Ειρήνη Ευθυμίου: “Αυτό είναι το Γεννάδι μας, το Γεννάδι της καρδιάς μας”

Το βιβλίο του Κώστα Σκανδαλίδη «Το Γεννάδι της Ρόδου», είναι μια μελέτη, καταγραφή, που αφορά το χωριό μας και χρειάστηκε 9 χρόνια δουλειάς κι έρευνας, για να φτάσει μέχρι το τυπογραφείο.

Είναι γεμάτο με αναμνήσεις των γεροντότερων, ακούσματα των μεσήλικων, και είναι πηγή πληροφορίας και γνώσης για τους νεώτερους. Να διαβάσουν, να μάθουν, να καμαρώσουν και να πουν. «Αυτό είναι το Γεννάδι μας».

Διαβάζοντας για την κεραμουργία, άρχισαν εικόνες κι αναμνήσεις να ξετυλίγονται στο μυαλό μου. Όταν ερχόμουν κοριτσάκι στο χωριό, πολλοί δούλευαν στο εργοστάσιο. Κι αργότερα, στην εφηβεία, οι νεαροί που κάναμε παρέα, που μας γλυκοκοίταζαν και τους γλυκοκοιτάζαμε, που χορεύαμε μαζί τους στα πανηγύρια κι αυτοί στο εργοστάσιο παραγωγής τούβλων δούλευαν.

Και θυμήθηκα τις συμμαθήτριες μου που ρωτούσαν χαριτολογώντας, όταν τους έλεγα ότι το χωριό μου ήταν το Γεννάδι. «Τι παράγει το Γεννάδι: -Τούβλα απαντούσαν χαμογελώντας». Δεν ήξερα όμως να τους πω, ότι κατά πάσα πιθανότητα, ο τρούλος της Αγιά-Σοφιάς χτίστηκε με ελαφριά, ροδίτικα, Γενναδενά τούβλα.

Το εργοστάσιο κεραμουργίας στο Γεννάδι, ιδρύθηκε από τους Ιταλούς, παρά τις διαμαρτυρίες των κατοίκων και της εκκλησίας, λόγω των απαλλοτριώσεων κι εγκαινιάστηκε το 1929. Σταμάτησε να λειτουργεί στα χρόνια του Β' Παγκοσμίου πολέμου και ξαναλειτούργησε το 1950 ανήκοντας στο ελληνικό Δημόσιο. Το 1972 το ανέλαβαν οι αδελφοί Υψηλάντη μέχρι το 1996 που σταμάτησε να λειτουργεί. Έδωσε δουλειά σε πολλούς ανθρώπους, παρά τις δυσκολίες κάποιες φορές της είσπραξης των δεδουλευμένων, κυρίως την περίοδο που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Στην υψικάμινό του, κάηκαν οι φάκελοι κοινωνικών φρονημάτων της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής το 1989.

Αλλά το Γεννάδι μας είχε και άξιους δασκάλους, παιδιά δικά του, που δίδαξαν στο σχολείο του χωριού, αφού από το 1915 λειτουργούσε τριτάξιο δημοτικό. Ανθρώπους με σθένος, που αρνήθηκαν να διδάξουν την ιταλική γλώσσα και παύτηκαν γι αυτό από τα καθήκοντά τους. Ανθρώπους, που εκτός από το χωριό μας δίδαξαν μεταπολεμικά σε διάφορα σχολεία της Ρόδου και αναγκάστηκαν να κάνουν διάφορες δουλειές, όταν το ιταλικό καθεστώς τους απαγόρευσε να υπηρετήσουν ως δάσκαλοι.

