Η Χριστίνα, η τσοπάνισσα που τραγουδά στις ρεματιές!

Η Χριστίνα, η «Κασιώτισσα» όπως τη λένε στα Κοσκινού, με τόσα που πέρασε στη ζωή σκέφτηκε ότι όλα είναι γραμμένα, κι έτσι ηρέμησε. Θα είχε τρελαθεί! 
Έχασε τον άντρα της το Βασίλη Αχιολά, ξημερώματα της μίας και μοναδικής μέρας που δεν τον ακολούθησε στη μάντρα όταν ένας μεθυσμένος στρατιώτης που γύριζε σφεντόνα στο στρατόπεδο στο Τσαΐρι, τον παρέσυρε και τον κόλλησε πάνω στην ελιά!
Είχε προαίσθημα η Χριστίνα που μεγάλωσε με πλούσιους συγγενείς στο Κολωνάκι και φοίτησε στο Μαράσλειο,  ότι η ζωή της θα ‘χε βάσανα. Αλλά η μάνα της δεν την άκουσε!
Αυτή η γυναίκα που γελάει δυνατά, μ΄ ένα γέλιο καθαρό, που χαίρεται πια τη μάντρα της, τη μοναχοκόρη της και τα τρία εγγόνια της, τραγουδάει στα βουνά κι αντιλαλούν οι ρεματιές, σφυρίζει και τα κατσίκια και τα πρόβατά της πειθαρχούν, κι έχει γίνει κι η γυναίκα κι ο άντρας μαζί, από τότε που, όπως λέει, η ζωή αποφάσισε για εκείνη.
Η Χριστίνα Διακάκη, με καταγωγή από την Κρήτη που έχασε το Βασίλη της και έκανε τον πόνο της δύναμη, μου  ‘δειξε φωτογραφίες απ΄ τα παλιά, τότε που ευτυχισμένοι έψηναν το γάλα στα κάρβουνα- κι είχε άλλη νοστιμιά το τυρί- με πήγε στη μάντρα και την άκουσα να σφυρίζει, να ανεβαίνει στα τρακτέρ, να τρέχει στους κατσικόδρομους που είναι γι’ αυτήν καλύτεροι από μια βόλτα στο Μαντράκι!

 

Χάσατε τον άντρα σας και μείνατε μόνη στο βουνό, με τη μάντρα!
Μια ζωή στενοχωρημένος ήταν ο Βασίλης μου. Αναγκαζόμουν κι έπαιρνα πάνω στο βουνό στέρεο με δυό μεγάφωνα, αμερικάνικα  ν΄ ακούει κρητικά, να ευχαριστιέται. Οκτώ μηνών έφυγα από το βουνό για να γεννήσω τη μοναχοκόρη μου, την πριγκίπισσά μου.

«Η Κασιώτισσα», σας λένε στα Κοσκινού!
Γεννήθηκα στην Κάσο, 25 Δεκεμβρίου, με λένε και Χριστίνα και τα κάνω όλα μαζί και τη γιορτή μου και τα γενέθλιά μου. Αυτά είναι τα σπέσιαλ. Έζησα στην Αθήνα, στο Κολωνάκι, τελείωσα το δημοτικό με άριστα στο Μαράσλειο, κάτω από το Λυκαβηττό. Με μεγάλωσαν συγγενείς, εμένα και την αδελφή μου, που ήταν πλούσιοι. Μετά πήγαμε στην Κυψέλη. Λες να ‘χω συγγένεια με τον Τσίπρα, να πάω να τον έβρω; (γέλια)… Μέχρι τα 16 μου, έμεινα στην Αθήνα και μετά γύρισα στην Κάσο. 

Συνεχίσατε το σχολείο εκεί;
Όταν ήμουν μικρή διάβαζα ό,τι έβρισκα. Μέχρι εγκυκλοπαίδειες. Κάποια στιγμή μου λέει η μάνα μου «δεν τα σταματάς γιατί τα πολλά γράμματα κάνουν τον άνθρωπο λωλό;...». Κι όμως εγώ τα ήθελα. Δεν ξέρω αν είδες η Κάσος πώς είναι. Ένας βράχος, με 100 ελιές πάνω και 300 συκιές. Είχε τίποτα να κάνεις; Τα ζώα. Η μάνα μου μ΄ έμαθε να αρμέγω, κι ο πατέρας μου να τυροκομώ. Έτσι έμαθα να βόσκω και να φτιάχνω τα κηπουρικά… 

Και μετά πάλι φύγατε από εκεί, ήρθατε στη Ρόδο ν’ αρραβωνιαστείτε!
Δεκαεννιά χρονών ήρθα στη Ρόδο, να αρραβωνιαστώ το Βασίλη Αχιολά. Δεν τον ήξερα. Χάλασε ο αρραβώνας γρήγορα. Γύρισα στην Κάσο. Σε τέσσερα χρόνια με ξαναφέρανε από την Κάσο και παντρευτήκαμε. Από τα 19 εγώ είπα «μαμά, να μην πάω...»! Είχα προαίσθημα. Βρήκα καλό σύντροφο στη ζωή, αλλά βρήκα και πολλά προβλήματα, σκοτούρες και βάσανα.

