Η εκπαίδευση στη Λίνδο στα χρόνια της τουρκοκρατίας και ιταλοκρατίας (1523-1945)

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

 

Η παρουσίαση του θέματος που ακολουθεί: “H  εκπαίδευση της κωμόπολης Λίνδου στα χρόνια της σκλαβιάς (1522-1945) θα αναπτυχθεί σε δύο άρθρα και συμπεριλαμβάνουν τη χρονική περίοδο, 1523-1912 και β) Ιταλοκρατία, 1912-1945.

Και τις δύο αυτές χρονικές περιόδους, επί 423 χρόνια συνέχεια τα εκπαιδευτικά πράγματα της Λίνδου και της Ρόδου γενικότερα δεν ακολούθησαν ομαλή πορεία· πέρασαν από πολλές διακυμάνσεις.

1. Η εποχή της τουρκοκρατίας
(1523-1912)

Αναμφισβήτητο τεκμήριο της δράσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον περίοδο της τουρκοκρατίας σχετικά με την Παιδεία είναι η περίφημη Σύνοδος του 1593, που έγινε από τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Ιερεμία Β’. Η Σύνοδος κήρυξε υποχρεωτικά το Εκπαιδευτικό έργο της Εκκλησίας, ορίζοντας: “...Έκαστον Επίσκοπον εν τη εαυτού παροικίαν, φροντίδα και δαπάνη, την δυναμένην ποιείν, ώστε τα γράμματα διδάσκεσθαι. Βοηθείο, δε, τους θέλουσι διδάσκειν και τούς μαθείν προαιρουμένους, εάν χρείαν έχουσι των επιτηδείων...”.

Ωστόσο, τα εκπαιδευτικά πράγματα της Ρόδου, κατά την ιταλική κατοχή, δεν ακολούθησαν ομαλή πορεία· πέρασαν από διάφορες διακυμάνσεις. Κατά διαστήματα, τόσο η Στοιχειώδη, όσο και η Μέση Εκπαίδευση ακολούθησαν ορισμένες παλινδρομήσεις:

Κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας για τη συντήρηση των Σχολείων της Ρόδου, η Μητρόπολη της Ρόδου, εκτός από ορισμένες δωρεές, είχε επιβάλει στις Μονές του νησιού να καταβάλλουν συνολικά κάθε χρόνο ένδεκα χιλιάδες (11.000) γρόσια.

Κατανεμόταν, δε, η επιβάρυνση ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα καθεμιάς, με εξαίρεση τη Μονή Αγίου Νικολάου Ψάλτου-Λίνδου, η οποία ήταν απαλλαγμένη από την υποχρέωση αυτής της εισφοράς.

Είναι γνωστό ότι η Μονή της Ψάλτου ήκμαζε επί εποχής των Ιπποτών, αλλά και επί τουρκοκρατίας. Οι κατά διαστήματα Ηγούμενοί της, εκτός από τα στενά Εκκλησιαστικά καθήκοντα, ανελάμβαναν και πρωτοβουλίες Εθνικής και Θρησκευτικής εμβέλειας. Όπως για παράδειγμα: την 24 Μαρτίου 1538, υπό την Προεδρία του Ηγούμενου της Μονής και με τη συμμετοχή των Προεστών της Λίνδου και των γύρω χωριών, αποφασίστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή σχέδιο για την προστασία των Χριστιανών από την καταδιωκτική μανία των Τούρκων.

...........

Από του έτους 1757, προφανώς, υπήρχε οργανωμένο Ελληνικό Σχολείο στην πρωτεύουσα της Ρόδου. Το βέβαιο είναι, κατά τα γραφόμενα από τον Τρύφωνα Ευαγγελίδη ότι η εκπαιδευτική κίνηση στο νησί, άρχισε να προάγεται χάρη στα Σουλτανικά προνόμια που παραχώρησαν οι Τούρκοι τους νησιώτες”.

