Μια ταινία για τη Μουσική: «Πρόβα Ορχήστρας» (1978) του Φεντερίκο Φελλίνι

Της Λουίζας Κουλά*


Σ’ ένα μεσαιωνικό παρεκκλήσι μια ορχήστρα κάνει πρόβα για μια προσεχή συναυλία. Καταφθάνουν οι μουσικοί και όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, (και οι συνδικαλιστές!), και όλοι προετοιμάζονται για την πρόβα.

Οι μουσικοί ενημερώνονται πως πρόκειται να κινηματογραφηθούν από ένα τηλεοπτικό συνεργείο για τις ανάγκες ενός ντοκυμαντέρ: καθένας απ' αυτούς θα παρουσιάσει το όργανό του λέγοντας λίγα λόγια γι’ αυτό. Οι μουσικοί αντιδρούν θετικά ή με απροθυμία, ενώ στο προσκήνιο εμφανίζεται και ο Γερμανός μαέστρος για να ξεκινήσει η πρόβα.

Από ώρα παρακολουθούμε ένταση μεταξύ των μουσικών, ενώ όσο διαρκεί το διάλειμμα συντελείται μια εξέγερση από την πλευρά τους ενάντια στο μαέστρο. Ο τελευταίος επιστρέφει από το διάλειμμα και καλείται να επαναφέρει την τάξη, να ολοκληρώσει την πρόβα σε μια ατμόσφαιρα πολύ τεταμένη, αλλά και σ’ ένα φυσικό χώρο με ...σκόνη και θρύψαλα, που κάθε άλλο παρά ευνοεί κάτι τέτοιο… 

Αυτή είναι η περίληψη της ταινίας “Πρόβα Ορχήστρας” (Prova d’orchestra) του σκηνοθέτη Φεντερίκο Φελλίνι, η τελευταία ταινία για την οποία έγραψε μουσική ο Νίνο Ρότα, καθώς ο τελευταίος πέθανε λίγο μετά την ολοκλήρωση των ηχογραφήσεων της μουσικής της ταινίας. Ο Ρότα υπήρξε ανέκαθεν -κατά δήλωση του ίδιου του Φελλίνι- ένας από τους πολυτιμότερους συνεργάτες του.

Στην ταινία συμβαίνει μία ενδιαφέρουσα κυριολεκτική και μεταφορική συνάντηση: του κινηματογραφικού μέσου ως αφηγηματικού εργαλείου, και της μουσικής ως εξειδικευμένου καλλιτεχνικού προϊόντος. Η ταινία έχει χαρακτηριστεί και «θεματική» διότι ακριβώς έχει ιδιαίτερο αντικείμενο-θέμα. 

Η μουσική του Νίνο Ρότα καλύπτει τις κινηματογραφικές σκηνές με χάρη και ευγένεια, λυρισμό, χιούμορ, σοβαρότητα, αγριότητα, μια μουσική χρωματισμένη με τα ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητας των μουσικών που (αυτο-)παρουσιάζονται, και τα συναισθήματα που εκφράζουν με λεκτικό ή άλλο τρόπο.

Προκύπτουν έτσι πολλά ερωτήματα: είναι η Μουσική (κατ’ επέκταση η Τέχνη) πράξη πολιτική; Είναι συλλογική; Έχει ανάγκη από ηγεμονικές φυσιογνωμίες ή αυταρχικές συμπεριφορές; Δημιουργεί θύτες και θύματα; Έχει ηλικία, κόμμα, ιδεολογία; Σε ποιόν ανήκει η μουσική και ποιος ορίζει τις παραμέτρους της; Στον αντίποδα των ευγενών(;) μουσικών οργάνων και ήχων ακούγονται παντός είδους κρότοι, θορύβοι και συνθήματα μέσα στον -άλλοτε- ιερό χώρο του μοναστηριού, και τον «ιερό» συμβολικά χώρο και χρόνο της πρόβας της ορχήστρας. Ο Φελλίνι ενορχηστρώνει έτσι μια αναρχία ήχου και εικόνας, μια συμβολική συντέλεια, που αποδίδεται στο τέλος και οπτικά, με το γκρέμισμα του τοίχου.

Φυσικά θα ήταν αφελές να υποθέσει κανείς ότι αυτό που βλέπουμε στην ταινία αποτελεί πράγματι τη συνηθισμένη ατμόσφαιρα μιας πρόβας ορχήστρας, ωστόσο είναι εξίσου δύσκολο να αποκλείσουμε τα στοιχεία πραγματικότητας που καταγράφονται από το φακό του υποτιθέμενου τηλεοπτικού συνεργείου.
 



Ο ίδιος ο Φελλίνι εξομολογήθηκε στον διάσημο Γάλλο κριτικό Michel Ciment ότι είχε πάντα την επιθυμία να δείξει μια ορχήστρα επί το έργον, καθώς, δουλεύοντας ο ίδιος με διάφορες ορχήστρες δήλωνε γοητευμένος για τον τρόπο που μπορούν τελικά να συνυπάρξουν τόσο διαφορετικοί άνθρωποι μεταξύ τους.

Από την άλλη, έχει κανείς την εντύπωση ότι η πρόβα είναι μια ωρολογιακή βόμβα, ένα καζάνι που βράζει και θα εκραγεί στο επόμενο σταμάτημα του μαέστρου για παρατηρήσεις. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι μια ορχήστρα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μικρογραφία της κοινωνίας.

