Λεξιστορείν: Σε ισοφάρισα!

Το ρήμα ισοφαρίζω έχει τη σημασία του «γίνομαι ίσος ποσοτικά με κάποιον άλλον, αντισταθμίζω» αλλά και «φέρνω το ίδιο αποτέλεσμα σε αθλητικό αγώνα». Η λέξη είχε ως αρχική μορφή τον τύπο «ισοφορίζω» ( ίσος + ρήμα φέρω) από το επίθετο ισοφόρος=αυτός που φέρει  ίσα βάρη, ο ισοβαρής.