Ο Κώστας Σκανδαλίδης στο βιβλίο του «Το Γεννάδι της Ρόδου», αναφέρεται σε πολλούς Γενναδενούς, επιστήμονες, λόγιους, ιερείς, αγωνιστές, από τον 19° αιώνα μέχρι σήμερα, που άλλους γνωρίσαμε και άλλους όχι, μεταφέροντας μας γεγονότα από τη ζωή τους, που κατέγραφε από αφηγήσεις συγγενών. Έτσι, μας ταξιδεύει στα χρόνια εκείνα, στις δοκιμασίες και στους αγώνες τους, κάνοντας μας περήφανους γι αυτούς τους άξιους Γενναδενούς, που ο καθένας τους έβαλε το λιθαράκι του, για να παραμείνουν Έλληνες στη λαλιά και Χριστιανοί στην πίστη. Που με σθένος συμμετείχαν σε κάθε αγώνα που θα τους έφερνε πιο κοντά στη μάνα Ελλάδα, όπως το συλλαλητήριο του 1913, με το οποίο ζητούσαν την ένωση.

Ο ξεσηκωμός όμως αυτός δεν αναφέρεται πουθενά. Ίσως γιατί αυτοί που τον δημιούργησαν δεν τον ανέφεραν ποτέ, θεωρώντας τον μικρό και ασήμαντο, κρίνοντας τον από το μέτρο της επιτυχίας του, όπως γράφει ο Παντελής Ευθυμίου στο μοναδικό πεζό του έργο, «μια μέρα από το 1913», στηριγμένο σε σημειώσεις του πατέρα του γιατρού Εμμανουήλ Ευθυμίου. Απόσπασμα από το παραπάνω πεζό διαβάζουμε στο βιβλίο του Κώστα Σκανδαλίδη.

Και συνεχίστηκε βέβαια η κατοχή του Γενναδιού, της Ρόδου, των Δωδεκανήσων, από τους Ιταλούς που θέλησαν κάποια στιγμή να επιβάλλουν τη δική τους γλώσσα. Αφηγείται ο Γιώργος Κασσίμη, σελ.394.
Salute mamma!
(αφηγείται ο Γιώργος Κασσίμης του Χριστόδουλου – 25.9.2015)
Το '43-'44 πρέπει να ’τανε, πήγα μια χρονιά στο ιταλικό σχολείο. Συνηθίζαμε, ότα φεύγαμε από το σπίτι να λέμε -χαίρετε. Όταν επιστρέφαμε πάλι, ξανά -χαίρετε. Στο σχολείο όμως η Ιταλίδα δασκάλα μάς έλεγε: 
-Τώρα που θα πάτε στα σπίτια σας, δε θα λέτε χαίρετε μάνα. Θα λέτε salute mamma! Προσέχετε, γιατί θα ’ρθει έναμ πουλάκι να μου το πει, αν δεν το πείτε όπως σας λέω! 
Ε, παιδάκι εγώ, πού ήξερα, όπως και τ’ άλλα τα παιδιά βέβαια. Πήγα στο σπίτι και μόλις μπαίνω μέσα, σχεδόν από τημ πόρτα, φωνάζω: 
-Salute mamma!   
-Τι έκανε λέει;  Mου λέει η κυρά Μαρία, η μάνα μου! Salute mamma; Τημ παντόφλα γρήγορα!  
Η μοναδική μου αντίδραση στις φωνές της μάνας μου ήταν να κλείσω τημ πόρτα κι εκείνη απορημένη να συνεχίσει αφτή τη φορά με το καλό: 
-Για έλα ’δω Γιωργάκι. Αφού λέω πως θα σε δείρω με τημ παντόφλα γιατί δεμ πήρες δρόμο, αλλά έκλεισες και τημ πόρτα;  
Και η δική μου παιδική αφέλεια: 
-Μαμά, μη φωνάζεις! Θα το ακούσει το πουλάκι και θα το πει της δασκάλας! 
-Έλα ’δω βρε παιδάκι μου, ήρθε αμέσως η φωνή της μάνας. 
Με καθίζει κάτω στο σκαμνί και άρχισε να μου εξηγεί ποια είναι η δική μας γλώσσα εδώ στη Ρόδο και πως δεν έχει καμιά σχέση ούτε με το salute ούτε με το mamma ούτε με το ciao!  Έτσι κρατήσαμεν τη γλώσσα μας, Κώστα!  

