Φ. Χατζηδιάκος: «Οι αγώνες για τη δημοκρατία, δεν σταματούν ποτέ»

Στον πανηγυρικό του για την 7η Μαρτίου, ο δήμαρχος Ρόδου κ. Φώτης Χατζηδιάκος, ανέφερε τα εξής:

Σεβασμιώτατε, Θεοφιλέστατε, κύριε Υπουργέ, κύριοι βουλευτές, κύριε Αρχηγέ του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, κύριε Περιφερειάρχη, , κύριε πρόξενε, κυρίες κύριοι εκπρόσωποι προξενικών αρχών, κύριε πρόεδρε του δημοτικού συμβουλίου, κύριε Πρόεδρε του Ομίλου Βρακοφόρων, κυρίες και κύριοι.

Η αναφορά στην ιστορία, με αφορμή των επετειακών εκδηλώσεων, δεν αποτελεί μια απλή αφήγηση τετελεσμένων γεγονότων, αλλά μια προσπάθεια ανασκόπησης του παρελθόντος με στόχο την ερμηνεία του παρόντος και την πρόβλεψη του μέλλοντος.

Ο στόχος αυτός, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στη σύγχρονη ιστορία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και της αναζήτησης των κοινών στοιχείων των κρατών που την αποτελούν, ώστε να συμφιλιωθεί έκαστο με το παρελθόν του, χωρίς προκαταλήψεις, ασπαζόμενο ταυτόχρονα τις κοινές ευρωπαϊκές αξίες και αρχές.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, η ιστορική μνήμη αποκτά ιδιαίτερη αξία για ένα ζήτημα, το Δωδεκανησιακό, το οποίο απετέλεσε το τελευταίο ιστορικό-πολιτικό γεγονός, που σφράγισε την σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας.

Το ιστορικό χρονικό της περιόδου αυτής, ξεκινά στις 29 Σεπτεμβρίου 1911. Μία πολιτική - στρατιωτική κίνηση, αλλάζει τον χάρτη της ανατολικής Μεσογείου. Η Ιταλία κηρύττει τον πόλεμο κατά της Τουρκίας.

Τον Μάιο του 1912 η Ιταλία, με τη σιωπηρή αποδοχή των Μεγάλων Δυνάμεων, καταλαμβάνει τη Δωδεκάνησο υπό τύπον προσωρινότητας. Από τις 16 Μαΐου του 1912 ολόκληρο το νησί της Ρόδου, βρίσκεται υπό ιταλική στρατιωτική κατοχή, de jure bellico και η Ιστορία γυρίζει σελίδα.

 

 

Οι κάτοικοι των νησιών μας, υπό Οθωμανική κατοχή από το 1522, προσβλέπουν στην Ιταλία ως απελευθερωτική δύναμη, την οποία βοηθούν να εξουδετερώσει τους λίγους τουρκικούς θύλακες του νησιού. Την πίστη αυτή των Δωδεκανησίων για ελευθερία ενίσχυαν τα ιταλικά διαγγέλματα και οι υποσχέσεις, που μιλούσαν για καθεστώς πλήρους αυτονομίας και αυτοδιάθεσης.

Όμως, δεν θα αργούσε να αποδειχθεί περίτρανα ότι οι Ιταλοί σκόπευαν να κρατήσουν με κάθε μέσο τα νησιά ως προγεφύρωμα για τις θέσεις τους, σε Μικρά Ασία και Β. Αφρική.

Οι Δωδεκανήσιοι λόγιοι, αντιλαμβάνονται άμεσα τις Ιταλικές προθέσεις, Πρώτη άμεση κίνηση, ήταν η διενέργεια στις 16 Ιουνίου 1912, στην Πάτμο, του Πανδωδεκανησιακού Συνεδρίου, με την παρουσία του Θεμιστοκλή Σοφούλη και του Ίωνα Δραγούμη, όπου οι νησιώτες κηρύσσουν με ψήφισμα τους, τα νησιά ενιαία αυτόνομη «Πολιτεία του Αιγαίου» Το ψήφισμα αυτό προκαλεί έντονη δυσαρέσκεια στο στρατηγό

Αμέλιο, ο οποίος δεν δέχεται την Ελληνική αντιπροσωπεία και εντείνει τις αυστηρές προειδοποιήσεις του.

