Μεσαιωνολόγιο: «Αγνείας Πείρα»

Γράφει η Άννα Αχιολά
info@medievalfestival.gr

 

ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ …
Θεοδικία, η κρίση του Θεού για την αθωότητα ή την ενοχή ενός κατηγορούμενου, που εκδηλώνεται με υπερφυσικά σημάδια. Σε αυτή την αρχή στηριζόταν η δίκη μετά δοκιμασίας, που ονομάστηκε «Αγνείας Πείρα» (Trial by Ordeal). 


Η λεγόμενη “Αγνείας πείρα” είναι ένα πρωτόγονο δικαστικό έθιμο, ιδιαίτερα της ανακριτικής. Αποτελούσε επίσημη δικαστική δοκιμασία δια βασανισμού προς εξακρίβωση της αθωότητας (αγνότητας) υπόδικου άνδρα ή γυναίκας.

H ενοχή ή η αθωότητα του κατηγορούμενου καθοριζόταν με την υποβολή σε επικίνδυνες ή οδυνηρές δοκιμασίες (όπως η βύθιση στο νερό) που πιστευόταν ότι τελούνταν υπό θεϊκό έλεγχο. Το σύνολο τέτοιων βασανισμών έλαβε τον όρο θεοκρισία, θεοδικία ή  την ξενική ονομασία ορδαλίες (από το ordeal=δοκιμασία).

Η “Αγνείας Πείρα" απαντάται στα δικαστικά έθιμα διαφόρων πρωτόγονων κοινωνιών που έφθασαν όμως να τηρούνται μέχρι και τον μεσαίωνα αλλά και αργότερα. Εφαρμοζόταν με την πεποίθηση ότι το θείον προστατεύει την αγνεία και την αθωότητα και έτσι ο αγνός ή αθώος δε θα βλάπτονταν από τη βασανιστική δοκιμασία.

Η εφαρμογή της απάνθρωπης αυτής πρακτικής απαντάται ιστορικά με διάφορες μορφές τόσο κατά λαούς, όσο και κατά εποχές. Έτσι, για παράδειγμα, στο Γερμανικό βιβλίο προσευχών του 12ου ή 13ου αι. «The Breviary of Eberhard of Bamberg», περιγράφεται το τελετουργικό της δοκιμασίας με βραστό νερό, όπου στις προσευχές, ανάμεσα σε άλλα, έλεγαν:

«Αιώνιε θεέ… Άφησε τον άνθρωπο που πρόκειται να δοκιμαστεί, όπως και το δοχείο στο οποίο βρίσκεται το βραστό νερό, να καπνιστούν με το θυμίαμα του μύρου... Εσύ, που αντιλαμβάνεσαι τα κρυφά πράγματα και γνωρίζεις τι είναι μυστικό... κάνε τη γνώση της αλήθειας να φανερωθεί σε εμάς, που πιστεύουμε σ’ Εσένα». Κατόπιν, τοποθετούσαν το χέρι του υπόδικου στο βραστό νερό και συνεχίζοντας την προσευχή, του έδιναν να πιει αγιασμένο ύδωρ.

Κατόπιν περίμεναν να περάσουν τρεις μέρες για να εξεταστεί το χέρι, κατά τη διάρκεια των οποίων, ο υπόδικος έπρεπε να αναμειγνύει αλατισμένο αγιασμό με ό,τι έτρωγε ή έπινε. Μετά την πάροδο των τριών ημερών, το χέρι έπρεπε να έχει επουλωθεί και να είναι πλήρως θεραπευμένο, για να αποδειχτεί η αθωότητα του κρατούμενου, διαφορετικά ήταν ένοχος … και έπρεπε να υποστεί περαιτέρω τιμωρία… Προφανώς, δεν αθωωνόταν κανείς!
 


Εκτός όμως από το βραστό νερό, άλλες συνήθεις μέθοδοι δοκιμασίας, για την «Αγνείας Πείρα», ήταν:
• Με μονομαχία: λάμβανε χώρα ανάμεσα σε δύο άτομα που βρίσκονταν σε διαμάχη. Υπό ορισμένους όρους, μπορούσε να ανατεθεί σε κάποιον "πρωταθλητή" να μονομαχήσει για λογαριασμό του ενός ή και των δύο. Ο ηττημένος του αγώνα ή αντίστοιχα, αυτός που εκπροσωπήθηκε από τον ηττημένο «πρωταθλητή», κρινόταν ένοχος ή υπεύθυνος του αδικήματος. Αυτός ο τύπος δοκιμασίας εφαρμόστηκε κυρίως από τα Γερμανικά φύλα.

