Στις 14 Νοεμβρίου η απόφαση για το κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών

Στις 14 Νοεμβρίου αναμένεται να ολοκληρωθεί η διαδικασία και να εκδοθεί η απόφαση από το Τριμελές Εφετείο επί Κακουργημάτων Δωδεκανήσου για την υπόθεση εξάρθρωσης του κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών και παράτυπων μεταναστών τα μέλη του οποίου  συνελήφθησαν το καλοκαίρι του 2017 από την Ασφάλεια Αττικής σε συντονισμένες επιχειρήσεις στην Κω, στην Αττική και στην Κορινθία.

Όπως είναι γνωστό, το δικαστήριο ασχολείται με τη δικογραφία αυτή που αφορά τους συλληφθέντες στην Κω και συγκεκριμένα σε αυτήν κατηγορούνται τέσσερις Έλληνες και τρεις αλλοδαποί αλβανικής καταγωγής, μία εκ των οποίων είναι γυναίκα. Η δίκη ξεκίνησε την Δευτέρα 15 Οκτωβρίου και χθες  μετά την αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης κ. Παναγιώτη Αβρίθη, διεκόπη για τις 14 Νοεμβρίου οπότε και θα ολοκληρωθούν οι αγορεύσεις των λοιπών συνηγόρων υπεράσπισης κ.κ. Αχιλλέα Δασκαλάκη, Μανώλη Χατζηάμαλλου, Βάνας Περή, Σάκη Κεχαγιόγλου, Απόστολου Τσέα και Ιωάννη Αλαβάνου.

Χθες κατά την ακροαματική διαδικασία, στην πρότασή του ο εισαγγελέας της έδρας πρότεινε να απαλλαγεί και να κριθεί αθώος ο ένας εκ των αλλοδαπών αλβανικής καταγωγής, και η συμπατριώτισσά του να κριθεί ένοχη μόνο για απλή συνέργεια στην παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών.

Σε ότι αφορά τους λοιπούς πέντε κατηγορούμενους ο κ. εισαγγελέας ζήτησε την ενοχή όλων για την εγκληματική οργάνωση, την προώθηση αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας και τη  μετατροπή του αδικήματος της διευκόλυνση εισόδου στη χώρα σε πλημμέλημα, καθώς και την ενοχή ενός εκ των Ελλήνων κατηγορουμένων για τα ναρκωτικά.

Το δικαστήριο θα αποφανθεί μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας στις 14 Νοεμβρίου.
Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με όσα είχαν ανακοινωθεί από την αστυνομία, στο εγκληματικό δίκτυο διακίνησης ναρκωτικών, αρχηγός ήταν συλληφθείς υπήκοος Αλβανίας, ο οποίος διαχειριζόταν το σύνολο των υπό διακίνηση ναρκωτικών, και για το λόγο αυτό τα υπόλοιπα μέλη τον προσφωνούσαν «αφεντικό» ή «εργοστάσιο».

Το εγκληματικό δίκτυο, υπό τον συντονισμό του αρχηγού, προμηθευόταν, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης και κάνναβης από την Αλβανία, οι οποίες εισάγονταν στην Ελλάδα και τοποθετούνταν σε ειδικούς χώρους αποθήκευσης -«καβάτζες»- σε περιοχή της Αττικής. Στη συνέχεια, τα ηγετικά μέλη που διέμεναν στην Αττική, προέβαιναν στη διακίνηση των ναρκωτικών εντός Αττικής και στην Κω.

Στην Κω, τα ναρκωτικά μεταφέρονταν σταδιακά (100 γραμμάρια κοκαΐνη και 10 κιλά κάνναβη τη φορά) από στρατολογημένα μέλη, συνήθως γυναίκες που συνοδεύονταν από ανήλικα παιδιά, τα οποία χρησιμοποιούσαν για τη μετακίνηση τους το πλοίο της γραμμής Πειραιάς – Κω. Με την άφιξη των ναρκωτικών στην Κω, τα εκεί διαμένοντα μέλη, ενεργώντας πάντοτε υπό τον συντονισμό και τις εντολές του σκληρού πυρήνα της Αθήνας, προέβαιναν στην παραλαβή και αποθήκευση των ποσοτήτων, συνήθως σε ξενοδοχεία ή ενοικιαζόμενα δωμάτια, τα οποία μίσθωνε το εγκληματικό δίκτυο, για να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά ως «καβάτζες».

