Eπαναφέρουν οι εστιάτορες το ζήτημα του all inclusive

Το σωματείο εστιατόρων της περιοχής μας μετά από αρκετά χρόνια ανακινεί το θέμα του all inclusive στα ξενοδοχεία, και μάλιστα ανέθεσε την υπόθεση στον Παναγιώτη Γκόφα εκπρόσωπο της ΓΣΒΕΕ /ΠΟΕΣΕ στην Ευρωπαϊκή οικονομική και κοινωνική Επιτροπή.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του σωματείου Γιάννη Κλούβα, που συναντήθηκε με τον κ. Γκόφα πρόσφατα στην Αθήνα στο πλαίσιο εορτασμού των εκατό χρόνων της ΓΣΕΒΕΕ, είναι ανάγκη να τεθεί το θέμα εκ νέου, και μάλιστα ζητά να το επανεξετάσει η αρμόδια επιτροπή της ΕΕ και να γνωμοδοτήσει σχετικά.

Σημειώνεται ότι το 2005 όταν το all inclusive είχε συζητηθεί στην επιτροπή, σε σχετική ανακοίνωση από τον επίτροπο G. Verheugen είχε επισημανθεί ότι «οι ευρωπαϊκοί κανόνες ανταγωνισμού εφαρμόζονται μόνο κατά το μέτρο που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών. Δεν εφαρμόζονται σε προβλήματα ανταγωνισμού που κάνουν την εμφάνισή τους στις τοπικές αγορές.

Συνεπώς πρέπει να αξιολογηθεί ξεχωριστά για κάθε περίπτωση αν εφαρμόζονται οι ευρωπαϊκοί ή οι εθνικοί κανόνες ανταγωνισμού σε ειδικές συμφωνίες ή πρακτικές στις στην αγορά των τουριστικών προγραμμάτων all inclusive. Όπου εφαρμόζονται αυτοί οι κανόνες, η συμβατότητα δύναται να αξιολογηθεί με σαφήνεια μόνο για κάθε περίπτωση ξεχωριστά».

Το σωματείο των εστιατόρων επισημαίνει για το θέμα τα εξής:
«Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ραγδαία αλλαγή όσον αφορά στον τρόπο πωλήσεων των ξενοδοχειακών μονάδων της χώρας μέσω των μεγάλων τουριστικών γραφείων. Έχοντας σαν στόχο την αύξηση των διανυκτερεύσεων σε μία έντονα ανταγωνιστική παγκόσμια τουριστική αγορά, ολοένα και περισσότερες ελληνικές ξενοδοχειακές μονάδες παρέχουν, κυρίως στους αλλοδαπούς πελάτες τους, προπληρωμένα πακέτα διακοπών (all inclusive). Στα οικονομικά αυτά πακέτα συμπεριλαμβάνεται συνήθως πλήρης διατροφή (πρωινό, μεσημεριανό, βραδινό), ελεύθερα ποτά και διάφορα snacks σε απεριόριστες ποσότητες όλη την ημέρα, αλλά και πολλές υπηρεσίες, σπόρ κ.λ.π. χωρίς χρέωση ανάλογα με το πακέτο.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι στους καταλόγους των τουριστικών γραφείων του εξωτερικού για τη θερινή σεζόν 2019, η πλειονότητα των μεγάλων ελληνικών ξενοδοχειακών μονάδων διαφημίζεται πλέον με όρους όπως: all inclusive, super all inclusive, ultra all inclusive...

Αυτή η μέθοδος προσέλκυσης τουριστών, αν και έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την αύξηση των αφίξεων, μπορεί μακροπρόθεσμα να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα όχι μόνο στην εκάστοτε ξενοδοχειακή μονάδα αλλά και στο σύνολο της τουριστικής βιομηχανίας της χώρας.

Είναι απολύτως λογικό, ότι το βασικό κριτήριο μέτρησης της επιτυχίας μίας τουριστικής σεζόν είναι τα έσοδα, που προκύπτουν κατά τη διάρκειά της, και όχι ο αριθμός των αφίξεων (κάτι που δεν γίνεται σαφές στις εκάστοτε πανηγυρικές υπουργικές δηλώσεις). Με ποιο τρόπο συμβάλλουν λοιπόν τα οικονομικά προπληρωμένα πακέτα all inclusive στη διαμόρφωση αυτής της “ψαλίδας” ανάμεσα στις αφίξεις και στο πραγματικό τουριστικό συνάλλαγμα;

Προσπαθώντας να βγούν ανταγωνιστικές και υποκύπτοντας στην πίεση των τουριστικών πρακτόρων για ολοένα και χαμηλότερες τιμές, πολλές ξενοδοχειακές μονάδες προσφέρουν πακέτα all inclusive τόσο οικονομικά, ώστε να αναγκάζονται να προβούν σε περικοπές στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών για να παραμείνουν βιώσιμες.

Με το τρόπο αυτό παρασύρουν και άλλες ξενοδοχειακές μονάδες σε ένα φαύλο κύκλο ολοένα χαμηλότερων τιμών με ολοένα χειρότερη ποιότητα. Είναι απολύτως κατανοητό, ότι ούτε τα τόσο οικονομικά πακέτα αλλά ούτε και η μείωση της ποιότητας των υπηρεσιών προσφέρουν το οτιδήποτε στην αύξηση του τουριστικού συναλλάγματος της χώρας.

Το all inclusive προσελκύει πρακτικά τουρίστες, που, έχοντας προπληρώσει το σύνολο των διακοπών τους (διαμονή, διατροφή, διασκέδαση), δεν έχουν λόγο αλλά ούτε και σκοπό να δαπανήσουν τίποτα παραπάνω. Ο τομέας του τουριστικού εμπορίου (εστιατόρια, καφετέριες, κοσμηματοπωλεία ταξί κ.λ.π.) ήδη έχει αρχίσει να νιώθει τις συνέπειες της κατάστασης αυτής.

Ο τουρίστας παραμένει κυρίως στο ξενοδοχείο και, όταν απομακρυνθεί απο αυτό, δεν αγοράζει.

Το μεγάλο στοίχημα για τον ελληνικό τουρισμό, είναι οι εισπράξεις να αυξάνονται με ρυθμούς ανάλογους με τους ρυθμούς αύξησης των αφίξεων. Με τρόπους όπως το all inclusive (όπως αυτό διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια) δεν θα το κερδίσουμε.

Ο ελληνικός τουρισμός πρέπει να είναι ποιοτικός και όχι εξαντλητικά φθηνός και άρα αναπόφευκτα κακός. Υπάρχουν ευτυχώς υπεραρκετοί τουρίστες που θέτουν την ποιότητα ως  βασικό κριτήριο επιλογής του μέρους, που θα περάσουν τις επόμενες διακοπές τους...»