Λεξιστορείν: Τα ψώνια!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 360 ΦΟΡΕΣ
Η λέξη ψώνια δηλώνει τις αγορές που κάνει κάποιος για να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες.
Μεταφορικά ως ψώνιο χαρακτηρίζεται ο εγωιστής άνθρωπος ή αυτός που παθιάζεται κι έχει αδυναμία σε κάτι (π.χ αυτός είναι ψωνισμένος με το ποδόσφαιρο).
Η λέξη είναι σύνθετη με α’ συνθετικό τη λέξη όψον (το προσφάγι των αρχαίων, αυτό που συνόδευε το ψωμί) και το ρήμα ωνούμαι= αγοράζω, είχε ως πρώτη μορφή τον τύπο οψώνια και με αποβολή του αρχικού φωνήεντος εξελίχθηκε σε ψώνια.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News