Στα Θεοφάνεια του 1913, έλαβαν χώρα νέες διαμαρτυρίες των Ροδίων, μπροστά στον Ιερό Ναό του Νεοχωρίου Ρόδου, στη διάρκεια των οποίων η ιταλική διοίκηση αντιδρά με βία. Βίαια επεισόδια έγιναν και στα χωριά του νησιού.

Όλα αυτά ξεσήκωσαν τις συνειδήσεις στην Ευρώπη και το «Δωδεκανησιακό» έγινε διεθνές ζήτημα.

Από το 1915 με την είσοδο της Ιταλίας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, οι Δωδεκανήσιοι, βλέπουν τα εδάφη τους να μετατρέπονται σε de facto ιταλική πολεμική κατοχή.

 

 

Με τη λήξη του πρώτου παγκόσμιου πολέμου και με αφορμή τη διακήρυξη της Κοινωνίας των Εθνών για το δόγμα περί αυτοδιάθεσης των λαών, οργανώθηκαν συλλαλητήρια το Πάσχα του 1919. Στη δωδεκανησιακή συλλογική μνήμη παρέμεινε ως «Το Αιματηρό Πάσχα του 1919», γιατί στις ειρηνικές εκδηλώσεις των Δωδεκανησίων, οι Ιταλοί αντέταξαν τη βία, με αποτέλεσμα το θάνατο του Ιερέα Παπαλουκά και της Ανθούλας Ζερβού από το Παραδείσι της Ρόδου. Σήμερα 100 χρόνια μετά τιμούμε με σεβασμό τη μνήμη τους.

Ταυτόχρονα, οι Δωδεκανήσιοι της Αθήνας ανέθεταν σε αξιόλογους Δωδεκανήσιους να παρουσιάσουν στη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, τον Ιανουάριο του 1919, τα δίκαια αιτήματα τους. Ο Καλύμνιος γιατρός Σκεύος Ζερβός, στο υπόμνημά του, μεταξύ άλλων αναφέρει «Εμείς οι Δωδεκανήσιοι, είμαστε ΄Ελληνες, ΄Ελληνες υπήρξαμε από τότε, που η ελληνική φυλή έκανε την εμφάνιση της στο κόσμο.

Υπήρξαμε ΄Ελληνες από τα χρόνια του Ομήρου, ΄Ελληνες ήμασταν, όταν οι Μήδες και οι Πέρσες εξαπέλυσαν την πολεμική τους λαίλαπα στην Ευρώπη, ΄Ελληνες υπήρξαμε ήδη από τα χρόνια του Περικλή. Εμείς οι Δωδεκανήσιοι ΄Ελληνες ήμασταν και υπό την ρωμαϊκή κυριαρχία και όταν ήμασταν κομμάτι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά και όταν μας κατέκτησαν οι Τούρκοι. ΄Ως ΄Ελληνες ανατραφήκαμε και ως ΄Ελληνες κερδίσαμε την ελευθερία μας.»

Δηλώνουμε λοιπόν, μπροστά στον Θεό και τους ανθρώπους, ότι προτιμούμε να αφανιστούμε μέχρι τον τελευταίο από μας, παρά να ανεχθούμε να ανασαίνουμε εμείς, τα παιδιά και τα αδέλφια μας, τον αέρα σε μια Δωδεκάνησο που δεν θα σκέπει η γαλανόλευκη σημαία της Ελλάδας.

Στις 29 Ιουλίου 1919, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αξιοποιεί σε διπλωματικό πεδίο την αντίδραση του δωδεκανησιακού λαού, και υπογράφει την γνωστή υπό το όνομα Tittoni-Βενιζέλου συνθήκη, που παραχωρούσε τα μικρά νησιά στην Ελλάδα και την Ρόδο κατόπιν δημοψηφίσματος, η οποία αναπτέρωσε πρόσκαιρα τις ελπίδες του δωδεκανησιακού λαού,

Το ίδιο ισχύει με την Συνθήκη των Σεβρών, στις 10 Αυγούστου 1920. Ο λαός της Δωδεκανήσου πανηγυρίζει για μια ακόμη φορά και οι ελληνικές σημαίες υψώνονται παντού. Ωστόσο, η συνθήκη αυτή δεν επικυρώθηκε ποτέ, από τις εσωτερικές έννομες τάξεις των συμβαλλομένων μερών.