Επίσης, κατά τον προαναφερθέντα συγγραφέα ότι και στη Λίνδο, ήδη από το ίδιο έτος, 1757, λειτουργούσε συνέχεια Σχολείο. Στον Κώδικα της Εκκλησίας Λίνδου μνημονεύεται ως διδάσκαλος ο Δημήτριος. Εάν, δε, η μαρτυρία αυτή συνδυαστεί και με συναφή γεγονότα θα πρέπει με βεβαιότητα να ισχυριστούμε ότι και πρωτύτερα στη Λίνδο υπήρχε Σχολείο.

Κατά τον Δημοσθένη Χαβιαρά, “...αδύνατον ήτο τω όντι να στερείται σχολής η εύανδρος Κωμόπολη των Λινδίων, ήτις και μετά την κατάλυσιν της Δυναστείας των Ιπποτών δεν έπαυσεν ευδοκιμούσα εξαιρετικώς, ως ουδεμία άλλη των κωμών και χωρίων της Ρόδου”. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι το πρώτο Σχολείο επάνω στη Ρόδο ιδρύθηκε στη Λίνδο τον δέκατο αιώνα.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα όσα διασώθηκαν, πρέπει προς το τέλος της πρώτης πεντηκονταετίας του 1800, προς την αρχή της επόμενης να λειτουργούσε και Σχολαρχείο στην Κωμόπολη, όπου εκτός των αναγκών της Λίνδου τροφοδοτούσε με διδακτικό προσωπικό και τα αλληλοδιδακτέα των γύρω Κοινοτήτων. Δηλαδή, όσοι απόφοιτοι του Σχολαρχείου Λίνδου το επεδίωκαν, δωρίζονταν ως “διδάσκαλοι” και παρέδιδαν κανονικά στα υπάρχοντα τότε Σχολεία.

Από το 1876, με πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτη Γερμανού, μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχη, παρατηρείται περισσότερη προσπάθεια ίδρυσης Σχολείων και στη πρωτεύουσα της Ρόδου, αλλά και στην ύπαιθρο.

Στην πόλη της Ρόδου κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, δίδαξε και ο Πρωτοσύγκελλος Σαμουήλ, από τη Λίνδο. Πολλοί, δε, Λίνδιοι που ήσαν εγκατεστημένοι στην πρωτεύουσα αποτελούσαν Μέλη Σχολικών Εφορευτικών Επιτροπών.

Λόγιος και εξέχουσα Εκκλησιαστική προσωπικότητα ήταν στον 17ο αιώνα και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωαννίκιος ο Λίνδιος.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωαννίκιος ο Λίνδιος, γεννήθηκε στη Λίνδο κατά τα τέλη του 16ου αιώνα, γύρω στα 1580-1584. Έγινε Μητροπολίτης το 1624 και το 1646 ανήλθε για πρώτη φορά στον Οικουμενικό Πατριαρχικό Θρόνο. Μετά δύο χρόνια, άγνωστο για ποιό  λόγο παύθηκε. Το 1651, για δεύτερη φορά κατέλαβε το Ανώτατο Εκκλησιαστικό αξίωμα και το Μάρτιο του 1654 παραιτήθηκε, “...ένεκα γύρως και της των καιρών χαλεπότητος...”, ως έλεγεν. Επέβαλε τον εαυτό του ποινήν αφορισμού, “...αν ποτέ γνωσιμαχήσας ζητήσει τον θρόνον...”. Παρά, όμως, τον αφορισμό αυτόν, δεν πέρασε ένας χρόνος και το Μάρτιο του 1655, έγινε ξανά Πατριάρχης.

Αλλά το 1656, οριστικά αποσύρθηκε σε βαθύ γήρας διαισθανόμενος και λόγω της ηλικίας του, ανίκανος να κυβερνήσει το πηδάλιον της Ορθοδοξίας, μέσα σε πολυποίκιλες πιέσεις και δυσχέρειες. Τα συνεχή “ανεβοκατεβάσματα” από το αξίωμα του Πατριάρχη, πρέπει μάλλον, να αποδοθούν σε αντιδράσεις ορισμένων κληρικών του Πατριαρχικού κλίματος, αλλά και στις συγκρούσεις του με την Πύλη. Πέθανε το 1660, ως πρόεδρος της Αρχιεπισκοπής Τζιάς και Θερμών.