• Με φωτιά: η δοκιμασία αυτή επέβαλε στον κατηγορούμενο να περπατήσει για περίπου 3 μέτρα πάνω σε πυρωμένα σίδερα (άροτρα) ή κρατώντας πυρωμένα σίδερα. Κατόπιν συνηθιζόταν να περιδένουν τα εγκαύματα του ανθρώπου για τρεις μέρες, οπότε τα εξέταζε ένας ιερέας για να δει αν επενέβη ο Θεός και θεραπεύτηκαν ή αν όχι – όπως ήταν αναμενόμενο – ο κατηγορούμενος εξοριζόταν ή θανατωνόταν. 
Αυτή η μέθοδος δοκιμασίας υιοθετήθηκε τον 13ο αιώνα από τον αυτοκράτορα της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου, για να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις υποτιθέμενης προδοσίας ή χρήσης μαγείας για την προσβολή της υγείας του αυτοκράτορα.

Η έμπνευση για τη δοκιμασία αυτή προερχόταν από τις πρακτικές της δύσης, όπου εφαρμοζόταν ευρέως η «Αγνείας Πείρα», όμως οι Βυζαντινοί αποδοκίμασαν αυτή τη μέθοδο, θεωρώντας την απεχθή και βάρβαρη, που έρχεται σε σύγκρουση με το Βυζαντινό νόμο και τους εκκλησιαστικούς κανόνες. Έτσι, όταν ο Μιχαήλ Παλαιολόγος κατηγορήθηκε ως προδότης, αρνήθηκε να υποστεί αυτή τη δοκιμασία και η άρνησή του έγινε ευρέως αποδεκτή.

• Με νερό: βραστό ή κρύο 
Πιο συνηθισμένη ήταν η δοκιμασία με το βραστό νερό. Η μέθοδος όμως του κρύου νερού, γνωστή από τη Μεσοποταμία και τη Βαβυλωνία, εμφανίζεται ξανά κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, όπως αναφέρεται σε χειρόγραφο του 1338, με την περίπτωση ενός λαθροκυνηγού που τον βούτηξαν 3 φορές σε ένα βαρέλι νερού για να δουν αν θα βυθιστεί, οπότε θα ήταν αθώος ή αν θα επιπλεύσει, οπότε θα ήταν ένοχος. Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα στο «Κυνήγι των Μαγισσών».

Τις βύθιζαν δεμένες στο νερό και όποιες επέπλεαν επιβεβαιωνόταν ότι ήταν μάγισσες, γιατί, σύμφωνα με μία θεωρία, είχαν απαρνηθεί το βάπτισμα, όταν υποτάχθηκαν στον Σατανά. Όσες βυθίζονταν, άρα ήταν αθώες, τις τραβούσαν έξω με ένα σκοινί, όμως σε κάθε περίπτωση, οι πιθανότητες επιβίωσης ήταν λίγες!

• Με κατάποση: σύμφωνα με νόμο της Φρανκονίας, έδιναν στον κατηγορούμενο να καταπιεί ξερό ψωμί και τυρί, ευλογημένο από παπά. Αν αυτός πνιγόταν, ήταν ένοχος. Αργότερα, αυτή η δοκιμασία μετατράπηκε σε δοκιμασία της Θείας Ευχαριστίας (ή δοκιμασία του μυστηρίου). Ο κατηγορούμενος έπρεπε να πάρει τον όρκο της αθωότητας. Αν ορκιζόταν ψευδώς, τότε θα πέθαινε εντός του έτους. Ήταν η πιο αβλαβής και ακίνδυνη δοκιμασία.