Η περαιτέρω διακίνηση των ναρκωτικών, λάμβανε χώρα μέσα από ένα δαιδαλώδες δίκτυο προμηθευτών και διακινητών μικρής εμβέλειας, «βαποράκια», ενώ σε ότι αφορά τις τιμές πώλησης των ναρκωτικών, ήταν πολύ υψηλότερες σε σχέση με την Αττική, καθώς το ένα κιλό κάνναβη κόστιζε (1.500) ευρώ και το ένα γραμμάριο κοκαΐνη από (80) έως (100) ευρώ.

Η διακίνηση παράνομων  προσφύγων και μεταναστών
Όσον αφορά στη διεθνική εγκληματική οργάνωση διακίνησης μεταναστών, τα διαμένοντα στην Τουρκία μέλη, εντόπιζαν αλλοδαπούς που επιθυμούσαν να προωθηθούν παράνομα από τους οποίους λάμβαναν, προκαταβολικά και εξ ολοκλήρου τοις μετρητοίς, το αντίτιμο διακίνησης, το οποίο κυμαινόταν από 3.000 ευρώ έως 12.000 ευρώ, ανάλογα με τον επιθυμητό τελικό προορισμό. Κατά την ημέρα της διακίνησης, επιβίβαζαν τους διακινούμενους στο σκάφος, το οποίο άμεσα κατέπλεε με προορισμό την Κω. Το σκάφος της οργάνωσης ήταν χωρητικότητας δέκα (10) περίπου ατόμων και στις περιπτώσεις που οι διακινούμενοι ήταν υπεράριθμοι, το ίδιο σκάφος πραγματοποιούσε διαδοχικά δρομολόγια από τα τουρκικά παράλια στην Κω και αντιστρόφως.

Στην Κω αποβιβάζονταν σε περιοχή κοντά σε ξενοδοχειακά συγκροτήματα και μετά από σχετική συνεννόηση παραλαμβάνονταν από τα μέλη της οργάνωσης στην Κω. Η μεταφορά πραγματοποιούνταν από «οδηγούς» της εγκληματικής οργάνωσης, εκ των οποίων ο ένας επαγγελματίας οδηγός ΤΑΧΙ, σε «συνεργαζόμενα» ξενοδοχεία.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής των διακινουμένων στην Κω και μέχρι την έναρξη της περαιτέρω προώθησής τους στην ηπειρωτική Ελλάδα, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης μεριμνούσαν, μεταξύ άλλων, για τη σίτισή τους και την πληρωμή των ξενοδοχείων, όπου κατέλυαν προσωρινά. Η κάλυψη αυτών των εξόδων γινόταν με χρήματα τα οποία έστελναν τα μέλη της οργάνωσης στην Τουρκία, μέσω εταιρείας χρηματικών συναλλαγών.

Παράλληλα, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης στην Κω προετοίμαζαν την περαιτέρω προώθηση των διακινούμενων στην Ηπειρωτική Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Αττική, με τα πλοία της γραμμής. Ειδικότερα, επέλεγαν το καταλληλότερο δρομολόγιο, ώστε να μην γίνουν αντιληπτοί οι διακινούμενοι από τους λιμενικούς ή τους αστυνομικούς.

Μετά την επιλογή του καταλληλότερου δρομολογίου ένα από τα μέλη της οργάνωσης παραλάμβανε τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια, χωρίς να παρίστανται οι διακινούμενοι. Δεδομένου ότι οι αλλοδαποί δεν κατείχαν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα για την έκδοση των εισιτηρίων, η εγκληματική οργάνωση τους εφοδίαζε με βουλγαρικά δελτία ταυτότητας (προφανώς πλαστά), ενώ η επιλογή του καταλληλότερου δελτίου γινόταν με κριτήριο το βαθμό ομοιότητας μεταξύ του εικονιζόμενου (πραγματικού κατόχου) και του διακινούμενου.

Για το λόγο αυτό και φρόντιζαν για την εξωτερική εμφάνιση των διακινούμενων, έτσι ώστε αφενός να μοιάζουν με Ευρωπαίο πολίτη (ευπρεπής ενδυμασία, γυαλιά κ.λπ.) και αφετέρου να προσομοιάζουν στον πραγματικό κάτοχο του δελτίου ταυτότητας που θα χρησιμοποιούσαν (βάψιμο μαλλιών, κούρεμα κ.λπ.). Στη συνέχεια τους έδιναν τις κατάλληλες πληροφορίες και οδηγίες ώστε να καταφέρουν να ολοκληρωθεί με επιτυχία το σχέδιο, δηλαδή η επιτυχής επιβίβαση των διακινουμένων στο πλοίο και η άφιξή τους στην Αττική.