Διαχωρισμός Κράτους-Εκκλησίας θα δημιουργήσει έντονες επιζήμιες διχαστικές καταστάσεις

Γράφει ο
Κυριάκος Φίνας

 

Ορισμένοι, κατά διαστήματα, με φανατισμό στη χώρα μας επαναφέρουν στην επικαιρότητα το πολυσυζητημένο θέμα του διαχωρισμού Κράτους και Εκκλησίας.

Μία τέτοια συζήτηση και μάλιστα μέσω του τύπου άρχισε και τώρα, ενόψει της προβλεπομένης προσεχούς αναθεώρησης του Συντάγματος.
Κατά την άποψή μας, το θέμα είναι μεγάλων διαστάσεων με τα ελληνικά δεδομένα.

Σύμφωνα με πρόσφατη Πανευρωπαϊκή έρευνα, οι Έλληνες στη μεγάλη τους πλειονότητα ταυτίζουν τη θρησκεία με την Εθνική ταυτότητα. Τρεις στους τέσσερις Έλληνες (76%) θεωρούν ότι το να είναι Χριστιανοί ισοδυναμεί με το να είναι “αληθινοί Έλληνες”. Αντίθετα, το αντίστοχο για τον εαυτό τους πιστεύουν μόνο ένας στους επτά Σουηδούς και ένας στους τρεις Άγγλους, Γάλλους και Γερμανούς.

Τα ευρήματα αυτά προέκυψαν από μεγάλη έρευνα του αμερικανικού Pew Rejearch Center, η οποία διενεργήθηκε τη χρονική περίοδο 2015-2017 μεταξύ 56.000 ενήλικων, σε 34 κράτη της Δυτικής, Κεντρικής Ευρώπης και δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα στον Ευρωπαϊκό τύπο (“Η Καθημερινή”, 28.10.2018).

Εξάλλου, την πρώτη θέση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ήπειρο καταλαμβάνει η Ελλάδα και στην πεποίθηση ότι ο Πολιτισμός μας είναι ανώτερος όλων των άλλων κατά 89%.

Παράλληλα, το 74% των Ελλήνων εκτιμά ότι η καταγωγή (το “αίμα”) και η Εθνική ταυτότητα ταυτίζονται. Οι περισσότεροι, δηλαδή, πιστεύουν ότι δεν μπορεί να είναι Έλληνας κάποιος, που δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα. Επίσης, προξενεί εντύπωση ότι, παρά τη διάδοση της έκτρωσης, το 52% των Ελλήνων θα ήθελε να απαγορευθεί, κάτι που δηλώνουν μόνο το 18% των Βρετανών και μόνο το 3% των Σουηδών.
Ποιά είναι, όμως, τα στοιχεία της Εθνικής μας ταυτότητας; Μας τα όρισε από τα πολύ παλιά χρόνια ο πατέρας της Ιστορίας, ο Ηρόδοτος.

Συγκεκριμένα ο Μεγάλος αρχαίος ιστορικός έγραψε ότι, παρά τον χωρισμό των Αρχαίων Ελλήνων σε πόλεις-κράτη υπήρχαν τέσσερα ενοποιητικά στοιχεία, που τους συνέδεαν, υπήρχε μία Εθνική ταυτότητα. Πρόκειται: για το όμαιμον, το ομόγλωττον, τα κοινά των Θεών Ιδρύματα και τα ομοιότροπα ήθη. (Μελέτη του Κωνσταντίνου Ι. Χολέβα. “Η Εθνική μας ταυτότητα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης”, Αθήνα 2011).

1) Το όμαιμον, δηλαδή η κοινή καταγωγή. Ο μακαρίτης Βυζαντινολόγος Στήβεν Ράνσιμαν διακήρυττε: “...Οι Έλληνες έχουν μια κληρονομιά, για την οποία μπορούν να αισθάνονται υπερήφανοι. Στους σκοτεινούς αιώνες της Ελληνικής Ιστορίας... η Εκκλησία ήταν εκείνη, η οποία, παρά τις πολλές δυσκολίες και ταπεινώσεις, μπόρεσε όχι μόνο να προσφέρει πνευματική ανακούφιση, αλλά και να συντηρήσει και διατηρήσει τις παραδόσεις του Ελληνισμού.  (Αναφέρεται στο περιοδικό: “Δράση μας, τ. 207/1983, σελ.9).
Διευρύνοντας, ωστόσο, το θέμα παρατηρούμε ότι, όσες φορές το Έθνος μας βρέθηκε υπό καταπιεστικές κατοχικές καταστάσεις, είχε πάντοτε συμπαραστάτη την Εκκλησία. Τον καθοριστικό αυτό ρόλο της, τον αναγνωρίζουμε όλοι, τουλάχιστον η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, όπου γης.