Στο βιβλίο διαβάζουμε πολλές ιστορίες της εποχής εκείνης αλλά και της εποχής της κυριαρχίας των Γερμανών. Ιστορίες, άλλες χιουμοριστικές, άλλες πικρές, άλλες γλυκόπικρες, που έζησαν οι συγχωριανοί μας και κατέγραψε ο Κώστας Σκανδαλίδης. Αφηγείται ο Δημητρός Ευθυμίου, σελ.378.
Δημητρός 
Η αλήθεια είναι ότι οι Ιταλοί ετρέμαν τους Γερμανούς. ’α σου πω εγώ έναμ περιστατικό δικό μου. Εγώ εδούλευα σ’ ένα μαραγκούδικο, του Μιχαήλου 284 για να μάθω την τέχνη, δεκατριώ χρονώμ παιδάκι. Θα ’τον εκεί στο ΄44. Είχε μέσα ένα Γερμανό, ο οποίος έκανε δικές του δουλειές.  Λοιπό, τότε τα ψυγεία μας ήταν τα ξύλενα φανάρια. Εγώ είχα αποκτήσει…ειδικότητα, σπεσιαλίστας! Τα φανάρια θέλα μαλακό ξύλο, ειδικό. Τότε εμείς κόβαμεν τα πεύκα. Πηγαίναμεν εδώ από πάνω κόβαμεν τα πεύκα, ο Μιχαήλος  από πάνω, εγώ από κάτω, με το πισκί, 285 ας πούμε,  και τα φέρναμε στο μαραγκούδικο για τα φανάρια. Μια μέρα ζήτησα από το Γερμανό που έφερνε μαλακά ξύλα ειδικά για τα φανάρια να μου δώσει και μένα να κάμω τη δουλειά μου και αρνήθηκε. Οπότε γυρίζω ο βλάκας και του λέω:  -Εσύ γιατί παίρνεις ’πο τα δικά μας τα ξύλα.  ΄ε θα το πιστέψεις. Έβγαλεν το πιστόλι και το γύρισε κατά πάνω μου. Φόβος και τρόμος. Χέστηκα πάνω μου. Από τότε, εγώ τουλάχιστο, είχα τρομοκρατηθεί τόσο πολύ, που άκουγα ή έβλεπα Γερμανό κι έτρεμα.  

Στην αφήγηση του Στέλιου Γιαμαλή εκτός από γεγονότα της ιταλικής κατοχής, παίρνουμε μια μικρή γεύση από την οδύσσεια του ως μετανάστη στην Αμερική αφού το 1948 εγκαταστάθηκε εκεί, όπου αναγκάστηκε να υπηρετήσει και στον Αμερικανικό στρατό. Επίσης διαβάζουμε για τους εορτασμούς της Ενσωμάτωσης στην αφήγηση της Κούλας Σιαλά, σελ. 401.