• Εξάλλου, με “φιρμάνι” (Διάταγμα του Σουλτάνου, εξορίστηκε και πέθανε στη Ρόδο το 1584 ο πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Ιερεμίας Β’.

Κωνσταντίνος Ασηκρίτης (9ος αι.): Λίνδιος ποιητής, γιος του Ιωάννη και της Ροδιακής, ο οποίος έγραψε διάφορα έργα, αλλά είναι γνωστός από τα επιγράμματά του, καθώς και για το εγκώμιο που ανέπτυξε προς τον Ιερόν Ναό των Αγίων Αποστόλων του Βυζαντίου. Σπούδασε στη Ρόδο και στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκεί έγινε Ιερέας της Ανακτορικής Αυλής.

Παρθένιος ο Λίνδιος: To 1743 διετέλεσε Μητροπολίτης Λήμνου ο Παρθένιος ο Λίνδιος, ο οποίος ήταν προσωπικότητα κύρους, στο περιβάλλον του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Την εποχή της Αρχιερωσύνης του τόν έστειλε ο Πατριάρχης Παΐσιος να περιοδεύσει για λογαριασμό του τις επαρχίες της Μακεδονίας.

Ιωάννης ο Λίνδιος: To 18o αιώνα διετέλεσε, ως διδάσκαλος-συγγραφέας και Κληρικός ο Ιωάννης ο Λίνδιος. Κατά τον Τρύφωνα Ευαγγελίδη, ο Ιωάννης χαρακτηριζόταν ως “...ανήρ λόγιος, συγγραφέας ικανών εκδιδομένων και ανεκδότων έργων...” και προσωπικότητα “πολύπραγκτος”: Χρημάτισε διδάσκαλος στη Σχολή της Σκοπέλου και καθώς γράφει ο Καισάριος Δαπόντες: “...εστάθη υπέρ τους δέκα χρόνους διδάσκαλος και αναχωρήσας ήλθεν εις Άγιον Όρος, πήγεν εις την Σαλονίκην, εις την Ρόδον, εις την Χίον, εις την Σμύρνην και όπου αν υπήγε και υπάγει κηρύττει τον λόγον του Θεού και διδάσκει την σήμερον. Ο θεός να τον πολυετή...”.

Σαμουήλ ο Λίνδιος: Την εποχή του 18ου αιώνα στην πόλη της Ρόδου δίδαξε ο Πρωτοσύγκελλος Σαμουήλ από τη Λίνδο.

• Πολλοί, δε, Λίνδιοι που ήταν εγκατεστημένοι στην πόλη της Ρόδου, αποτελούσαν μέλη των Σχολικών Εφορευτικών Επιτροπών.

• Εξάλλου, ο Κ. Γ. Χατζηπαπάκης, σε ομιλία του που έγινε στις 17 Μαΐου του 1923 ανέφερε ότι στα 1898-1900 στο χωριό Κάστελος της Ρόδου δίδαξε εκκλησιαστικά και γραμματική ο Ν. Αναστασιάδης από τη Λίνδο.
Ο Γεώργιος Καλύβας: Λόγιος και Κληρικός  των τελευταίων χρόνων της Ιπποτοκρατίας. Σπούδασε στη Λίνδο και ήταν παπάς και Λογοθέτης στη Μητρόπολη Ρόδου. Από τον πρώτο χρόνο της Τουρκοκρατίας έφυγε στην Κρήτη, όπου έζησε πολλά χρόνια κι έγραψε την πολιορκία και την άλωση της Ρόδου.

