Οι Ροδίτες που έφυγαν στη Μάλτα μαζί με τους Ιππότες και η δύσκολη ζωή αυτών που έμειναν!

Όταν το 1522 ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής κατέκτησε τη Ρόδο, το τελευταίο προπύργιο του δυτικού κόσμου, μετά από πολιορκία περίπου πέντε μηνών, «όλα τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά…»…  Η Ρόδος έμεινε υπόδουλη τέσσερις  αιώνες έως το 1912, οπότε πέρασε σε άλλους κατακτητές έως το 1945.
Τι γνωρίζουμε για τους αιώνες αυτούς και κυρίως τους πρώτους όπου μεγάλη αμάθεια επέβαλαν στο λαό, μετακίνησαν τον πληθυσμό και μετέτρεψαν την πόλη, έξω από το κάστρο, σ΄ ένα απέραντο νεκροταφείο, όπου έθαψαν τους χιλιάδες νεκρούς τους;
Πόσοι ξέρουμε ότι μαζί με τους Ιππότες που επέζησαν και έφυγαν από το νησί μετά από συμφωνία των δύο μερών, έφυγαν μαζί τους και περίπου 5.000 Ροδίτες που είχαν πολεμήσει πλάι τους, υπερασπιζόμενοι το νησί, οι περισσότεροι εκ των οποίων κατέληξαν στη Μάλτα, όπου και αφομοιώθηκαν σιγά-σιγά;
Εμπεριστατωμένα στοιχεία για την περίοδο εκείνη δίνει η λαμπρή έρευνα του αείμνηστου Χριστόδουλου Παπαχριστοδούλου που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του  «Ιστορία της Ρόδου» έναν θησαυρό  που μας άφησε για να μαθαίνουμε ποιοι είμαστε και πώς  φτάσαμε ως εδώ.

 

Με την παράδοση της Ρόδου οι ιπποτικές γαλέρες πήραν όλους τους Ιππότες που σώθηκαν, τα κειμήλια που μπορούσαν να πάρουν μαζί τους, κι έφυγαν για την Κρήτη. Μαζί τους έφυγαν και 4-5.000 Ροδίτες, που δεν είχαν εμπιστοσύνη στο νέο κατακτητή. Ακολούθησαν τις περιπέτειες των Ιπποτών στην Κρήτη κα στην Ιταλία, όπου έμειναν αρκετοί,  κι άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Μάλτα, τη νέα έδρα του Τάγματος των Ιπποτών.

Προτίμησαν να ξενιτευτούν παρά να μείνουν γιατί είχαν συμμεριστεί τις τύχες των Ιπποτών, πολέμησαν μαζί τους για τη διάσωση της Ρόδου, πιστοί προς τους Ιππότες έως την τελευταία στιγμή, κι επομένως η παραμονή τους στη Ρόδο ήταν επικίνδυνη.

Στη Μάλτα σχημάτισαν ιδιαίτερη κοινότητα διατηρώντας τη θρησκεία τους, Ορθόδοξοι ενωτικοί, όπως είχαν κανονισθεί τα πράγματα με τη συμφωνία του 1474 στη Ρόδο, αναγνωρίζοντας τον Πάπα για να έχουν την προστασία του. Διατήρησαν και τη γλώσσα τους όσο ήταν δυνατό, σιγά-σιγά όμως με το πέρασμα του χρόνου αφομοιώθηκαν.

Οι 25 μέρες  του Σουλεϊμάν στη Ρόδο
Την ημέρα που οι Ιππότες έμπαιναν στα πλοία για αναχώρηση, την 1η Ιανουαρίου 1523, ο Σουλεϊμάν το μεσημέρι προσευχήθηκε στην εκκλησία του Αϊ Γιάννη, κι εκεί μπροστά σε όλες τις αρχές διαβάστηκε το «Χάττι Σεριφί», (ανώτατο διάταγμα του Σουλτάνου) κι ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί. Το ίδιο έγινε σιγά-σιγά παρά την υπόσχεση του Σουλτάνου και στις ορθόδοξες εκκλησίες, κι έτσι εξηγείται πώς όλες οι βυζαντινές εκκλησίες του Κάστρου της Ρόδου είναι μουσουλμανικά τεμένη σήμερα, με την προσθήκη ενός μιναρέ.

Ο Σουλεϊμάν έμεινε 25 μέρες στη Ρόδο για να κανονίσει τις υπηρεσίες του και τα ιδρύματα του τόπου. Καθόρισε τον κεφαλικό φόρο «χαράτσι», ίδρυσε μια θεολογική σχολή «μεδρεσέ» το «Ιμαρέτ», συσσίτιο για τους φτωχούς, διόρισε «ιμάμηδες» και καθόρισε την κτηματική περιουσία, τα «βακούφ» για τα πέντε τεμένη που είχαν γίνει τότε.

