Πολύ αργά για αυτοκριτική  και απολογισμούς

Προκαλούνται οι πολίτες από την συνεχή ασφυκτική οικονομική πολιτική και ενίοτε στρέφονται προς εκείνη την μεριά που τους εξασφαλίζει «σίγουρη» ανατροπή της λιτότητας, είτε πρόκειται για την ακροδεξιά είτε την σταλινική αριστερά είτε την  ακροαριστερά και τις παραφυάδες της.

Το γεγονός και μόνο ότι σήμερα στην Ελλάδα η Χρυσή Αυγή εξακολουθεί, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, να διατηρεί τις δυνάμεις της παρά την δικαστική της δίωξη, σε συνδυασμό με την επικείμενη σύγκρουση των ΑΝΕΛ με τον ΣΥΡΙΖΑ ειδικά για το Μακεδονικό, συν το ότι η ΝΔ εξακολουθεί να ερωτοτροπεί με ακροδεξιές πρακτικές, όλα αυτά οδηγούν την κατάσταση στα άκρα, με την μόνη διαφορά ότι εδώ δεν υπάρχουν κίτρινα γιλέκα για να αποκλείσουν τους δρόμους αλλά απίστευτη ανοχή στην λιτότητα αυτή.

Θέλω να πω με αυτό ότι κανένα οργανωμένο κίνημα δεν έχει κάνει την εμφάνισή του στην χώρα – ούτε καν τα συνδικάτα δεν διαμαρτύρονται – ούτε οι αυθόρμητες κινήσεις πολιτών έχουν κάποιο αντίκρισμα. Αυτό θα πρέπει να απασχολήσει σοβαρά τον ιστορικό του μέλλοντος, ο οποίος θα δυσκολευθεί να εξηγήσει την αδράνεια αυτή που παίρνει την μορφή χιονοστιβάδας. Ελέγχει άραγε η κυβέρνηση τα συνδικάτα; Πολύ πιθανόν. Ξεπουλήθηκε η αριστερά στο σύνολό της; Το μόνο σίγουρο.

Οι μελλοντικοί παλικαρισμοί κατά μιας κυβέρνησης της ΝΔ θα επιβεβαιώσουν του λόγου το αληθές, το ότι δηλ. η αριστερά ξέρει να αντιδρά  μόνο όταν κυβερνά η δεξιά. Για ΠΑΣΟΚ ή Κίνημα Αλλαγής ούτε λόγος καθώς η σοσιαλοδημοκρατία προσπαθεί με διάφορες αλχημείες να ανασυγκροτηθεί από τις στάχτες της, χωρίς όμως κρυφούς άσσους στο μανίκι. Και επειδή στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ, έχει μετακομίσει μεγάλο κομμάτι του ΠΑΣΟΚ, η μόνη ελπίδα για την Φώφη Γεννηματά είναι να το πάρει πίσω με κάθε τρόπο και μέσο. Εξού βέβαια και η νεόκοπη  αντιδεξιά ρητορική για να ξεχαστεί η προηγούμενη ερωτοτροπία με την ΝΔ.

Με αυτά τα δεδομένα προχωρούμε σταθερά προς τις εκλογές που αναμένεται να δείξουν και πάλι το πολιτικό έλλειμμα της χώρας. Οι εκλογές, δημοτικές ή κοινοβουλευτικές, θα επιφέρουν ένα ακόμη χτύπημα με τα χαμηλά ποσοστά εμπιστοσύνης στα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας, απλά το ποσοστό τους θα είναι και πάλι αρκετό για να κυβερνήσουν, παρά την αναμενόμενη μεγάλη αποχή. Έχουν φτιάξει έτσι τα πράγματα ώστε να εκλέγεται πάντοτε κάποιο κόμμα με την μειοψηφία των ψηφοφόρων.

Ανεξάρτητα όμως με το τι θα δείξουν οι εκλογές, στην κοινωνία η δυσαρέσκεια είναι μεγάλη και διέξοδος βρίσκεται μόνο στις χλιαρές πάντα αντιδράσεις μετά από σοβαρά συμβάντα. Αντιδράσεις που δεν αλλάζουν στο παραμικρό την πολιτική της κυβέρνησης. Τα αντανακλαστικά της, από την άλλη, παραμένουν ως έχουν και ως είθισται να έχουν πάντα οι ελληνικές κυβερνήσεις.

Η διαφορά έγκειται μόνο στο ότι χρειάζονται πάντα να υπάρχουν θύματα για να γίνει η όποια προληπτική επέμβαση. Αυτό δηλ. που έγινε μετά την φονική πυρκαγιά στο Μάτι ή τις πλημμύρες στην Μάντρα, κάτι που οδήγησε τους υπευθύνους να κλείσουν προληπτικά προχθές την εθνική οδό λόγω της σφοδρής επέλασης του χιονιά.  

Χαρές και πανηγύρια για το ότι δεν είχαμε θύματα. Προηγήθηκαν όμως θύματα και καταστροφές που και πάλι δεν έβγαλαν τον κόσμο στο δρόμο. Προκαλούνται λοιπόν ασταμάτητα οι πολίτες, πότε από την λιτότητα και πότε από την ακρίβεια, και πάραυτα δεν σημειώνεται κάτι που θα αλλάξει την κατάσταση.

Το μόνο που ουσιαστικά γίνεται, είναι ότι πριμοδοτείται συνεχώς η ακροδεξιά που φιγουράρει στην τρίτη θέση.

Έτσι όμως εδραιώνεται ο ρατσισμός και  ο εθνικισμός στην ελληνική κοινωνία.

Ας κοιταχθεί λοιπόν η αριστερά κατά πρόσωπο, προκειμένου να ανακαλύψει – που δεν θα το κάνει – το μερίδιο των ευθυνών της για την άνοδο αυτή. Ας κάνουν τον απολογισμό τους που πληθώρα νεοναζί έκαναν την εμφάνισή τους τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας.

Επειδή όμως για αυτό ουδόλως ενδιαφέρονται, το βάρος πέφτει και πάλι στους πολίτες, οι οποίοι καλούνται να βγάλουν τα κάστανα από την φωτιά.

Για πολλούς από αυτούς όμως η στροφή αυτή αποτελεί μια πραγματικότητα και ίσως είναι πια αργά για αυτοκριτική, με δεδομένο ότι ο σταλινικός και ο νεοναζί δεν κάνουν ποτέ διάλογο. Και από δαύτους, η ελληνική κοινωνία βρίθει.