Όταν τον Οκτώβριο του 1931 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα συνάντηση κορυφής, ως και των αντιπροσωπειών Ελλάδας-Τουρκίας για να συζητήσουν την πρόοδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, που είχαν την πρόοδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, που είχαν καθοριστεί από τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 και του συμφώνου ειρήνης και φιλίας του 1930, ο Ισμέτ Ινονού, Πρωθυπουργός της Τουρκίας έστρεψε τη συζήτηση γύρω από το θέμα της Εκκλησίας, ώστε να μην ανακατεύεται, καθώς είπε στον Ελευθέριο Βενιζέλο, “σύμφωνα με τις παραδόσεις της, σε διοικητικά ζητήματα, διότι οι Τούρκοι αποκρούουν τέτοια ανάμιξη”. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρατήρησε τότε, ότι: “Πατριάρχης, είναι ο θρησκευτικός αρχηγός μας και επομένως παν ό,τι του θίγει υπό ως άνω ιδιότητά του το αισθανόμαστε όλοι”, απάντηση που ανάγκασε τον Ινονού να ομολογήσει ότι δεν ήθελε να “θίξει το γόητρον της  Εκκλησίας”. (Ιφιγένεια Αναστασιάδου. “Ο Βενιζέλος και το Ελληντουρκικό Σύμφωνο Φιλίας του 1930. Αθήνα Μάρτιος του 1982).

Εν τω μεταξύ, και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνός, σ’ ένα υπόμνημά του στις 19 Αυγούστου 1941 προς τον Κατοχικό Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης Στρατηγό Τσολάκογλου, διαγράφοντας το ρόλο της Εκκλησίας, υπογράμμισε: “...Χωρίς την εκκλησία, πιθανότατα, το Ελληνικόν Έθνος δεν θα ηδύνατο να συνεχίσει και εις εποχάς Ελευθερίας και ημέρας δουλείας, άνευ διακοπήν, τον δρόμον προς την μεγάλην ιστορικήν αποστολήν του”.

Επιγραμματικά, δε, και ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος υπογραμμίζει, μεταξύ των άλλων: (“Καθημερινή”, 3.7.2006), “...οι μικροί σε πληθυσμό λαοί προσπαθούν, κι αν δεν έχουν παράδοση να τη δημιουργήσουν τώρα. Παράδειγμα οι Εβραίοι και χωριστά οι βόρειοι γείτονές μας, που ιδιωποιούνται παν το ελληνορθόδοξο στοιχείο για να το προβάλλουν, ως δική τους παράδοση. Εμείς έχουμε ένα ανεκτίμητο θησαυρό, μία υπέροχη παράδοση και πάμε να κτυπήσουμε στην καρδιά τον κύριο εκφραστή της, την Ορθόδοξη Εκκλησία μας...”.

2) Το ομόγλωττον (ομόγλωσσον): “... τώρα είναι περισσότερο που πρέπει να προστατεύσουμε τη γλώσσα μας από κάθε υπονόμευση. Γι’ αυτό είναι αξιέπαινη η αντίδραση των μελών της Ακαδημίας Αθηνών στις προτάσεις περί... λατινοποιήσεως του αλφαβήτου μας...”.

