«Οι τρεις ιεράρχες και ο χρυσός αιώνας  των χριστιανικών γραμμάτων»

Γράφει η Στέλλα Π. Βουτσά,
Φιλόλογος-διδάκτορας του Λυκείου Αφάντου Ρόδου


Στις 30 Ιανουαρίου γιορτάζουμε και τιμούμε τρεις κορυφαίες μορφές της Ορθοδοξίας, τρεις κορυφαίες φυσιογνωμίες της Παιδείας και των Ελληνικών Γραμμάτων: τον Μέγα Βασίλειο από την Καισάρεια της Καππαδοκίας (330-379 μ.Χ.), τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό ή Θεολόγο από την Αριανζό, επίσης της Καππαδοκίας (329-390 μ.Χ.) και τον Ιωάννη τον  Χρυσόστομο από την Αντιόχεια της Συρίας (345-407 μ.Χ.).

Και οι τρεις οφείλουν πολλά στις μητέρες τους για το ήθος και τη χριστιανική τους ανατροφή: στην Εμμέλεια ο Μέγας Βασίλειος, στη Νόννα ο Γρηγόριος και στην Ανθούσα ο Χρυσόστομος. Σχετικά με αυτό, ο Λιβάνιος, εθνικός (ειδωλολάτρης) δάσκαλος του Ιωάννη του Χρυσοστόμου έλεγε χαρακτηριστικά: «Ίδετε ποίας θαυμαστάς γυναίκας έχουν οι χριστιανοί!».

Η μόρφωση και των τριών πολύπλευρη, η ευρυμάθειά τους αξιοθαύμαστη: εντρύφησαν στα αρχαία ελληνικά γράμματα, στη ρητορική και στη φιλοσοφία. Ο Μέγας Βασίλειος, μάλιστα, προχώρησε ακόμη πιο πέρα, σπουδάζοντας όλες τις γνωστές επιστήμες της εποχής του: φιλολογία, ρητορική, φιλοσοφία, γεωμετρία, αστρονομία και ιατρική, ήταν δηλαδή ο κατεξοχήν πανεπιστήμονας, ο καθολικός άνθρωπος, ο homo universalis, σύμφωνα με το αναγεννησιακό πρότυπο. Όλοι οι δρόμοι προς μια λαμπρή επαγγελματική ανέλιξη και καταξίωση πρόβαλλαν μετά από τέτοιες σπουδές εμπρός του. Εκείνος, όμως, επέλεξε τον δύσκολο δρόμο της ασκήσεως μαζί με τον συσπουδαστή του, τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο.

Ο Βασίλειος διέκοψε την άσκηση για να υπηρετήσει την Εκκλησία, η οποία δοκιμαζόταν από τις αιρέσεις. Και όσο για τον επισκοπικό θρόνο που κατέλαβε, αυτόν δεν τον θεώρησε ποτέ ένδειξη κοινωνικής προβολής, γι’ αυτό και δεν δίστασε να έλθει σε σύγκρουση με τον αιρετικό αυτοκράτορα, ο οποίος δια του απεσταλμένου του τον εκβίαζε να αποδεχθεί την αιρετική αυτή διδασκαλία.

Ο διάλογος του Αγίου Βασιλείου με τον ύπαρχο της Ανατολής Μόδεστο, τον δεύτερο μετά τον αυτοκράτορα πανίσχυρο άνδρα, εκπρόσωπο της κοσμικής εξουσίας, αποτελεί μνημείο ελευθερίας λόγου και ανδρείας. Στη Γ’ Λυκείου διδάσκεται ο διάλογος αυτός στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και συγκεκριμένα στην ενότητα «Δίκαιος-Άδικος Λόγος» και πάντα συγκινεί τους μαθητές.