Σε χαρούμενες οικογενειακές στιγμές
Σε χαρούμενες οικογενειακές στιγμές


Πόσο προλάβατε να ζήσετε μαζί;
Έξι χρόνια προλάβαμε και ζήσαμε μαζί. Κάθε μέρα ήμουν μαζί του, στη μάντρα. Περνούσαμε καλά. Όταν εντυνόταν, κι εχόρευε τα κρητικά, πάνε πιάστονε. Κι εγώ Κρητικιά είμαι στην πραγματικότητα, κι από τους δυό γονείς, Διακάκη το επίθετο,  αλλά γεννήθηκα στην Κάσο. Όταν του τραγουδούσα στα βουνά τον Ερωτόκριτο, έκλαιγε, και τις μαντινάδες τις Κασιώτικες.

Τι έγινε εκείνη την ημέρα, του κακού;
Μια μέρα δεν πήγα, εκείνη την ημέρα, το 1992, γιατί περίμενα την αδελφή μου, να ‘ρθει από την Αμερική, κι έμεινα στο σπίτι με την κόρη μου. Ο Βασίλης, σηκώθηκε ξημερώματα έφυγε για τη μάντρα, δεν τον αντιλήφθηκα. Μέσα στον ύπνο μου χτύπησε το τηλέφωνο. Όταν εγύρισα από το νοσοκομείο, το τράβηξα, το ξερίζωσα από την πρίζα, να μην ξαναχτυπήσει. Εκεί στη Ρόδου–Λίνδου, κοντά στο στρατόπεδο, ένας στρατιώτης γύριζε μεθυσμένος να μπει στο στρατόπεδο και παρέσυρε το Βασίλη μου, τον πήρε και τον κόλλησε πάνω στην ελιά. Ήμουν σε τέτοια κατάσταση...  Άνθρωπος μην το περάσει. Μέρες μετά πήγα στα ζώα, κι αντί να βλέπω αυτά έψαχνα το Βασίλη. Έπρεπε να πηγαίνω εγώ στα ζώα γιατί μόνο εμένα ξέρανε. Μ΄ άφησε πίσω 500 μάνες κατσίκες, όλες ετοιμόγεννες. Σκέψου όταν γεννήσανε, σκέψου τα άλλα...  Όταν πήγαινα και καθόμουνα στη μέση, κι έκλαιγα, κλαίγανε κι εκείνα. Όταν με είδε η φοράδα μου η Ασπρούλα με τα μαύρα ρούχα, έκοψε το σχοινί κι έφυγε. Σου λέει, δεν είσαι εσύ. Δεν έτρωγα μέρες, δεν έπινα νερό. Και μετά βρήκα παρηγοριά στο τραγούδι. Τραγουδούσα στα βουνά, της Αλεξίου το τραγούδι «μια καλημέρα είν’ αυτή, πες την κι ας πέσει χάμω... παλάτια χτίζουν οι Θεοί, κι εμείς πάνω στην άμμο...», και ηρεμούσε η καρδιά μου. Τρία χρόνια το τραγουδούσα. Ερχόταν η αδελφή μου να με βοηθήσει, κι εγώ έδινα το φαΐ στα ζώα. Μου ‘λεγε «εμείς τι θα φάμε, θα τρελαθείς, θα πέσεις κάτω...».

Σκεφτήκατε τότε να πουλήσετε τη μάντρα;
Μου λέγανε να πουλήσω τη μάντρα, αλλά όποιος μου το ‘λεγε, τον κυνηγούσα. Λέω «θα σε σκοτώσω, μην το ξαναπείς...»... Θα ήταν σαν να αποχωριζόμουν το Βασίλη. Ξεχνιέμαι εκεί, να τα βάλω φαγητό, να τ΄ αφήσω ελεύθερα, να τα μαζέψω... Όσο κάθεσαι στο σπίτι σκέφτεσαι τα ίδια και τα ίδια. Με τα ζώα ξεχνιέμαι. Τώρα με ξεκουράζουν η κόρη μου, κι ο γαμπρός μου, αλλά πριν στις 5:30 τα ξημερώματα ήμουν στη μάντρα, κι έφευγα στις επτά το βράδυ. Τώρα δεν μ’ αφήνουν να το κάνω, αλλά, να, έκατσα τώρα στην καρέκλα και ίδρωσα, δεν είμαι εγώ για να κάθομαι. Η κόρη μου, η Ανδρονίκη μου, έμαθε να αρμέγει και τυροκομεί μαζί με τον άντρα της το Βίκτωρα, στο εργαστήριο που έχουν στον οικισμό, στα Κοσκινού. Κάνουν τυρί με τον παραδοσιακό τρόπο. Παλιά με το Βασίλη, το γάλα το ψήναμε στα κάρβουνα. Άλλη η γεύση του...


