Ηλίας Τσέρκης: Ανεφάρμοστος ο θεσμός του οικογενειακού γιατρού

Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ανησυχούν οι κάτοικοι της Ρόδου αλλά και των υπόλοιπων νησιών που δεν έχουν εγγραφεί στο σύστημα και δεν έχουν δηλώσει οικογενειακό γιατρό, καθώς θα συνεχίσουν και τη νέα χρονιά να εξυπηρετούνται από τους γιατρούς τους, κανονικά χωρίς κανένα πρόβλημα.

Αυτό τονίζει ο νέος πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ρόδου (Ι.Σ.Ρ.) Ηλίας Τσέρκης, ο οποίος επισημαίνει ότι ο θεσμός όπως αποδείχτηκε στην πράξη είναι ανεφάρμοστος, λόγω του μικρού αριθμού γιατρών που εξέφρασε ενδιαφέρον να συμβληθεί και λόγω των ιδιαιτεροτήτων που διέπουν τη νησιωτική μας περιοχή αλλά και των προβλημάτων στη λειτουργία του θεσμού.

Γι’ αυτό δεν θα πρέπει να πανικοβάλονται και να ανησυχούν για το μέλλον αφού θα μπορούν να συνεχίσουν τη συνεργασία τους με τους γιατρούς οι οποίοι μέχρι σήμερα τους παρακολουθούσαν.   
«O οικογενειακός γιατρός την τελευταία διετία ήταν στόχος της κυβέρνησης που έπρεπε να θέσει σε λειτουργία. Ως γνωστόν οι οικογενειακοί γιατροί είναι γιατροί τριών ειδικοτήτων: παιδίατροι για πληθυσμό έως 16 ετών, οι παθολόγοι και οι γενικοί γιατροί για τον πληθυσμό άνω των 16 ετών.
Δυστυχώς ο θεσμός αυτός φαίνεται ανεφάρμοστος.

Μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου ο πληθυσμός που έχει εγγραφεί σε οικογενειακούς γιατρούς είναι 1.100.000 που σημαίνει ότι είναι το 1/10 του πληθυσμού.

Οι οικογενειακοί γιατροί από τον ιδιωτικό τομέα είναι μόλις 900 που είναι συμβεβλημένοι με τον ΕΟΠΥΥ και ο στόχος ήταν για 3.100 πανελλαδικά» δήλωσε ο κ. Τσέρκης και πρόσθεσε: «Αν μπει κανείς στο σύστημα του οικογενειακού γιατρού στη Ρόδο, θα δει γιατρούς από την Κάλυμνο και από την Κάρπαθο και όσοι συνάδελφοι υπηρετούν στα περιφερειακά ιατρεία στα κέντρα υγείας και μία ιδιώτη γιατρός στην Παστίδα. Αυτό είναι το δίκτυο των οικογενειακών γιατρών όταν έπρεπε να υπάρχουν τουλάχιστον 16 συμβεβλημένοι γιατροί. Ο λόγος που δεν το κάνουν είναι επειδή οι όροι και οι προϋποθέσεις είναι δυσβάσταχτα». 

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ι.Σ.Ρ., τα βιβλιογραφικά δεδομένα και η εφαρμογή του συστήματος σε άλλες χώρες μιλάνε για μέγιστο αριθμό ατόμων που δηλώνουν τον γιατρό 1600 άτομα. Εδώ αποφάσισαν 2.250 άτομα. Σε διάστημα 15 λεπτών ανά ασθενή και 4ωρο ανά ημέρα που σημαίνει ότι ο συμβεβλημένος οικογενειακός γιατρός του ιδιωτικού ιατρείου μπορεί να δει έως 360 άτομα το μήνα οπότε διαπιστώνει κανείς ότι για να καλύψει όλο το φάσμα των 2.250 ατόμων έστω να βρεθούν μία φορά για να γνωριστούν πρέπει να περάσει τουλάχιστον ένα διάστημα έξι μηνών.

Εξηγώντας γιατί οι γιατροί εμφανίζονται απρόθυμοι να συμβληθούν με το σύστημα και να υλοποιήσουν το θεσμό  αναφέρει τα εξής: «Το επιπρόσθετο είναι ότι ουσιαστικά επιτάσσει τα ιατρεία μας γιατί μας λέει και… πότε θα πάρουμε άδεια. Μας λέει και πώς θα συμπεριφερθούμε.

Όλο αυτό μας απομακρύνει από την ιατρική και μας κάνει ουσιαστικά δημοσίους υπαλλήλους στα ιδιωτικά μας ιατρεία και μας βάζει να κάνουμε περισσότερη διοικητική εργασία από ό,τι ιατρική.
Δυστυχώς το βάρος πέφτει στους γιατρούς των περιφερειακών ιατρείων και των δημόσιων δομών.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι και τα συνδικαλιστικά όργανα αυτών των συναδέλφων έχουν προσφύγει στη δικαιοσύνη. Γιατί λένε ότι ενώ έκαναν σύμβαση για να είναι γιατροί συγκεκριμένων ειδικοτήτων και τώρα αυθαίρετα τους αναγκάζουν να εκτελούν χρέη οικογενειακού γιατρού, οπότε ακόμα και αυτοί που εμφανίζονται στη λίστα δε συμφωνούν με τη διαδικασία».

Ο κ. Τσέρκης επισημαίνει ότι οι πολίτες δεν πρέπει να ανησυχούν για το τι θα ισχύσει από τη νέα χρονιά, λέγοντας τα εξής: «Θέλω να ενημερώσω τους πολίτες ότι όπως εξυπηρετούνταν μέχρι στιγμής από τους γιατρούς έτσι θα εξακολουθούν να εξυπηρετούνται. Γιατί το κυρίαρχο κριτήριο είναι ο ασθενής ποιο γιατρό εμπιστεύεται και όχι να επιλέγουμε από λίστα συμβεβλημένων. 
Το πιο ευαίσθητο κομμάτι της ιατρικής είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη γιατρού - ασθενή. Όταν διαρραγεί αυτή η σχέση τα πάντα τίθενται σε αμφισβήτηση και το αποτέλεσμα είναι αμφίβολο.

Δεν υπάρχει καμία απολύτως κύρωση για τη μη εγγραφή τους στον οικογενειακό γιατρό.  Έχει προκληθεί ένας πανικός και μία αναστάτωση στον κόσμο. Εμείς λέμε ότι τα νούμερα του ιατρικού προσωπικού δεν επαρκούν, οπότε και το ενδιαφέρον είναι χαμηλό και ο κόσμος δεν πρέπει να ανησυχεί».