Ασχολήθηκε, επίσης, με Θεολογικά ζητήματα και πολλά χειρόγραφά του ανέκδοτα σώθηκαν στη βιβλιοθήκη της Βιέννης Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Μανωλάς: Ο Γρηγόριος, κατά κόσμο Δημήτριος, γεννήθηκε στη Λίνδο, το 1846. Σε ηλικία 20 χρόνων, ύστερα από επιμονή του, χειροτονείται Διάκονος από το Μητροπολίτη Ρόδου Συνέσιο. Λέγεται ότι το όνομα Γρηγόριος που τού δόθηκε ήταν στη μνήμη του Εθνομάρτυρα του Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγόριου Ε’. Το 1897 ασχολήθηκε, στην κυριολεξία αφοσιώθηκε, στα εκκλησιαστικά πράγματα της γενέτειράς του. Το 1902 έφθασε στον Εκκλησιαστικό βαθμό του Αρχιμανδρίτη.

Με πρωτοβουλία του, τον Οκτώβριο του 1909, ιδρύθηκε στη Λίνδο “Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης” με τίτλο: “Η Αναμόρφωσις”, την Προεδρία της οποίας είχε για πολλά χρόνια. Πέθανε σε ηλικία 72 χρόνων στη Λίνδο.
Τα πρώτα μέλη του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου, της “Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας”, με Πρόεδρο τον Γρηγόρη Μανωλά ήσαν: Στέφανος Παπαναστασίου, Κυριάκος Μ. Αναστασιάδης, Γεώργιος Χατζησκουλής, Αναστάσιος Β. Ιωαννίδης, Σταμάτιος Ν. Γανωτάκης και Αντώνιος Α. Γανωτάκης.

2. Ιταλική περίοδος (1912-1945)
Όταν οι Ιταλοί, το 1912, κατέλαβαν τη Ρόδο και στη συνέχεια, σε διάστημα ενός μηνός και τα υπόλοιπα νησιά του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος, η Εκπαίδευση στο νησί βρισκόταν σε ικανοποιητική εξέλιξη. Η πρόοδος αυτή οφειλόταν στις κατευθύνσεις και τις προσπάθειες του Μητροπολίτη Ρόδου Ιωακείμ Βαλασιάδη. Από τα στοιχεία που υπάρχουν και τα οποία επιβεβαιώνονται και από όσους ασχολήθηκαν με την περίοδο 1912-1925 αναντίρρητα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τόσο η Στοιχειώδης, όσο και η Μέση Παιδεία ολοκληρώθηκαν από τον μετέπειτα Μητροπολίτη Απόστολου Τρύφωνος. Ο Βενιαμίν, ο προκάτοχος του Τρύφωνος και κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης, παρέμεινε στη Ρόδο για λίγο χρονικό διάστημα και δεν τού δόθηκε, ίσως, η ευκαιρία να δραστηριοποιηθεί επαρκώς στα Εκπαιδευτικά θέματα.

Οι Ιταλοί, μέχρι και τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) αναγνώριζαν, έστω και θεωρητικά, τα δικαιώματα που είχεν η Εκκλησία της Ρόδου και γενικότερα της Δωδεκανήσου για τη λειτουργία της Εκπαίδευσης. Μετά την υπογραφή της προαναφερθείσας Συνθήκης, άρχισαν να δημιουργούν προβλήματα. Παρόλα αυτά, το Δημοτικό Σχολείο στη Λίνδο προχωρεί και λειτουργεί κανονικά με πλήρες και συστηματικές έξι (6) τάξεις και με αξιόλογους δασκάλους.

Εν τω μεταξύ, ύστερα από διάφορα εμπόδια των Ιταλών το 1932 ανεγέρθηκε επιβλητικό σχολικό κτήριο που στέγασε το Δημοτικό Σχολείο Λίνδου και από 1925-1930 λειτούργησε και Ημιγυμνάσιο. Για την ανέγερση του Δημοτικού Σχολείου Λίνδου δύο ήσαν οι Λίνδιοι χρηματοδότες: ο Βασίλειος Διάκου και ο Σπύρος Καρασλάνης.