Η ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου (1948)  στη Νότια Ρόδο
(αφηγείται η Στεργούλα (Κούλα) Σιαλά του Αχιλλέα  το γένος Βασιλείου Χατζηδημητρίου – 9.1.2011)
 Ήμου μαθήτρια πιο. Εντύσα μας πιο κι εβάλα μας τα ναυτικά, εκάαμεν άσπρες φούστες με το γαλανόν το γιακxά, ’τσα που ’ναιν οι ναυτικοί, δώδεκα ήμαστο και κάμα μας τα Δωδεκάνησα. Εβάλα μας ’πο μιαγ κορδέλλdα ’ποδώ, να! Εγώ πιο ήμουν η Ρόδος. Εμένα κάμα με τη Ρόδο.  ’Εν νάρτει ο βασιλ-λdιάς, ’εν νάρτει ο βασιλ-λdιάς ο Παύλος, να πάμε…Μαεύτηκεν το χωριό, ήρταν τ’ άλλdα χωριά, επήαμε λοιπό. Καμιά φορά πιον επέρασεν ο βασιλ-λdιάς ο Παύλος με το ταξίν το ωραίο, μπροστά μισικλέττες, 304 ’πο πίσω μισικλέττες, αυτοκίνητα.  Ε, θυμούμαι πιο που μας επήρεγ κοντά το Κωστάκι 305 ο δάσκαλος κι έπλωνεν το χέριν του και φιλούσαμε ’μεις το χέριν του και ’φτος εφίλα μας ’δωνά. Και τες δώδεκα μαθήτριες που ’μεστο τα νησιά. Και φίλησέ μας ’δωνά. Θυμούμαι το πιο.  Εφύαμ πιο ο βασιλ-λdιάς, εδιάλυσεν ο κόσμος, τα χωριά ούλα ’πο πάνω ήρτασι, γεμάτος ο δρόμος, ’α δουν το βασιλ-λdιά. Ήρταμεμ πιο πάνω. Λέει πιον ο πατέρας μου ο συχωρεμένος, λε: 
-’Ε σας εδώκα κόρη μου τίποτα, καμμιάγ καραμέλ-λdα; 
Λέω:  
-’Ε μας εδώκα παπά, εκουραστήκαμε να χορεύγκουμε σούστα.  
-Να ’χουν ανάθεμα να ’χου, μια καραμέλ-λdα ’εν εβρέθηκε να σας κεράσουσι;  
Εγώ εκείνην την εποχή πρέπει να ’μου 12-13 χρονώ. Το 1948. Θυμούμαι τον το βασιλ-λdιά και’ κείνον τογ κόσμο. Φαρακλός ήτανε, ένας ομορφάθρωπος κι η Φρειδερίκη μαζί, ο γιος και δυο κόρες. Το αυτοκίνητο είχαν το έτσι με μια κουκxούλ-λdα. Όταν εσταμάτηξεμ πιο που πήεν ο κόσμος στη διακλάδωσή μας, εκεί ήρτε, εκεί εκάετον ο κόσμος ούλος, έρκετομ ’πο πάνω για τη Ρόδο.  Θυμούμαι το αυτοκίνητο ήτον έτσι ένα μεγάλο κι είχε κουκxούλ-λdα ’πο πάνω τέντενη κι όταν εσταμάτηξεμ πιο που ’τον ο κόσμος, ήβγκεν εκείνος πιο ο φύλακας που ήτογ κοντά, εξετυλίξαν τη κουκχούλ-λdα και κάμαν τημ πίσω κι εφανήκαν πιο τα κεφάλ-λdια τους κι εβλέπαμέν τους. Εφιλούσαμεν το χέριν του κι εφίλα μας ’δωνά.
  

Μέσα στο βιβλίο «το Γεννάδι της Ρόδου» διαβάζουμε την ιστορία των εκκλησιών και των μοναστηριών του χωριού, όπως και τον τρόπο που χτίστηκαν κάποια απ αυτά. Μαθαίνουμε για την Πάνω Βρύση και το σπήλαιο μέσα από το οποίο τροφοδοτείται με νερό. «Κι είναι εκείνη η Πάνω Βρύση με το γάργαρο νερό της που βγαίνει από τα έγκατα της γης χιλιάδες χρόνια τώρα, ανάμεσα στον Άι Γιάννη το Θεολόγο και τα Κηπιά με τα καταπράσινα περιβόλια» γράφει ο συγγραφέας.

