «Τουρκόσπορους». Η ενσωμάτωση των Μικρασιατών προσφύγων στη νεοελληνική κοινωνία υπήρξε μια πραγματική εποποιία της νεότερης ιστορίας μας. Κι αυτό το αναλύει διεξοδικά ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Yale Στάθης Καλύβας στο ενδιαφέρον βιβλίο του «Καταστροφές και Θρίαμβοι, οι 7 κύκλοι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας».

Κλείνοντας, Θα επιθυμούσα να τονίσω την ανάγκη εμείς, οι Νεοέλληνες του 21ου αιώνα, να μην ξεχνάμε αυτές τις τραγικές σελίδες της ιστορίας μας, αντίθετα να φυλάμε στο νου και την καρδιά μας τις μνήμες αυτές αναλλοίωτες και να μην δεχόμαστε κάποιοι να τις παραποιούν.

Αυτό το οφείλουμε στους προγόνους μας, στους παππούδες και τις γιαγιάδες μας. Τα ατομικά και συλλογικά δράματα πολλά, τις μαρτυρίες μπορεί να τις αναζητήσει κανείς συγκεντρωμένες στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού στην Αθήνα. Οι μνήμες είναι ακόμα νωπές, όπως αυτές της Φιλιώς Χαϊδεμένου, η οποία περιγράφει τις συγκλονιστικές εμπειρίες που έζησε από πρώτο χέρι στο βιβλίο της «Τρεις αιώνες, μια ζωή. 1899-2005».

Η «γιαγιά Φιλιώ» καταγόταν από τα Βουρλά της Σμύρνης και υπήρξε η εμπνεύστρια του Μουσείου Μικρασιατικού Ελληνισμού, το οποίο λειτουργεί σήμερα στη Νέα Φιλαδέλφεια. Πολλοί και οι Μικρασιατικοί Σύλλογοι σε όλη την Ελλάδα (έχουμε και εδώ στη Ρόδο Σύλλογο Μικρασιατών με εγγεγραμμένα 400 μέλη), οι οποίοι προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανές τις παραδόσεις και τις μνήμες του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Οι άνθρωποι αυτοί, οι Έλληνες Μικρασιάτες, χωρίς να έχουν φταίξει σε τίποτα, είδαν από τη μια μέρα στην άλλη τις ζωές τους να αλλάζουν τραγικά, ‘να πνίγονται στο αίμα και στο δάκρυ’ (όπως γράφει και η Διδώ Σωτηρίου στα Ματωμένα Χώματα) και να παίρνουν οριστικά το δρόμο της αιχμαλωσίας ή της προσφυγιάς, πεθαίνοντας τελικά με το απραγματοποίητο όνειρο της επιστροφής στις χαμένες πατρίδες.