Πού την έχετε τη μάντρα;
Ήμουν στον  Προφήτη Ηλία στα Κοσκινού, και τώρα στο Τσαΐρι, στο ύψος της Αγίας Βαρβάρας.

Πώς τα μεγαλώνετε, πώς περνάτε κι εσείς το χρόνο σας μαζί τους;
Το καλοκαίρι και τα κατσίκια και τα πρόβατα πιο πολύ θέλουν νερό, παρά φαΐ. Τα είχα ελευθέρας βοσκής, πήγαινα στο βουνό στις πέντε τα ξημερώματα και γύριζα στις 10 το βράδυ. Γυρνούσα τη νύχτα με τα πόδια, δεν οδηγώ ήμουν έτοιμη να πάρω το δίπλωμα και μετά  το Βασίλη μου, τα πέταξα  όλα. Οδηγώ τα τρακτέρια και ανεβαίνω στη φοράδα μου την Ασπρούλα, αλλά τώρα την έχασα κι αυτήν. Έχω τα σκυλιά μου, που είναι τέσσερα, έχω τα ζώα μου που τα ‘χω με τα ονόματα: η Ρούσα, η Χειλιά, η Μαυρομάτα, η μαύρη Κούρα που δεν έχει κέρατα… Πάω βγάζω τις προβατίνες μου, τη Χρυσούλα μου, τη Χρυσαφίνα, τη Μαρίνα, τη Βασιλεία… Έχω κι ένα ραδιοφωνάκι μαζί μου… κεντάω καμιά φορά, ξέρω και πλέκω και καλάθια με καλώδια και με βούρλα… 

Σας ακούω που σφυρίζετε, πώς τους βγάζετε αυτούς τους ήχους, πότε απαλούς, πότε πιο έντονους…
Μια ξένη έρχεται να της τα μάθω να σφυρίζει και δεν μπορεί, βάζει τα δάχτυλα για να σφυρίξει. Δεν θέλει δάχτυλα. Είναι δύσκολο βέβαια να μάθεις... Ελαφρύ, τραγουδιστό σφύριγμα τα ζώα έρχονται. Όταν σφυρίζω δυνατά αισθάνονται κίνδυνο, νομίζουν ότι πάει σκύλος να τα δαγκώσει και φεύγουν.

Ο χειμώνας είναι δύσκολος ή το καλοκαίρι;
Ο χειμώνας είναι δύσκολος, από το Νοέμβρη. Φέτος θα ‘χει βροχές πολλές γιατί έβρεχε του Προφήτη Ηλία, τον Ιούλιο. Έριξε πολύ νερό.

Ξέρετε πια να προβλέπετε τον καιρό!
Αν δεν προβλέψω με τη μάντρα πώς θα τα μαζέψω που είναι πολλά; Με βροχερό καιρό δεν μπορώ να πάω μακριά, να κάνω αποστάσεις. Χιλιόμετρα μ΄ αρέσει να περπατώ στο βουνό, σε κατσικόδρομους, Κεντέρη με βγάλανε. Ευχαριστιούμαι να πάω στο βουνό, στον Προφήτη Ηλία Κοσκινού, με τα πόδια, να πιάνω τα θυμάρια να τα μυρίζω, και τη φασκομηλιά. Αυτό ευχαριστιέμαι παρά να πάω στο Μαντράκι, να κάνω βόλτα.

Αν ξαναρχίζατε τώρα τη ζωή σας, πώς θα την περνούσατε, τι θα κάνατε;
Θα ‘θελα να σπουδάσω ή δασκάλα, ή καθηγήτρια, αλλά τη μάντρα την αγαπώ. Είχα προαίσθημα Ροδούλα μου ότι στη ζωή μου θα βρω βάσανα, το ‘ξερα. Με τόσα που πέρασα όμως κατάλαβα ότι όλα είναι γραμμένα, κι έτσι ηρέμησα.