3) Η θρησκευτική μας πίστη: Και ο Ηρόδοτος και πολλοί άλλοι πνευματικοί παράγοντες της Αρχαιότητας παραδέχονται ότι η θρησκευτική πίστη και παράδοση αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της Εθνικής μας ταυτότητας ενός λαού. Τούτο πολύ περισσότερο ισχύει στην περίπτωση της Ορθοδοξίας, ως συστατικό στοιχείο, του νέου Ελληνισμού. Όλα τα κείμενα των Αγωνιστών του 1821, από τη προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη - “Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδας, μέχρι το Μακρυγιάννη, που χαρακτηρίζει την Ορθοδοξία πολύτιμον για το γένος αγαθό, επιβεβαιώνουν αυτόν τον ακαταμάχητον δεσμό. Είναι, πλέον, ιστορικά αποδεδειγμένο ότι, όπου χανόταν η Ορθόδοξη πίστη εκεί χανόταν και η Ελληνική ταυτότητα, η συνείδηση του Ρωμιού. Κλασσικό παράδειγμα οι Τσάμηδες που χρησιμοποιούνται σήμερα από την Αλβανική προπαγάνδα εναντίον μας.
Στη Φιλική Εταιρία μυήθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης την 1η Δεκεμβρίου 1818 στον Ναό του Αγίου Γεωργίου Ζακύνθου, όπου μυήθηκαν και άλλοι Φιλικοί.

Πολύ, δε, ορθά ο καθηγητής της Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Μπαμπινιώτης παρατηρεί: “Όποιος μιλάει για Ορθοδοξία ερήμην του Ελληνισμού ματαιοπονεί. Όποιος, όμως, μιλάει για ελληνισμό ερήμην της Ορθοδοξίας κάνει κάτι χειρότερο: ασχημονεί (Εφημ. “Το Βήμα” 19.4.1998).

Και στο “Δωδεκανησιακό”, ως θέμα Εθνικό, ήταν παρούσα η Εκκλησία. Οι κατά τόπους Μητροπόλεις διεφύλαξαν με επιτυχία τα Ιερά και τα Όσια. Στα πλαίσια αυτά, όταν ο περιβόητος φασίστας Διοικητής Ντε Βέκκι το 1937 έκλεισε όλα τα Κατηχητικά που λειτουργούσαν κάθε Κυριακή και γιορτή μέσα στην Εκκλησία. Και όταν διοργανώθηκαν τα συλλαλητήρια τον Απρίλιο του 1919, ο Ιταλός Διοικητής ειδοποίησε γραπτώς τον Μητροπολίτη Ρόδου Απόστολο Τρύφωνος για τις συνέπειες που θα έχει προσωπικά αυτός. Στα γραφόμενα αυτά ο Μητροπολίτης απάντησε κατάλληλα, τονίζοντας:

“... Όσον αφορά το ευτελές άτομόν μου, σας βεβαιώ ότι γαλήνιος και ατάραχος αναμένω τόσον ένδοξον, εν μαρτύριον, το οποίον η Υμετέρα Εξοχότης απέκρουσε μετά τόσον αποτροπιασμόν. Το μαρτύριον ενός Πατριάρχου, του οποίου κατά σύμπτωσιν σήμερον είναι η επέτειος, την Απελευθέρωσιν της Ελλάδας. “Μεγάλη τιμή, εάν το ιδικό μου καθηγιάσει την Απελευθέρωσιν της Δωδεκανήσου”.

Ο Εκπαιδευτικός Ιωάννης Γ. Στεφανίδης, στο βιβλίο του, “Ρόδος η Νύμφη του Ηλίου”, σχολιάζοντας την προαναφερθείσα επιστολή του Μητροπολίτη Ρόδου, σημειώνει: “Τοιαύτη υπήρξε και τοιαύτη ώφειλε να είναι η στάσις του Ορθόδοξου Κλήρου, όστις δεν εσταύρωσε τας χείρας τους επικαλούμενος μόνον την Θείαν συναντίληψιν, αλλ’ έγινε, ευκαιρίας δοθείσης, Διάκος και Παπαφλέσσας”..

4) Το ομοιότροπον, δηλαδή, τα ήθη και έθιμα, οι παραδόσεις. Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, μας άφησε υπό τύπον διδασκαλίας την παρακαταθήκη: “Στήκετε και τηρείτε τας παραδόσεις”.
Και καθώς αναφέρει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Κωνσταντίνος Ι. Χολέβας στο έργο του: “Η Εθνική μας ταυτότητα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης”, “...οι κατά τόπους και επί μέρους παραδόσεις είναι τα ποταμάκια που χύνουν το καθαρό νερό τους στο μεγάλο ποτάμι της ελληνικής παραδόσεως”.
Και είναι, πράγματι γεγονός που να θαυμάζει κανείς στον Απόδημο Ελληνισμό,  όπου γης, πόσο κρατούν τον Έλληνα κοντά στις ρίζες του αυτές οι παραδόσεις.