Η αφήγηση της Στεργούλας Σιαλά για το Γενναδενό σπίτι είναι πολύ παραστατική. Αρχίζει με τον τρόπο που το έχτιζαν και συνεχίζει με τη διαμόρφωση, τα έπιπλα, τα στολίδια και τα κεντίδια του Μέχρι για τον αγκουμά με τις πούλ-λdες μας ενημερώνει η Κούλα. Κάθε σπίτι όμως, κάθε οικογένεια έπρεπε να ψήσει και το βδομαδιάτικο ψωμί της. Δεν είχαν όλα τα σπίτια φούρνο αλλά πολλές οικογένειες έψηναν με τη σειρά στον ίδιο φούρνο. Ο Σπύρος Πιζήμολας αφηγείται: 
Ως έμπαινες από την εξώπορτα στα αριστερά της μεγάλης αυλής ήταν ο φούρνος και είχε, θυμάμαι από μπροστά και πάνω από τον φούρνο δυο τρεις λαμαρίνες από τσίγκο για τις βροχερές μέρες του χειμώνα. Από εκείνα τα χρόνια εγώ ήξερα τι θα πει μπάρμπεκιου. Θυμάμαι τότε που έλεγα μέσα μου, όταν μεγαλώσω και αξιωθώ, θα φτιάξω για να έχω κι εγώ τον δικό μου ξυλόφουρνο. Και το κατάφερα.

Στο βιβλίο βρίσκουμε καταγραμμένα τα τοπωνύμια, τα οικογενειακά, τα βαφτιστικά ονόματα και τα παρατσούκλια του Γεννάδιού. Διαβάζουμε για τα τραγούδια και τους κανακιστές, τις ιστορίες, τα παραμύθια και τους θρύλους του χωριού μας. Αφηγείται ο Σταύρος Ακκούρης, σελ.532.

Η προσευχή για τα συρμούμενα της γης 
(αφηγείται ο Σταύρος Ακκούρης του Γεωργίου – 25.8.2015)
 Όταν ήμασταν εγώ κι ο αδερφός μου ο Βασίλης σε μια ηλικία 11 και 12 χρόνω, πηγαίναμε και κοιμόμαστα στο σπίτι της γιαγιάς μας της Χρουσαφίνας. Η γιαγιά μας, λοιπό, μας έμαθε, πριγ κοιμηθούμε, να κάνουμε μια προσευχή. Γονατίζαμε μπροστά στο μαξιλάρι, το σταυρώναμε με το χέρι και λέγαμε:
                                                  
Άι Γιώργη  δίσαντρε και τρίσαντρε 
και τρεις αγγέλοι του Χριστού 
δένε και χαλίνωνε  
τα συρμούμενα της γης,  
τον  έφκιογ και την όχεντρα  
σκόρπιογ και σκολόπεντρα 
τα μικρά καυκαλουάκια 
που ’ναιμ 'πο κάτω 'πο τα πλακάκια 
τη σαντρού και τη μαντρού  
και τηγ καππαροκέφαλη  
ώσπου να ’βγει ο ήλιος πέντε πενταρόξυλα 
και δώδεκα καλάμια. 
Όταν εκάναμεν αφτήν τημ προσευχή είχε σαν αποτέλεσμα, όπως μας έλεεν η γιαγιά μου, ο,τιδήποτε συρμούμενον της γης να μηγ κυκλοφορεί την ώραμ που κοιμόμαστο. Κι έτσι θα ξυπνούσαμε τομ πρωί χωρίς να έχουμε κανέναμ πρόβλημα. 

Πιστεύω ότι το βιβλίο αυτό του Κώστα Σκανδαλίδη πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι του καθενός από μας που αντλούμε την καταγωγή μας από το όμορφο Γεννάδι. Όπως επίσης και του καθενός που αγαπά ή ζει στο Γεννάδι.

Διαβάζοντάς το, μαθαίνουμε καινούργια πράγματα για το όμορφο παραθαλάσσιο χωριό μας και βλέποντας τις φωτογραφίες που το κοσμούν, είναι σαν να κάνουμε βουτιά στη δροσιά των νιάτων μας. Κι αφού ευχαριστήσω όσους σου έδειξαν και σου είπαν Κώστα, θα κλείσω αλλάζοντας λίγο τα λόγια του Σταύρου Ακκούρη.

«Ευχαριστούμε Κώστα Σκανδαλίδη που έψαξες, ρώτησες, έμαθες κι έγραψες, για να μάθουμε κι εμείς για τον τόπο μας». Για το Γεννάδι της καρδιάς μας.

Ειρήνη Ευθυμίου σύζ. Νίκου Τουντασάκη