Στην Ιταλία, τον Οκτώβριο του 1922, ανέρχεται στην εξουσία το φασιστικό κόμμα και όχι μόνο σαν ευρωπαϊκός, αλλά και ως διεθνής παράγοντας, ο Μουσολίνι. Νέος Κυβερνήτης της Δωδεκανήσου από το Φεβρουάριο του 1923, αναλαμβάνει ο Μάριο Λάγκο, πρώην διπλωμάτης, ο οποίος προσπαθεί να επιβάλει την ιταλική γλώσσα και κουλτούρα με πιο εντατικούς ρυθμούς, σε σχέση με τους προκατόχους του.

Αυτές τις δυσμενείς συγκυρίες είχε να αντιμετωπίσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, μαζί με μια πληγωμένη Ελλάδα από την Μικρασιατική καταστροφή και την προσφυγιά, όταν υπέγραφε την Συνθήκης της

Λωζάνης στις 24 Ιουλίου του 1923, με βάση την οποία άρχιζε και επίσημα η de jure κατοχή της Ιταλίας στα Δωδεκάνησα.

Στο διάστημα που μεσολαβεί από το 1923 έως την κήρυξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η στάση των ιταλικών δυνάμεων απέναντι στην ελληνική κοινότητα εντείνεται διαρκώς. Με τις προσπάθειες εξιταλισμού του πληθυσμού, οι Ιταλοί στοχεύουν στην αφομοίωση του ελληνικού πληθυσμού, από τον οποίο στερούν πρωτίστως τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας.

Το 1936, ο Μάριο Λάγκο αντικαθίσταται από τον Τσέζαρε Μαρία ντε Βέκκι, στενό συνεργάτη του Μουσολίνι κι έναν από τους τετράρχες του Φασισμού, ο οποίος αναστέλλει την κυκλοφορία των ελληνικών εφημερίδων, όπως η Ροδιακή και η Νέα Ρόδος, απαγορεύει τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και πολλά άλλα.

Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940 οι Iταλοί εντείνουν τα μέτρα καταπίεσης του πληθυσμού, συλλαμβάνουν όλους τους Έλληνες υπηκόους και τους κλείνουν σε στρατόπεδο στην τάφρο του φρουρίου της Pόδου, υπό φριχτές συνθήκες διαβίωσης.

Το 1943, μετά την κυριαρχία των Γερμανών, ακολουθεί μια δραματική περίοδος για τη Ρόδο και τα άλλα νησιά. Η βαρβαρότητα των Γερμανών ήταν απερίγραπτη. Και τότε αναδεικνύεται όλο το μεγαλείο της ελληνικής και δωδεκανησιακής ψυχής. Συγκροτούνται κατασκοπευτικές και αντιστασιακές ομάδες που δίνουν πληροφορίες στη Μέση Ανατολή και με βάση αυτές γίνονται οι αεροπορικές επιδρομές των Συμμάχων στη Ρόδο. Στην ιστορία θα μείνει το περίφημο «Λημέρι» στο Μονόλιθο, που οι πρωτεργάτες της επιχείρησης ANGLO πλήρωσαν με τη ζωή τους τη συμμετοχή τους.

Δεκάδες Δωδεκανήσιοι, διώκονται, συλλαμβάνονται βασανίζονται και εκτελούνται από τον βάρβαρο κατακτητή.

Οι Έλληνες φαίνονται αποφασισμένοι να διεκδικήσουν τα Δωδεκάνησα και δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος, πλην του σκληρού κι ανιδιοτελούς αγώνα, τον οποίο εν μέσω διεθνών και αντικρουόμενων συμφερόντων αναγνωρίζουν και οι ξένοι ηγέτες.

