Μεσαιωνολόγιο: Οι άγνωστοι ναοί των Ιωαννιτών  στη Λακωνία Πελοποννήσου

Γράφει η Άννα Αχιολά
info@medievalfestival.gr

Το Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών έχει συνδεθεί με το νησί της Ρόδου, λόγω της μακραίωνης παραμονής του σε αυτό, γι’ αυτό άλλωστε μετονομάστηκε σε Τάγμα των Ιπποτών της Ρόδου και είναι γνωστό πως έχει αφήσει μία σπουδαία αρχιτεκτονική κληρονομιά στο σμαραγδένιο νησί της Δωδεκανήσου (τότε Νότιες Σποράδες).

Πόσο γνωστή είναι όμως η δράση τους στην Πελοπόννησο και τα έργα που έχουν αφήσει πίσω τους; Ποια η σχέση του Κάστρου Φερακλού στο Χαράκι της Ρόδου και του οικισμού Φαρακλού στη Λακωνία Πελοποννήσου;  Μας εξηγεί γι’ αυτά στο άρθρο του, ο συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και φωτογράφος, Μιλτιάδης Τσαπόγας.

Καθώς κινείται κανείς από τους Μολάους προς τη Νεάπολη Βοιών, περίπου εις το μέσον της διαδρομής αυτής, σ’ ένα ψήλωμα της γης που θωρεί θεσπέσια τον Λακωνικό Κόλπο και τ’ ακρωτήρι «Κουλέντι» (όπου και ο βυζαντινός ομώνυμος  πύργος), και σιμά στο κοιμητήρι του χωριού Παντάνασσα, ένας ναός μεσαιωνικός με παράξενη αρχιτεκτονική, παρουσιάζεται πίσω από ένα παλαιό πέτρινο περιτοίχισμα και προβληματίζει. Ανοίγοντας ο επισκέπτης την αυλόθυρα του αυτού περιτοιχίσματος, απαντιέται με το ναό που άλλοτε ήτανε αφιερωμένος μοναχά στην Παναγιά, μα τώρα είναι τρισυπόστατος, αφιερωμένος επίσης στους Αγίους Αθανάσιο και Σπυρίδωνα.

Οι τρούλοι που μετρά κανείς σ' αυτήν την παράξενη εκκλησιά είναι πέντε, τέσσερις μικροί στις γωνιές και ένας κεντρικός οκταγωνικός στη μέση. Ένας πέτρινος σταυρός με οχτώ πεπλατυσμένες κεραίες στο ανώφλι του νότιου θυρώματος, εξομολογιέται και την ταυτότητα του ανεγέρτη του ναού, τουτέστιν του διάσημου εις τον Μεσαίωνα ιεροπολεμικού τάγματος του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ, που αλλιώς καλείται και Τάγμα των Ιωαννιτών, Ιππότες της Ρόδου, Ιππότες της Μάλτας, Οσπιταλιέροι, καθώς και Σπιταλιώτες.

 

Το κάστρο των Βατίκων όπως φαντάζει από ψηλά (θέση παρά το χωριό Φαρακλό)
Το κάστρο των Βατίκων όπως φαντάζει από ψηλά (θέση παρά το χωριό Φαρακλό)

 

Μέχρι πρότινος, οι ερευνητές δυσκολεύονταν να βρουν τον ανεγέρτη, ενώ τα συμπεράσματά τους, με όσο επιστημονικό τρόπο κι αν διαμορφώνονταν, φαίνεται πως ήσαν στο μεγαλύτερο μέρος τους λανθασμένα.

Ο γιομάτος από εμπόδια δρόμος τελικώς της λύσεως πίσω από το αίνιγμα του ναού, δείχνει να φανερώνεται από τη γνωστή Βυζαντινολόγο Ασπασία Λούβη-Κίζη, η οποία, έχει πιθανότατα κατορθώσει να λύσει και το γρίφο που τυλίγει τον «παράξενο» γλυπτό διάκοσμο του ναού του Αγίου Γεωργίου στο κάστρο του Γερακίου.