Αξίζει να παραθέσουμε ένα απόσπασμα:
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πως λοιπόν δεν φοβάσαι την εξουσία;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Τι θα μου συμβή; Τι πρόκειται να πάθω;
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Τι θα πάθης; Ένα από τα πολλά που έχω στην εξουσία μου.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ποια είναι αυτά; Πες μου τα, για να ξέρω.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Δήμευση, εξορία, βασανιστήρια, θάνατος.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Απείλησε τίποτε άλλο, αν υπάρχη. Γιατί κανένα απ΄ αυτά που ανέφερες, δεν μπορεί να με θίξη και να με βλάψη.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πως είναι δυνατόν και με ποίο τρόπο θα τα καταφέρης;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Γιατί δήμευση περιουσίας δεν μπορεί να πάθη εκείνος που δεν έχει τίποτα, εκτός αν πάρης τα τρίχινα αυτά φτωχά ρούχα και τα λίγα βιβλία, από τα οποία αποτελείται ολόκληρη η περιουσία μου. Εξορία δεν ξέρω αφού δεν είμαι πουθενά εγκατεστημένος και ούτε αυτή τη πόλη του κατοικώ τώρα, θεωρώ δική μου, αλλά θα έχω πατρίδα μου κάθε τόπο, στον οποίο θα με ρίξουν.

Και μάλλον κάθε τόπο του Θεού, όπου εγώ είμαι ξένος και πάροικος. Τα βασανιστήρια πάλι τι μπορούν να κάνουν σε άνθρωπο που δεν έχει σώμα, εκτός αν λές βάσανο την πρώτη πληγή με την οποία θα πέσει το σώμα αυτό. Μόνο της πληγής αυτής είσαι κύριος. Και ο θάνατος θα είναι για μένα ευεργεσία, γιατί θα με στείλει γρηγορότερα στο Θεό, για τον οποίο ζω και πολιτεύομαι και χάρη του οποίου νεκρώθηκα και προς τον οποίο από καιρό τώρα σπεύδω.

Ο Μόδεστος εσιώπησε, ανεχώρησε και ανήγγειλε στον αυτοκράτορα το αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης. «Ηττήμεθα, βασιλευ….»

Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός σπούδασε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Εκεί, στην Αθήνα, γνώρισε τον Ιουλιανό (τον μετέπειτα αυτοκράτορα Ιουλιανό τον Παραβάτη), καθώς και τον Μέγα Βασίλειο. Οι δύο άνδρες, Γρηγόριος και Βασίλειος, συνδέθηκαν από τότε με βαθιά φιλία. Ο Βασίλειος, μάλιστα, χειροτόνησε τον φίλο του Γρηγόριο επίσκοπο το 372.

O Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μαθήτευσε σε έναν από τους μεγαλύτερους λογίους και πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του, τον σοφιστή Λιβάνιο, ο οποίος του δίδαξε ρητορική και αρχαία ελληνική φιλολογία. Ο Λιβάνιος, λέγεται, ότι ήθελε τον Ιωάννη διάδοχό του, σύμφωνα όμως με τα λεγόμενά του, του τον «εσύλων οι χριστιανοί», του τον άρπαξαν δηλαδή οι χριστιανοί.  Η φήμη του Ιωάννη ως κληρικού σύντομα ξεπέρασε τα όρια της πατρίδας του, της Αντιόχειας, κι έφτασε ως την Κωνσταντινούπολη. Τέτοια ήταν η ρητορική ικανότητα του Χρυσοστόμου, ώστε οι σύγχρονοί του τον αποκάλεσαν «Δημοσθένη της Εκκλησίας».

Ο αυτοκράτορας Αρκάδιος τον κάλεσε τότε στην πρωτεύουσα και τον διόρισε το 397 μ.Χ. Πατριάρχη. Ως Πατριάρχης ο Χρυσόστομος υπήρξε μορφή ηρωική, με έντονο αγωνιστικό πνεύμα. Επέκρινε με δριμύτητα και με φλογερά κηρύγματα κάθε κακώς κείμενο και ανηθικότητα τόσο στο χώρο της εκκλησίας όσο και του κράτους. Παροιμιώδης έχει μείνει η φράση του: «Χωρίς την αρετή, όλα τα άλλα είναι περιττά». Από τις αυστηρές επικρίσεις του δεν εξαιρέθηκε ούτε η αυτοκράτειρα Ευδοξία, την οποία αποκαλούσε ‘Ηρωδιάδα’. Η ελευθεροστομία του αυτή και η παρρησία του κόστισαν στο Χρυσόστομο διπλή εξορία. Κατά τη διάρκεια του οριστικού εκτοπισμού του, άφησε την τελευταία του πνοή στον Πόντο.   

