Τριπλό χτύπημα στην πρώτη κατοικία

Του Γιώργου Κύρτσου
Ευρωβουλευτή ΝΔ


Η προσπάθεια της κυβέρνησης να περιορίσει νομοθετικά τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας για τους δανειολήπτες με “κόκκινα” δάνεια είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, το οποίο όμως δεν λύνει το πρόβλημα που πήρε τεράστιες διαστάσεις την τελευταία τετραετία.

Χρωστάνε περισσότερα
Εξαιτίας της υπερφορολόγησης των ακινήτων έχει δημιουργηθεί μία αξιοπερίεργη κατάσταση.
Ακόμα και αυτοί που εξυπηρετούν κανονικά το στεγαστικό τους δάνειο διαπιστώνουν ύστερα από μία δεκαετία θυσιών ότι το υπόλοιπο του δανείου τους ξεπερνάει την εμπορική αξία του ακινήτου τους. Πολλοί από αυτούς χάνουν το οικονομικό κίνητρο να συνεχίσουν την εξυπηρέτηση ενός στεγαστικού δανείου, το οποίο μπορεί να τους εξασφαλίζει την ιδιοκτησία του ακινήτου, δεν αποτρέπει όμως τη δραστική μείωση της οικογενειακής περιουσίας.

Εάν η κυβέρνηση Τσίπρα είχε υιοθετήσει την πρόταση που διατύπωσε ο κ. Μητσοτάκης προ τριετίας για μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30%, οι εμπορικές αξίες των ακινήτων θα είχαν αρχίσει να ανακάμπτουν με δυναμικό τρόπο και έτσι θα άξιζαν οι οικονομικές θυσίες της οικογένειας για την εκπλήρωση των τοκοχρεολυτικών υποχρεώσεων.

Δυστυχώς η υπερφορολόγηση των ακινήτων συνεχίζεται και με εξαίρεση τα ακίνητα που πληρούν τις προϋποθέσεις για τουριστική εκμετάλλευση, η οικογενειακή ιδιοκτησία έχει μετατραπεί σε φορολογική, οικονομική παγίδα.

Υπερβολικές χρεώσεις
Το δεύτερο πρόβλημα που μεγάλωσε εξαιτίας της κυβερνητικής πολιτικής είναι η τάση των τραπεζών να κάνουν υπερβολικές χρεώσεις στους συνεπείς και στους «κόκκινους» δανειολήπτες.
Τα πειράματα του 2015 αποδυνάμωσαν το τραπεζικό σύστημα και οδήγησαν τα «κόκκινα» δάνεια σε ποσοστό ρεκόρ της τάξης του 45%.

Ως αποτέλεσμα αυτών των ιδιαίτερα αρνητικών εξελίξεων, οι τράπεζες χρεώνουν υπερβολικά πολλά σε όλους τους δανειολήπτες και επιδιώκουν να σκληρύνουν τη διαχείριση των «κόκκινων» δανείων. Προσπαθούν να καλύψουν ζημιές και αδυναμίες επιβάλλοντας υπερβολικές χρεώσεις στους πελάτες τους.

Tην τετραετία που πέρασε υπερδιπλασιάστηκαν το ιδιωτικό χρέος, οι οφειλές προς τις τράπεζες, τα ασφαλιστικά ταμεία και την Εφορία και ένας από τους βασικούς λόγους ήταν τα υπερβολικά υψηλά επιτόκια και οι κάθε είδους χρεώσεις των τραπεζών σε βάρος των πελατών τους, συνεπών και ασυνεπών.

Έλλειψη εισοδήματος
Οι ρυθμίσεις για την προστασία της πρώτης κατοικίας είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, δεν καλύπτουν όμως την έλλειψη εισοδήματος που χαρακτηρίζει τα περισσότερα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και τις πολύ μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες με σοβαρές δανειακές υποχρεώσεις.

Στο τέλος της τετραετίας η κυβέρνηση αναδεικνύει με τα μέτρα που παίρνει το πρόβλημα που δημιούργησε με τα λάθη και τις παραλείψεις της.
Το ιδιωτικό χρέος υπερδιπλασιάστηκε, η οικογενειακή ιδιοκτησία υπονομεύτηκε, ενώ οι περισσότεροι δανειολήπτες εξακολουθούν να πάσχουν από έλλειψη ρευστού και εισοδήματος.

Η νομοθετική ρύθμιση που προωθεί η κυβέρνηση δεν λύνει τα οικονομικά προβλήματα που η ίδια δημιούργησε ή μεγέθυνε, απλώς κερδίζει κάποιο χρόνο για όλους τους ενδιαφερόμενους, για να διαπιστώσουμε σε μερικούς μήνες ότι το αδιέξοδο παραμένει.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι έλυσε το πρόβλημα με μία ρύθμιση που ούτως ή άλλως θα εφαρμοστεί την επόμενη τετραετία.

Το τραπεζικό σύστημα εμφανίζει μία βιτρίνα ομαλότητας πίσω από την οποία κρύβεται η αδυναμία του να διαχειριστεί τα «κόκκινα» δάνεια χωρίς μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές απώλειες.

Οι «κόκκινοι» δανειολήπτες και η κοινωνία στο σύνολό της παραμένουν στην οικονομική πρέσα χωρίς να έχουν τις δυνατότητες να διαχειριστούν αποτελεσματικά τις εκκρεμότητές τους.

Μια ματιά στα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, ακόμα και στις οικονομίες που πέρασαν τη δοκιμασία του προγράμματος-μνημονίου, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και σε αυτά τα ζητήματα είμαστε η αρνητική εξαίρεση, με ευθύνη της κυβέρνησης Τσίπρα.