Για τη συντήρηση του Ιμαρέτ όρισε να προσφέρουν 50 ψωμιά την ημέρα και τα κρεοπωλεία παραχωρούσαν τα κεφαλόποδα των σφαγίων για το καθημερινό συσσίτιο. Υπήρχε αποθήκη σιταριού που είχε ιδρυθεί από την εποχή των Ιπποτών, κι ήταν ίσως από τη Βυζαντινή εποχή και κάθε χρόνο οι χωρικοί έπρεπε να φέρνουν ένα ποσό ανάλογα με την παραγωγή τους, φορτωμένο στα ζώα τους και να το παραδίδουν για ανανέωση του παλαιού.

Η φορολογία αυτή έπαψε λίγο πριν από την ιταλική κατάληψη το 1912. Ο Σουλεϊμάν μοίρασε ακόμα χρηματικά βοηθήματα στους άρρωστους και στους άπορους πολεμιστές τους δικούς του που έμειναν στη Ρόδο, φρόντισε για την περιποίηση των τραυματιών, έδωσε συντάξεις, αμοιβές, τιμάρια κτηματικά στους αξιωματούχους του και αναχώρησε με μεγάλες τιμές για το Μαρμαρά και από εκεί διά ξηράς στην Κωνσταντινούπολη όπου έπλευσε κι ο στόλος που πολιορκούσε τη Ρόδο, εκτός από 15 γαλέρες που έμειναν για φρουρά.

Φεύγοντας σύστησε να καλομεταχειρίζονται τους ντόπιους, πράγμα που δεν τηρήθηκε πάντοτε, γιατί η πόλη του Κάστρου είχε γεμίσει από Οθωμανούς της Ανατολής και της Ρωμυλίας, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εδώ για εύρεση τύχης, κι αυτοί κανόνιζαν τη μεταχείριση των Χριστιανών Ελλήνων.

Είναι αλήθεια ότι ο Σουλεϊμάν βλέποντας την ηρωική αντίσταση των πολιορκούμενων για τόσο καιρό, έδειξε μια υποχωρητικότητα στην παράδοση και έβαλε όρο στο στρατό του να μην προχωρήσει σε λεηλασίες και να μη μετατρέψει τους ναούς σε τεμένη, κάτι που δεν τηρήθηκε.

Μάλιστα ενώ βρισκόταν ακόμα στη Ρόδο οι γενίτσαροι παραβίασαν τη διαταγή του, μπήκαν στην πόλη στις 25 του Δεκέμβρη, κι έκαναν αρπαγές, βεβηλώσεις εκκλησιών και βιασμούς. Φαίνεται όμως ότι τιμώρησε τους παραβάτες και το κακό σταμάτησε. Έτσι δεν επαναλήφθηκε στη Ρόδο αυτό που έγινε στην Κωνσταντινούπολη, στο Βελιγράδι και τις άλλες πόλεις που κυρίευαν οι Τούρκοι ενώ στη Ρόδο δεν έγινε παιδομάζωμα ή εξισλαμίσεις πληθυσμών δεν αναφέρονται, γι’ αυτό η ύπαιθρος διατηρήθηκε σχεδόν ελληνική.

Ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής
Ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής


Οι διώξεις των Ροδίων
Οι πρώτες διώξεις των Ελλήνων εφαρμόσθηκαν στην πόλη της Ρόδου. Μέσα στην πόλη του Κάστρου δεν είχαν το δικαίωμα να κατοικήσουν Έλληνες, αλλά μόνον Τούρκοι που πήραν όλα τα κτήρια και τα σπίτια. Στους Εβραίους επέτρεψαν κατ’ εξαίρεσιν να  κατοικήσουν στην Εβραϊκή συνοικία που είχαν και κατά την εποχή των Ιπποτών.

Οι Εβραίοι υπήρχαν στη Ρόδο από τη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή περίοδο (1160-1173 μ.Χ). Οι Έλληνες που διώχθηκαν από τις κατοικίες τους, από αυτές του Κάστρου, πήραν την άδεια να εγκατασταθούν έξω απ’ αυτό, στη θέση που είναι οι σημερινές συνοικίες «τα μαράσια» όπως τα είπαν, από τους Αγίους Αναργύρους έως τον Άη Γιώργη και τα Πανωγιαννιά. Το Νεοχώρι, συνοικίσθηκε αργότερα όπως δείχνει και το όνομά του.