Τους Τρεις Ιεράρχες ένωναν τα αρχαία κλασικά γράμματα. Και οι τρεις, όμως, ήταν πεπεισμένοι ότι η αρχαία ελληνική γραμματεία και οι θησαυροί της ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ να συνυπάρξουν με τον χριστιανισμό. Εδώ ακριβώς έγκειται και η μοναδική προσφορά τους: στο γεγονός, δηλαδή, ότι μετά τις αρχαιόπληκτες ουτοπίες του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη για επαναφορά του δωδεκάθεου και των αρχαίων μυστηρίων, αλλά και μπροστά στις υπερβολές ενός Θεοδόσιου για συλλήβδην καταδίκη της αρχαιοελληνικής παιδείας, επειδή είχε συνδεθεί με την αρχαία θρησκεία (από την οποία καταδίκη και κατάργηση δε γλίτωσαν ούτε οι Ολυμπιακοί Αγώνες), οι τρεις αυτοί Πατέρες της Εκκλησίας στάθηκαν στη μέση κι έβαλαν τα πράγματα στη θέση τους.

Σύμφωνα με τους σοφούς αυτούς διανοητές, λοιπόν, δε θα απορρίψουμε άκριτα το αρχαιοελληνικό παρελθόν, με την κατηγορία ότι είναι ειδωλολατρικό, αλλά θα κρατήσουμε από αυτό τα διαμάντια του, ό,τι αξίζει από την αρχαία ελληνική σκέψη και διανόηση, ακριβώς όπως η μέλισσα πηγαίνει σε όλα τα λουλούδια, επιλέγει όμως προσεκτικά από αυτά μόνο τη γύρη που χρειάζεται. Ας μας επιτραπεί να παραστήσουμε σχηματικά την εξέλιξη αυτή: δράση-αντίδραση-σύνθεση. Τη σύνθεση αυτή, που έφερε την οριστική λύση στη σύγκρουση μεταξύ της παλαιάς και της νέας θρησκείας, αντιπροσωπεύουν οι Τρεις Ιεράρχες.  

Η προσφορά όμως των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας μας δεν εξαντλείται εδώ. Καθοριστική υπήρξε η συμβολή τους και στην αντιμετώπιση των αιρέσεων.
Συγκεκριμένα, ο Άγιος Γρηγόριος κλήθηκε από τους κατοίκους της Κωνσταντινουπόλεως να αναλάβει την υπεράσπισή της Ορθοδοξίας εναντίον του Αρειανισμού. Τότε, μέσα στο ναό της Αγίας Αναστασίας, υποστήριξε με πέντε ένθερμους λόγους του τη θεότητα «του Υιού και Λόγου του Θεού», δηλαδή του Χριστού, ενάντια στις δογματικές αποκλίσεις των Αρειανών, οι οποίοι πρέσβευαν ότι ο Υιός είναι δημιούργημα του Πατρός, αμφισβητώντας τη θεϊκή φύση Του. Έπειτα από αυτούς τους λόγους,  ο Άγιος Γρηγόριος πήρε την προσωνυμία «Θεολόγος», ενώ ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος τον τίμησε ανεβάζοντάς τον στον αρχιεπισκοπικό θρόνο.

Τέλος, αναμφισβήτητη υπήρξε η προσφορά των τριών Ιεραρχών στον τομέα της φιλανθρωπίας και της κοινωνικής προσφοράς. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρούσε τη φιλανθρωπία ως τη βασίλισσα των αρετών, ενώ συνήθιζε να λέει: «Δώσε ψωμί και πάρε Παράδεισο!» Ο δε Μέγας Βασίλειος δίδαξε με το προσωπικό του παράδειγμα την αλληλεγγύη, αφού ως επίσκοπος έζησε βίο ασκητικό, μοιράζοντας την περιουσία του στους φτωχούς και κρατώντας για τον εαυτό του μόνο το τετριμμένο ράσο που φορούσε!

