Άλλα ακούνε τα αυτιά μου και άλλα λέει η γιαγιά μου

Του Γιάννη Παρασκευά

Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, με τα τόσα και τόσα που βλέπουμε και ακούμε κάθε μέρα. Κουρκουτιάζει το κεφάλι σου και άκρη δεν βγάζεις με το τι λένε και το τι κάνουνε ο ένας και ο άλλος.

Απαυδισμένος κάθεσαι στη γωνία σου και κλαις τη μοίρα σου, μονολογείς και αναρωτιέσαι πώς και γιατί ενδιαφέρονται και ασχολούνται μόνο με τον εαυτό τους και όχι με αυτά που βασανίζουν τον κοσμάκη.
Λογικό δεν είναι, όταν μπροστά σου βλέπεις τοίχο αλλάζεις πορεία ή πολλές φορές γυρνάς προς τα πίσω και πλακώνουν το μυαλό σου σκέψεις και εικόνες βγαλμένες από το παρελθόν.
Η γιαγιά μου, η μάνα του πατέρα μου, ο θεός να την συγχωρά, ώρες-ώρες μου χάιδευε το κεφάλι και μου έλεγε ιστορίες και παραλογές.

Αγράμματη γυναίκα, το μυαλό και το κορμί της χαρακωμενα με πόνους, κόπους, βάσανα και κακίες των ανθρώπων και μάλιστα αυτών που τότε σε κάθε μικρή κοινωνία έκαναν κουμάντο.
Άκου γιε μου, μου έλεγε, μην παίρνουν τα μυαλά σου αέρα, σαν μερικούς-μερικούς όταν σου λένε πόσο καλός και άξιος είσαι, κράτα πάντα μικρό καλάθι και να προσπαθείς να στέκεσαι καλά στα πόδια σου.
Αν τυχόν και τα πάρεις τοις μετρητοίς αυτά που σου λένε το μόνο που θα καταφέρεις είναι να καβαλήσεις το καλάμι και να αρχίσεις να πιστεύεις πως εσύ είσαι ο ξεχωριστός και κανένας άλλος δεν φτάνει το μπόι σου.

Το κακό δεν είναι που φτάνεις ως εκεί, φουσκώνουν τα μυαλά και τότε αρχίζεις να πιστεύεις πως το καλάμι που καβάλησες είναι άλογο και το παίρνεις στη γούρνα με το νερό για να το ποτίσεις.
Όποιος φτάνει σε αυτή την κατάσταση χάνει τότε, γιε μου, την επαφή του με τους γύρω του, για κανέναν δεν νοιάζεται, τους βλέπει όλους  μικρούς, ηλίθιους και ανίκανους και αλίμονο στον ίδιο και τους άλλους αν η τύχη η κακή του δώσει κάποιο αξίωμα.

Ξεχνά το μέτρο και του είναι αδύνατον να μετρήσει το μπόι του, ξεχνά την παροιμία που λέει πως όσο πιο ψηλά ανεβαίνει η μαϊμού φαίνεται ο πισινός της.
Φουσκώνουν τα μυαλά του από έπαρση και εγωισμό, πιστεύει πως αυτός είναι και κανένας άλλος, πιστεύει πως αυτός είναι ο ξεχωριστός και αυτόν κάλεσε η ιστορία για να αφήσει το αποτύπωμά του.
Αβγαταίνει το κακό και με αυτούς τους γλείφτες που μαζεύονται γύρω του, τον επαινούν και τον κανακίζουν, του πρήζουν τα αυτιά του πόσο μεγάλος είναι, πως χρέος δικό του είναι να αλλάξει τον κόσμο.

Μέχρι εκεί μπορείς να πεις πως μικρό είναι το κακό αν τις όποιες στραβάρες τις φορτώνεται στην πλάτη του.
Έλα σου που σαν βρεθούν με αξιώματα και δύναμη τις δικές τους στραβάρες τις πληρώνει ο ταλαίπωρος ο κόσμος.
Καιρό είχα να την θυμηθώ και ήρθε να τσιγκλίσει τη μνήμη μου και να μου δώσει τη δική της εξήγηση και ερμηνεία για τα τόσα και τόσα που συμβαίνουν αυτά τα χρόνια.
Φωτογράφισε με λεπτομέρεια και ακρίβεια όλους αυτούς που σήμερα κρατούν στα χέρια τους τις τύχες μας.

Αρχηγοί και αρχηγίσκοι, παράγοντες και παραγοντίσκοι μόλις νιώσουν τη ζεστασιά της καρέκλας της εξουσίας ξεχνούν και το πώς και το γιατί βρέθηκαν εκεί.
Ξεχνούν σε ποιες πλάτες πάτησαν, ξεχνούν τα όσα υποσχέθηκαν, ξεχνούν ότι είναι προσωρινοί, ξεχνούν ότι από κάτω τους βρίσκονται άνθρωποι και το μόνο που θυμούνται και για το μόνο που παλεύουν είναι πώς θα συνεχίσουν να κάθονται στη ζεστή καρέκλα της εξουσίας.

Θυμούνται ότι υπάρχουν και άνθρωποι όταν έρθει η ώρα των εκλογών, βγάζουν τα μάτια τους μεταξύ τους όχι για το καλό του κόσμου αλλά για τη διατήρηση της δικής τους θέσης και το πώς θα αποκτήσουν μεγαλύτερο μερίδιο εξουσίας.
Καλή εποχή, καλούς πολιτικούς δεν έχει η εποχή μας αλλά καλή εικόνα μας προσφέρουν, βλέπουμε κάμποσες μαϊμούδες σκαρφαλωμένες στα δέντρα.