Λεξιστορείν: Ο προπηλακισμός!

Η  λέξη προπηλακισμός και το ρήμα προπηλακίζω σημαίνει πως  εκστομίζω ύβρεις  εναντίον κάποιου σε δημόσια εμφάνισή του, τον χλευάζω, τον διασύρω.

Πρόκειται για μια σύνθετη λέξη από το προ + πηλακίζω (από το ουσιαστικό πήλαξ = η λάσπη) με πρώτη σημασία «ρίχνω σε κάποιον λάσπη», έννοια που εξελίχθηκε όχι πια στο ρίξιμο λάσπης αλλά στο «ρίξιμο» ύβρεων και χλευασμού.