Στο εργασιακό περιβάλλον μιας ορχήστρας θα συναντήσει κανείς καθημερινούς ανθρώπους: άντρες και γυναίκες, νέους ή μεγαλύτερους, φιλήσυχους ή οξύθυμους, ενθουσιώδεις με τη δουλειά τους ή αδιάφορους, ταλαντούχους, απογοητευμένους, κυνικούς και προκλητικούς, καλοκάγαθους και υπομονετικούς, ανθρώπους με προσωπικά προβλήματα, καλή ή κακή διάθεση, ίσως αρρώστους σωματικά ή ψυχικά, κάποιους παθιασμένους με το ποδόσφαιρο, τόσο ώστε την ώρα της πρόβας να ακούν ραδιόφωνο παίζοντας κλαρινέτο. Κάποιος άλλος οπλοφορεί... Και φυσικά, καφέδες και ποτά στο μπαρ στο διάλειμμα, με το ραδιόφωνο να παίζει την τρέχουσα pop μουσική, όχι κλασική πάντως!

Η μουσική της ταινίας “Πρόβα Ορχήστρας” δεν είναι ούτε πολλή, ούτε πολύ διαφορετική. Τα λίγα μουσικά θέματα είναι σύντομα και θυμίζουν εμβατήρια, με εξαίρεση μία μοναδική πιο λυρική μελωδία, κι αυτό είναι όλο! Δεδομένης και της μικρής χρονικής διάρκειας που καταλαμβάνουν συνολικά, τα μουσικά θέματα δεν τυγχάνουν κάποιας εκτεταμένης μουσικής επεξεργασίας.

Περισσότερη είναι η φασαρία παρά η αληθινή μουσική που παίζουν τα πρόσωπα που εξ’ ιδιότητας και επαγγέλματος έχουν αυτή την αποστολή. Μήπως τελικά η μουσική είναι απλώς η πρόφαση για την κινηματογραφική δημιουργία του Φελλίνι;

Επιπλέον, η μουσική του Νίνο Ρότα θα πρέπει να αξιολογηθεί όχι τόσο ως προς την καλλιτεχνική της υπόσταση αλλά κυρίως ως προς τη λειτουργία που επιτελεί στη σύνδεση εικόνας και συμβολισμών μέσα στην ταινία.

Η ορχήστρα είναι ένα ακόμη κοινωνικό, ταξικό  και πολιτικό κύτταρο, και ως τέτοιο μπορεί να υπακούει, να εξεγείρεται, να προκαλεί χάος, να επαναπροσδιορίζει το ρόλο και την ταυτότητά της, να αποδέχεται στο τέλος να οδηγηθεί από έναν μαέστρο-ηγέτη, μέχρι να ξεσπάσει μια νέα κρίση στο μέλλον.

Η ιδέα του «χάους» υπάρχει ήδη από τους τίτλους αρχής της ταινίας, με ήχους αστικού περιβάλλοντος: πολεμική σειρήνα, κόρνες, μηχανές οχημάτων, φρεναρίσματα κ.τ.λ., μολονότι η ταινία εκτυλίσσεται εξ’ ολοκλήρου σε εσωτερικό χώρο. Δε βλέπουμε ποτέ εξωτερικά πλάνα. Συμβολικά, οι εξωτερικές συνθήκες αλλοτριώνουν τόσο πολύ τους ανθρώπους, ώστε η μουσική από υψηλή αξία γίνεται μαζική και άναρχη κακοφωνία, ένα τερατούργημα...

Οι δημιουργοί Φελλίνι και Ρότα συνθέτουν την εικόνα και τον ήχο της δυτικής ορχήστρας και των ανθρώπων της δεκαετίας του '70, τοποθετώντας την σε μια κοινωνία με σύγχρονα προβλήματα, δίνοντάς της και πολιτικές προεκτάσεις.
 


Αξίζει να σημειωθεί ότι στη δεκαετία του 80’ αρκετά ήταν τα ιταλικά μέσα επικοινωνίας που ανέφεραν την “Πρόβα ορχήστρας” με τον επιμέρους χαρακτηρισμό «πολιτική ταινία», με το σκεπτικό ότι ασκούσε κριτική σε φασιστικού τύπου μεθόδους και πρακτικές: προς το τέλος, οι συστάσεις του (Γερμανού) μαέστρου που είναι αποφασισμένος να βάλει τάξη αυτή τη φορά, κλιμακώνονται σε φωνές και προσβολές, η ομιλία του μεταλλάσσεται για λίγο από ιταλικά σε γερμανικά, παραπέμποντας σε μοντέλα χιτλερικού αυταρχισμού, για να τελειώσει με το γενικό πρόσταγμα «Signori! Da capo!» («Κύριοι! Από την αρχή!»). 

* (Η Λουίζα Κουλά είναι μουσικός από τη Ρόδο, τελειόφοιτη του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του ΕΚΠΑ στην κατεύθυνση της Εθνομουσικολογίας).

ΠΗΓΕΣ
- Fabrizio Borin, “Federico Fellini” (Gremese Editore, Roma 1999) 
- Royal S. Brown “Overtones and Undertones: Reading Film Music” (University of   California Press, 1994)
- Claudia Gorbman, “Narrative Film Music” (Yale University Press, 1980)