Από το 1926 η Ιταλική Διοίκηση, άρχισε να επεμβαίνει περισσότερο στα εκπαιδευτικά της Ρόδου.
Η πρώτη σοβαρή επέμβαση στην Εκπαίδευση έγινε από τον Ιταλό Διοικητή Mario Lago, με το κυβερνητικό διάταγμα της 1ης Ιανουαρίου 1926, “Ordinamento Delle Scuole Elementari e Medie, διάταγμα για τα δημοτικά και τα Σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης), που ήρθε στα νησιά του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος, ως πρωτοχρονιάτικο δώρο από την κυβέρνηση των “Isole dell’ Egeo”, όπως αναφέρει ο αείμνηστος Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος στα απομνημονεύματά του.

•••

Η πολιτική του Mario Lago, ο οποίος κυβέρνησε τα Δωδεκάνησα από το 1923 μέχρι το 1936, ήταν φαινομενικά ήπια, αλλά επικίνδυνη για τον Ελληνισμό. Ο πολύ μορφωμένος Lago είχε καταλάβει ότι οι βαθιές ρίζες, που συνέδεαν τους Έλληνες Δωδεκανήσιους με την Ελλάδα, ήταν πολύ δύσκολο να ξεριζωθούν. Πίστευε ότι ο μόνος τρόπος για τον εξιταλισμό των νησιών θα ήταν να τούς εμποδίσει σιγά-σιγά με τον ιταλικό πολιτισμό και την ιταλική γλώσσα, με απώτερο σκοπό να δημιουργήσει, για την επόμενη γενιά, ένα πυρήνα Ελληνοϊταλών, όπως προκύπτει από το απόσπασμα εγγράφου του, υπό ημερομηνία 8.10.1933 προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Χώρας του (Ιταλίας).

Από τις αρχές του χρόνου (1926), η ιταλική διοίκηση επέβαλε τρίωρη κάθε εβδομάδα διδασκαλία της ιταλικής γλώσσας. Το 1930 χωρίζει την Εκκλησία από την Εκπαίδευση και το 1937 καταργεί το από αιώνων κρατούν εκπαιδευτικό καθεστώς. Όλα ανεξαίρετα τα Ελληνικά Σχολεία της Δωδεκανήσου μετατράπησαν σε ιταλικά και παύθηκαν οι περισσότεροι Καθηγητές και διδάσκαλοι, καθόσον κατά την έκφραση του φασίστα Διοικητή Δωδεκανήσου Ντε Βέκκι, η κτήση έπρεπε να εξομοιωθεί καθ’ ολοκληρία με τη Μητροπολιτική Ιταλία.

Κατά μία εμπιστευτική αναφορά του Ελληνικού Προξενείου Ρόδου, (Πρόξενος Όθωνας Κοντόσταυλος), του δεύτερου εξαμήνου του 1937 προς το Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών: “... η ιταλική εποπτεία των Σχολών Δωδεκανήσου αρνείται να διορίσει Δημοδιδασκάλους Δωδεκανησίους, παρά μόνο αυτούς, που αποφοιτούν του Ιταλικού Λυκείου Ρόδου. Στους γηραιότερους δόθηκε σύντομη προθεσμία αποχώρησης με ασήμαντη σύνταξη, οπότε τα  Δημοτικά Σχολεία άρχισαν να παρουσιάζουν εμφανή καμπή.

Σε πολλά Σχολεία και συγκεκριμένα στην Αμαράντειο Σχολή της πόλεως, οι γυμναστικές επιδείξεις εκτελούνται από κατώτερους αξιωματικούς του Ιταλικού Στρατού, οι ώρες διδασκαλίας των Ελληνικών έχουν λιγοστέψει, με αντίστοιχη αύξηση των Ιταλικών, τα οποία θεωρούνται και διδάσκονται, ως μητρική γλώσσα. Τα Αναγνωστήρια και λοιπά βιβλία των κατώτερων τάξεων, αντί να έρχονται από την Αθήνα, όπως προηγούμενα, υποχρεωτικά και ύστερα από την έγκριση της Ιταλικής Διοίκησης, συγγράφονται και εκτυπώνονται στη Ρόδο”.

(Αύριο το Β’ μέρος)