Η πολυσέλιδη αναφορά του Βρετανού Υπ. Εξωτερικών, Άντονυ ‘Ηντεν περί παραχώρησης της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, φέρει χειρόγραφη την λέξη «συμφωνώ» και την μονογραφή του Τσώρτσιλ, σε κάθε σελίδα της

Τον Οκτώβριο του 1944, στην εφημερίδα El Dodecaneso της Νότιας Αμερική δημοσιεύεται εισήγηση του Γερουσιαστού Κλαυδίου Πέππερ, για << να αποδοθούν αι δώδεκα νήσοι του Αιγαίου πελάγους, γνωστά υπό το όνομα Δωδεκάνησος εις την Ελλάδα>>.

Τελειώνει ο Β παγκόσμιος πόλεμος και οι σύμμαχοι νικούν. Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στους νικητές του πολέμου. Το παγκόσμιο μαρτύριο του φασισμού παίρνει τέλος. Στις 8 Μαίου 1945 τα γερμανικά στρατεύματα της Δωδεκανήσου παραδίδονται στους Συμμάχους κι αποχωρούν και το περίστροφο του Γερμανού Ταξίαρχου Wagner, παραδίδεται στον διοικητή του Ιερού Λόχου, συνταγματάρχη Χρ. Τσιγάντε. Ο πολεμικός ανταποκριτής των Τάιμς της Νέας Υόρκης ανέφερε « Το Στάλινγκραντ της Ανατολικής Μεσογείου, η Ρόδος και η Κρήτη, παραδόθηκαν σήμερον στις συμμαχικές δυνάμεις».

Η Ελλάδα, που μετρούσε απώλειες παντός είδους: σε άμαχο πληθυσμό, σε νεκρούς στα μέτωπα, σε φυσικό πλούτο και εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας, ως μόνη ελπίδα από τη μοιρασιά της λείας του πολέμου,

διεκδικούσε την εκπλήρωση του αιώνιου πόθου των Δωδεκανησίων, για την Ένωση των νήσων τους με τη Μητέρα Ελλάδα.

Στη συνεδρίαση των Υπουργών Εξωτερικών που προετοίμαζε τη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, σε μια απρόσμενη στροφή της πολιτικής της, η Σοβιετική Ένωση συγκατατέθηκε να αποδοθούν τα Δωδεκάνησα στη Ελλάδα.

Μετά από μία αλυσίδα διεθνών διπλωματικών και πολιτικών γεγονότων η υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης στις 2 Φεβρουαρίου 1947, στο Παρίσι κατέληξε στο αίσιο για τη Δωδεκάνησο αποτέλεσμα. Στο άρθρο 14 αναφέρεται: «Η Ιταλία εκχωρεί εις την Ελλάδα εν πλήρη κυριαρχία, τας νήσους της Δωδ/σου ως και τας παρακειμένας νησίδας.

Η τελετή παράδοσης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα από τις βρετανικές αρχές έγινε στις 31 Μαρτίου 1947 στη Ρόδο, μέσα σ’ ένα παραλήρημα ενθουσιασμού. Ο Άγγλος ταξίαρχος Πάρκερ μπροστά στο Δημαρχείο της Pόδου στις 12 ακριβώς “Παραδίδει την διοίκηση της στρατιωτικώς κατεχόμενης περιοχής Δωδεκανήσου» και υπογράφει το πρωτόκολλο παράδοσης στον ‘Ελληνα Στρατιωτικό Διοικητή Αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη, ο οποίος διαβάζει στην προκήρυξη του: ”…Αίμα, θλίψεις, δάκρυα είχε πληρώσει, όπως πάντα η ελληνική φυλή, για να εξαγοράσει αυτήν την ακριβή ώρα, που θα έβλεπε την έπαρση της γαλανόλευκης σημαίας… Την ημέρα εκείνη Πολλοί έμειναν να κοιτούν αχόρταγα τη σημαία να κυματίζει στον ιστό μετά από 648 χρόνια σκλαβιάς και ποιος ξέρει εκείνη τη μέρα, ως το βράδυ, πόσες φορές να ξαναγύρισαν σ’ αυτό το μέρος για να την καμαρώσουν και πάλι».