Με δική του πρωτοβουλία, μάλιστα, ιδρύθηκαν διάφορα κοινωφελή ιδρύματα, πτωχοκομείο, γηροκομείο, νοσοκομείο, λεπροκομείο, ορφανοτροφείο, τα οποία αποτέλεσαν τη μετέπειτα «Βασιλειάδα», δηλαδή τη φιλάνθρωπο πόλη του Μεγάλου Βασιλείου, η οποία φιλοξενούσε 30.000 ανθρώπους κατατρεγμένους και αναξιοπαθούντες.

Τι να πρωτοπεί κανείς για τους τρεις Ιεράρχες; Φωτισμένοι Πατέρες, αντιπρόσωποι της υγιούς χριστιανικής ορθόδοξης διανόησης, εκκλησιαστικοί συγγραφείς πολυγραφότατοι (με θεολογικά έργα, επιστολές, λειτουργίες), δεινοί ρήτορες, εμπνευσμένοι λόγιοι, φιλάνθρωποι αρωγοί με κοινωνικές ευαισθησίες. Και οι τρεις θιασώτες του Ορατιανού «SAPERE AUDE», δηλαδή «Τόλμα να μαθαίνεις», οι τρεις αυτές κορυφαίες προσωπικότητες, οι «Τρεις μέγιστοι Φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος», αντιπροσωπεύουν τον «χρυσουν αιώνα των χριστιανικών γραμμάτων» (4ος αιώνας μ.Χ.).

Είναι λαμπρές μορφές, που θα ακτινοβολούν πάντα ως φάροι Ορθοδοξίας, σοφίας, αρετής και ήθους. Εμείς, η εκπαιδευτική κοινότητα, τόσο οι διδάσκοντες όσο και οι διδασκόμενοι, ζητούμε ταπεινά από τις σεβάσμιες αυτές μορφές την πολύτιμη φώτιση και καθοδήγησή τους στο έργο μας, να γίνουν δείκτες πορείας, ιδιαίτερα στους δύσκολους και κρίσιμους καιρούς που διανύουμε, σε αυτό το θολό πανόραμα της εποχής μας.

Κλείνουμε με ένα απόσπασμα από τον μνημειώδη λόγο του Μεγάλου Βασιλείου «ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ», όπου ο Μέγας Ιεράρχης αναφέρεται στη δυσκολία, αλλά και στην ομορφιά του δρόμου της αρετής. Στον λόγο αυτό φαίνεται πολύ καθαρά το πάντρεμα που προαναφέραμε, το οποίο πέτυχαν οι τρεις Ιεράρχες ανάμεσα στο αρχαίο ελληνικό πνεύμα και τη χριστιανική διδασκαλία:
Όταν οι ψυχές των νέων εξοικειωθούν κάπως και συνηθίσουν την αρετή, η ωφέλεια είναι μεγάλη γιατί όσα μαθαίνουν οι άνθρωποι από νέοι μένουν αμετακίνητα· οι ψυχές των νέων είναι απαλές, γι’ αυτό και χαράζονται βαθιά μέσα τους όσα μαθαίνουν. […]

Ο δρόμος που οδηγεί στην αρετή είναι στην αρχή τραχύς και δυσκολοδιάβατος. Είναι ανηφορικός και χρειάζεται πολύ ιδρώτα και κόπο. Ακόμη και να τον πλησιάσει κανείς αυτό το δρόμο είναι δύσκολο, γιατί είναι απόκρημνος. Αλλά και αν τον πλησιάσει, δε θα φτάσει εύκολα στην κορφή του· όταν όμως φτάσει εκεί, θα δει πόσο ομαλός και πόσο ωραίος είναι αυτός ο δρόμος, πόσο ευκολοδιάβατος και πόσο πιο εύκολος από τον άλλο εκείνο δρόμο που οδηγεί στην κακία και που, καθώς είπε ο ίδιος ο ποιητής, ο Ησίοδος, μπορεί να τον διαβεί κανείς μονομιάς γιατί είναι πιο κοντινός.

Εγώ πραγματικά πιστεύω πως αυτά μας τα ιστόρησε ο Ησίοδος όχι για τίποτε άλλο παρά μονάχα για να μας προτρέψει προς την αρετή επιδιώκοντας να γίνουμε καλοί, να μη δειλιάζουμε μπροστά στους κόπους και να μην υποχωρούμε πριν φτάσουμε στο τέρμα του δρόμου.