Βέβαια, δεν θα αρνηθούμε ό,τι καλό μπορούμε να πάρουμε από άλλους λαούς, όμως δεν θα μας τραβήξει στην πλειονότητα η παγίδα της ξενομανίας. Και καθώς αναφέρεται σε επιστημονικούς κύκλους: “... Χωρίς την Ορθοδοξία η Ελλάδα δεν θα υπήρχε σήμερα, παρά μόνον στη σκόνη των βιβλιοθηκών και στις αναμνήσεις κάποιων σοφών...”.

Ο Δωδεκανησιακός λαός, για παράδειγμα, άντεξε στα 638 χρόνια δουλείας, 216 υπό τους Φράγκους, 389 υπό τους Τούρκους και 33 υπό τους Ιταλούς. Και όμως, επέζησε και ελευθερώθηκε με την προστασία της Ορθοδοξίας.
Έτσι, σήμερα περισσότερο από άλλοτε η Χώρα μας δεν έχει την πολυτέλεια ούτε τις αντοχές, ώστε να διχασθούν οι πατροπαράδοτες και βαθειά ριζομένες στη συνείδηση του λαού δυνάμεις της, αφού επί αιώνες πάνω σε αυτές στήριξε την πρόοδο και την ανεξαρτησία της.

Έτσι, πέραν της συναισθηματικής πλευράς και λόγοι Εθνικοί επιβάλλουν τον μη διαχωρισμό.
Ας εντοπίσουμε, σε γενικές γραμμές, ορισμένους από αυτούς τους λόγους: Στην Ελλάδα είναι κατοχυρωμένη συνταγματικά η ανεξηρθησκεία. Ωστόσο, σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα επικρατούσα θρησκεία είναι η Ορθοδοξία.

Η Εκκλησία της Ελλάδας είναι Ν.Π.Δ.Δ. (Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου) και σε ενδεχόμενο διαχωρισμού θα μετατραπεί σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, οπότε ο ορθόδοξος κλήρος που αριθμεί σε όλη την Επικράτεια που είναι 9.000 περίπου, θα παύσει να μισθοδοτείται από το Ελληνικό Δημόσιο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29 και 32 του Ν. 590/77 (Καταστατικός χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδας). Τούτο σε αντίθεση με τους Μουσουλμάνους Ιερωμένους, οι οποίοι διορίζονται και είναι δημόσιοι υπάλληλοι (Νόμος 1920/1991). Οι Μητροπολίτες δεν θα έχουν καμία διοικητική εξουσία, ενώ οι Μουφτήδες, θα παραμείνουν ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί (με βαθμό Γενικού Διευθυντή). Ανάλογο νομικό καθεστώς, ισχύει και με την Ισραηλινή θρησκευτική Κοινότητα που είναι και αυτή Ν.Π.Δ.Δ.

Τυχόν προσπάθεια να μετατραπούν σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου θα αντιδράσει η τουρκική κυβέρνηση σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, θα υπάρξουν, δε, συνέπειες και για το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, σύμφωνα με τους Μεταξικούς Νόμους 1363/1938, του Α.Ν. 1672/1939 και το Β.Δ. 205/26/1939 που είναι Ν.Π.Δ.Δ. (Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου).
....................
Όσοι, λοιπόν, κόπτονται για τον χωρισμό έχουν εξετάσει όλες αυτές τις παραμέτρους και όλα τα πιθανά δυσμενή ενδεχόμενα για το Ελληνικό Κράτος και την Ελληνική Ορθοδοξία της διασποράς; Διερωτήθηκε με άρθρο του που δημοσιεύθηκε στην “Καθημερινή” της 19ης Αυγούστου 2005, ο Ομότιμος Καθηγής ΕΜΠ Ιωάννης Θ. Χαΐνης.