• Με Σταυρό: αυτή η μέθοδος εφαρμόστηκε στον πρώιμο Μεσαίωνα, προκείμενου να αντικατασταθεί η δοκιμασία με μονομαχία, αλλά και σε αυτή την περίπτωση δοκιμάζονταν και οι δύο που βρίσκονταν σε διαμάχη. Στέκονταν αμφίπλευρα ενός σταυρού και άπλωναν τα χέρια τους οριζόντια. Αυτός που πρώτος θα κουραζόταν και θα κατέβαζε τα χέρια του, έχανε! Η δοκιμασία αυτή καταργήθηκε ο 876 από το βασιλιά των Φράγκων, για να μην ευτελίζεται η δοκιμασία που πέρασε ο Χριστός.

Στην καθολική εκκλησία, αν και οι Πάπες γενικά ήταν αντίθετοι στις Δίκες με Δοκιμασία (“Αγνείας Πείρα”), σε κάποιες περιπτώσεις, φαίνεται να εμπλέκονται στην εφαρμογή τους. Η αρχή του τέλους ξεκίνησε με την απαγόρευσή τους από τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ’ το 1215 και καταργήθηκαν οριστικά τον 13ο έως και τον 15ο αιώνα, μέχρι την επανεμφάνισή τους με το «Κυνήγι των Μαγισσών», τον 16ο και 17ο αιώνα. 

Σύμφωνα με μία ανάλυση του καθηγητή ιστορίας, στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, Peter Brown, σε έναν κόσμο, όπου το ιερό διεισδύει στο βλάσφημο και αντίστροφα, η “Αγνείας Πείρα” ήταν ένα «ελεγχόμενο θαύμα», που χρησίμευσε ως σημείο συναίνεσης, όταν ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για την κοινότητα ήταν οι έριδες. Αργότερα, οι αυξανόμενες εξουσίες του κράτους μείωσαν την ανάγκη και την επιθυμία για την εφαρμογή της δίκης μετά δοκιμασίας ως μέσου συναίνεσης, που τελικά οδήγησε στην εξαφάνιση αυτής της διαδικασίας.

Πηγές:
el.wikipedia.org
www.ygeiaonline.gr
www.greek-language.gr
https://sourcebooks.fordham.edu

 

Θρησκευτική πρακτική για τον έλεγχο της παρθενίας ή της συζυγικής πίστης της γυναίκας. Η πρακτική αυτή απασχόλησε την ανθρωπότητα από τα πανάρχαια χρόνια. Πρώτοι οι Βαβυλώνιοι υπέβαλαν τις γυναίκες σε έλεγχο για να αποδείξουν την αγνότητά τους (αναφέρεται στον Κώδικα του Χαμουραμπί).

Το έθιμο παρέλαβαν από αυτούς οι Εβραίοι, όπως αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Η δοκιμασία για μοιχεία γινόταν με το λεγόμενο ύδωρ του ελέγχου. Υποχρέωναν δηλαδή τη γυναίκα να πιει το νερό αυτό, ανακατωμένο με χώμα, και ανάλογα προς τις αντιδράσεις της, καθώς το έπινε, έβγαζαν συμπεράσματα για την τιμιότητά της.

Κατά τα Απόκρυφα Ευαγγέλια, τη δοκιμασία αυτή υπέστη και η Θεοτόκος, σχετική δε σύνθεση σε πλάκα από ελεφαντόδοντο στολίζει τον δεσποτικό θρόνο του Μαξιμιανού στον Άγιο Απολλινάριο της Ραβένας. Αργότερα ωστόσο η υπόθεση της δοκιμασίας της αγνείας της Θεοτόκου θεωρήθηκε ασεβής και καταπολεμήθηκε από τους πατερικούς συγγραφείς. Στον Μεσαίωνα, η αγνεία της γυναίκας ελεγχόταν με βασανιστήρια.

Η ελεγχόμενη υποχρεωνόταν να πιάσει αναμμένα κάρβουνα, να περπατήσει πάνω σε πυρωμένο σίδερο ή να βάλει το χέρι της σε ζεματιστό νερό. Έθιμα ελέγχου της παρθενίας καταγράφονται και στην νεοελληνική κοινωνία, όπου έως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., στην ύπαιθρο κυρίως, υπήρχε το έθιμο της επίδειξης της πουκαμίσας της νύφης ή του σεντονιού του συζυγικού κρεβατιού ύστερα από την πρώτη νύχτα του γάμου.