Λεξιστορείν: Η εξάρτηση, η εξάρτυση και η..εξάρτιση!

Πρόκειται για τρεις ομόηχες λέξεις με διαφορετική όμως ορθογραφία και φυσικά σημασία.

Η εξάρτηση προέρχεται από το ρήμα εξαρτώμαι = κρεμιέμαι, στηρίζομαι  και δηλώνει την υπερβολική προσκόλληση και εξάρτηση από πρόσωπο  ή συνήθεια (π.x. το τσιγάρο).

Η εξάρτυση προέρχεται από το ρήμα εξαρτύω = εφοδιάζω, εξοπλίζω κι αναφέρεται αποκλειστικά στο εξοπλισμό που φέρουν τα μέλη του στρατού και των Σωμάτων Ασφαλείας.

Τέλος η εξάρτιση προέρχεται από το ρήμα εξαρτίζω = εφοδιάζω το πλοίο και δηλώνει  αποκλειστικά τα εφόδια ενός πλοίου.