Στις 7 Μαρτίου 1948, επισφραγίζεται σε επίσημη τελετή η Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα. Είναι η ημέρα της δικαίωσης των αγώνων και των θυσιών του δωδεκανησιακού λαού.

Σε τούτες τις στιγμές της ιστορίας, τιμούμε τις θυσίες των Δωδεκανησίων αγωνιστών, επώνυμων και ανώνυμων, αποτίουμε φόρο τιμής και καταθέτουμε στεφάνι δόξας στη μνήμη αυτών.

Όπως έγραφε το 1946, ο Ρόδιος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μετέπειτα πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, Αγαπητός Τσοπανάκης, σε υπόμνημα του για τους ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΟΥΣ: “… όλοι μαζί, οι Δωδεκανήσιοι αντιστάθηκαν και πρόσφεραν τις θυσίες τους για να διατηρήσουν την ελληνικότητα και την πίστη τους. Οι αναμνηστικές στήλες για όλους αυτούς τους ήρωες, δεν θα υψώνονται μόνο μέσα στην καρδιά των συμπατριωτών τους. Τώρα θα γίνουν και ψηλαφητά μνημεία των αισθήσεων.»

Σήμερα, 71 χρόνια μετά, «ψηλαφητά μνημεία των αισθήσεων μας υψώνονται ΑΘΑΝΑΤΟΙ οι υπέρ της Πατρίδας πεσόντες. Ο Δήμος Ρόδου, εις ένδειξη τιμής και μνήμης, στην είσοδο του Δημαρχιακού Μεγάρου, έχει τοποθετήσει μαρμάρινες στήλες με τα ονόματα των ηρώων, που εκτελέσθηκαν και πέθαναν για τα ελεύθερα Δωδεκάνησα. Οι αγώνες και οι θυσίες τους μας εμπνέουν και μας διδάσκουν.

Σήμερα, καθώς η Ελλάδα, η Ιταλία, η Γερμανία, αποτελούν κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης ο εορτασμός της Ενσωμάτωσης της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, αποτελεί ένα ιστορικό αναστοχασμό καθώς σηματοδοτεί την νίκη των λαών κατά του φασισμού, που εδραιώθηκε με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και διατηρείται, ακόμα κι αν σήμερα απειλείται από την αναβίωση του φασισμού, του ρατσισμού, του οικονομικού ανταγωνισμού και της περιστολής των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων της.

Η ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου είναι ένα ιστορικό ορόσημο, που σήμερα δείχνει στους λαούς της Ευρώπης την κοινή τους πορεία, την συνεργασία, τον διάλογο και την εξεύρεση λύσεων.

Οι ευρωπαϊκές αξίες, βασισμένες στην ειρήνη, στον ανθρωπισμό, στην δημοκρατία, πρέπει να παραμείνουν αναλλοίωτες, μέσα από την κοινή ευρωπαϊκή μας πορεία, μέσα σε πνεύμα αμοιβαίου σεβασμού και αλληλεγγύης.

Μέσα σ’ αυτήν την πορεία οι λαοί της Ευρώπης πρέπει να ξεπεράσουν τα ιστορικά τους ελλείμματα και να υψώσουν την ευρωπαϊκή σημαία ως φραγή στον λαϊκισμό και στον διχασμό , απέναντι στην λογική της αδράνειας, της εθνικής περιχαράκωσης και του εθνικισμού.

Σ’ αυτήν την Ευρώπη της Ιστορίας και του Πολιτισμού προσβλέπουμε. Στην Ευρώπη της προόδου, σε μια Ευρώπη ισχυρή που θα καταστεί ρυθμιστής και εγγυητής στα επικίνδυνα γεωπολιτικά ζητήματα της ευρύτερης περιοχής.

Η ιστορική μνήμη παραμένει ζωντανή, όσο υπάρχουν αγώνες για τη δημοκρατία. Και οι αγώνες για τη δημοκρατία δεν σταματούν ποτέ.

Ζήτω η Ρόδος! Ζήτω τα Δωδεκάνησα.