Το τμήμα έξω από το Κάστρο χρησιμοποιήθηκε για νεκροταφείο των χιλιάδων νεκρών Τούρκων, κι έτσι εξηγείται η μεγάλη έκτασή του που άρχιζε από το τζαμί Μουράτ Ρέις και τα Πλατανάκια, έως την Πύλη Κοσκινού (Κόκκινη Πόρτα) και το Βενετόκλειο Γυμνάσιο, κι από εκεί έως την Ακαντιά ήταν Εβραϊκό. Σε ένα απέραντο νεκροταφείο μετέτρεψαν δηλαδή τη Ρόδο που το ξήλωσαν οι Ιταλοί όταν ήρθαν. Οι πύλες του Κάστρου κλείνονταν κάθε βράδυ, κι άνοιγαν το πρωί, οπότε είχαν το δικαίωμα οι Έλληνες που εργάζονταν στην πόλη σαν έμποροι ή τεχνίτες να μπουν και το βράδυ να βγουν πριν κλείσουν.  

Κανένας Έλληνας δεν είχε το δικαίωμα να διανυκτερεύσει μέσα στο Κάστρο, κι αυτό διατηρήθηκε σχεδόν σε όλη την οθωμανική περίοδο και μόνο με την ιταλική κατάληψη του 1912 άρχισαν να  κατοικούν κι Έλληνες μέσα στο φρούριο.

Και την Παρασκευή το μεσημέρι την ώρα της προσευχής έπρεπε οι Χριστιανοί να φύγουν έξω από το Κάστρο, κι όταν τελείωνε η προσευχή γύριζαν πίσω στα μαγαζιά τους. Η απαγόρευση αυτή ίσχυσε μέχρι το 1875, οπότε καταργήθηκε με ρωσική επέμβαση ύστερα από μια πρόταση του προξένου του Τσάρου, γιατί θέλησαν οι Τούρκοι να τον βγάλουν έξω από την πόλη μια Παρασκευή, που έτυχε να βρεθεί εκεί. Και οι χωρικοί «μετά φόβου θεού» έμπαιναν στην πόλη για να ψωνίσουν ή να πωλήσουν τα προϊόντα τους.

Έτρεμαν τους φύλακες των πυλών τους «ζαπτιέδες»  (στρατιώτες) από μακριά κατέβαιναν από τα ζώα τους και τα έσυραν, μπαίνοντας πεζοί, κι ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν τεμενέ (χαιρετισμό) κατά την τουρκική συνήθεια, βάζοντας το δεξί χέρι στο πηγούνι, κι έπειτα στο μέτωπο.

Αλλά και στο δρόμο όταν συναντούσαν Τούρκο, κι ήταν έφιπποι έπρεπε να κατέβουν να τον προσπεράσουν πεζοί, διαφορετικά είχαν τις συνέπειες να τιμωρηθούν με ξυλοδαρμό, ράπισμα ή και να ριψοκινδυνεύσουν τη ζωή τους.

Το μέτρο αυτό σιγά-σιγά καταργήθηκε αργότερα και οι ντόπιοι Τούρκοι έγιναν μειλίχιοι και ζούσαν ειρηνικά με το ελληνικό στοιχείο, εκτός κι αν έρχονταν ξένοι και τους φανάτιζαν όπως συνέβαινε κυρίως σε περιόδους εθνικών εξεγέρσεων.

Κάθε ζωή είχε νεκρωθεί  μετά την άλωση, σταμάτησε το εμπόριο κι η ναυτιλία, οι αγροί κατεστραμμένοι, σχολεία δεν υπάρχουν και για χρόνια πολλά έως και τον 17ο αιώνα μόνο οι παπάδες μάθαιναν λίγα «κολλυβογράμματα» όπως τα λένε, ανάγνωση και γραφή για να μπορούν να διαβάζουν και να ψάλλουν στην εκκλησία. Οι νάρθηκες των εκκλησιών είναι οι τόποι που συγκεντρώνονταν τα Ελληνόπουλα για να μάθουν λίγα γράμματα και ψαλτική και η καλύτερη ευχή που έδιναν οι γιαγιάδες στα παιδάκια ήταν «και παπάς».

Αυτός ήταν ο προορισμός των παιδιών που κατάφερναν να μάθουν λίγα γράμματα, κι αυτό μας λένε και τα παλιά κάλαντα:
«έχετε γιόν έ στο σχολειό και σύρνει το κοντύλι,
να τον αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι».

Οι πρώτοι διοικητές της Ρόδου ήταν στρατιωτικοί, αξιωματικοί του πεζικού. Ο Σουλεϊμάν πριν φύγει διόρισε διοικητή ένα γενίτσαρο, τον Ιμβραήμ, που είχε τον τίτλο του αγά, επειδή όμως ανακατεύτηκε στο Κίνημα για την επάνοδο των Ιπποτών, καταδικάστηκε σε θάνατο.

Για τη Διοίκηση στη Ρόδο και τη σκληρή  φορολογία που επέβαλαν οι Οθωμανοί θα συνεχίσουμε σε άλλη αναφορά.