Εντούτοις, μολονότι και οι δύο προαναφερθέντες ναοί (Η Παντάνασσα Γερουμάνας και ο Άγιος Γεώργιος Γερακίου) σχετίζονται με τους Ιωαννίτες Ιππότες, θα πρέπει να ειπούμε πως δε συνδέονται και χρονολογικά - ως προς την εποχή της οικοδόμησης - μεταξύ τους, ούτε και με τα ίδια πρόσωπα. Αυτό σημαίνει πως ο Αραγωνέζος ιππότης  Íñigo de Alfaro  και ο δευτερότοκος αδερφός του, φιγούρες για τις οποίες γνωρίζομε πως κατά πάσα πιθανότητα συνδέονται με το Γεράκι (ένεκα των εκεί σωζόμενων θυρεών τους), καμιά σχέση δεν έχουν με την εκκλησιά της Παντάνασσας, αφού η δράση τους στην Πελοπόννησο τοποθετείται στα χρόνια της παραμονής των Ιωαννιτών Ιπποτών στο Μοριά κατά τα έτη 1379-1382.

Μολαταύτα, οι ενέργειες των Ιωαννιτών Ιπποτών εις την χερσόνησο της Πελοποννήσου προς εγκατάσταση, δεν σταματούν στα 1382, αλλά εξακολουθούν και με τις πρώτες αχτίδες του 15ου αιώνα, αφού τότε, στα 1400, αγοράζουν από τον Δεσπότη του Μυστρός Θεόδωρο Α’ Παλαιολόγο, τόσο την ίδια την καστροπολιτεία του Μυζηθρά, όσο και την πόλη της Κορίνθου.

Ωστόσο, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζομε, η αγοραπωλησία αυτή προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των ορθοδόξων ως προς το δόγμα Ελλήνων, με αποτέλεσμα οι «καλογεροιππότες» να εγκαταλείψουν σύντομα την πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Πελοποννήσου και να καταφύγουν με ειρηνικές διαδικασίες στα Βάτικα, μια περιοχή με καλό λιμένα (ας μη λησμονούμε πως οι Σπιταλιώτες ήσαν και σπουδαίοι θαλασσομάχοι, για τούτο και επέλεγαν όποτε ήταν δυνατόν  σε μια εγκατάστασή τους, τόπο που θα τους παρείχε ένα άνετο επίνειο για τα καράβια τους) και άριστη εποπτεία του Λακωνικού κόλπου.

Έτσι, όπως όλα δείχνουν, κατά το διάστημα μεταξύ των ετών 1400 και 1404 (σ.σ. στα 1404 οι Ιωαννίτες αποχώρησαν από το Μοριά, ωστόσο, επισημαίνομε ότι ξαναδοκίμασαν να κατακτήσουν τις θέσεις τους και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας), οι Σπιταλιώτες ανέγειραν σε ύψωμα με άριστη θέα κοντινά στα σημερινά χωριά Παντάνασσα και Κρυόβρυση, το ναό της «Παντάνασσας Γερουμάνας». Πιθανόν δε, κατά την άποψή μας είναι, να οχυρώθηκαν και εις το παλαιότερο  από την εποχή τους «Κάστρο της Αγίας Παρασκευής», καθώς και να ίδρυσαν, με, ή παρά τη θέλησή τους, και τον γειτονικό στο αυτό φρούριο οικισμό του Φαρακλού.

Περί του «Κάστρου της Αγίας Παρασκευής» και του χωριού «Φαρακλό».

 

Ανεβαίνοντας στο κάστρο της Αγίας Παρασκευής ή Φαρακλού από την βορινή πλευρά, όπου και η αρχή του μονοπατιού
Ανεβαίνοντας στο κάστρο της Αγίας Παρασκευής ή Φαρακλού από την βορινή πλευρά, όπου και η αρχή του μονοπατιού

 

Καθώς πλέον ευρισκόμαστε εις το β’ μέρος του άρθρου μας, αδύνατον θα ήτανε να μην κάνουμε λόγο και για μιαν ακόμα ουσιώδη λεπτομέρεια, η οποία αφορά - ως θεωρούμε - το Βατικιώτικο φρούριο ή αλλιώς «Κάστρο της Αγίας Παρασκευής».

Πρόκειται για τη «συγγένεια» του Καστέλου ετούτου μετά του γειτονικού του οικισμού που καλείται «Φαρακλό» (σ.σ. Απέχουν οι δυό τοποθεσίες μόλις χίλια περίπου μέτρα σε ευθεία γραμμή), με ένα από πιο εξέχοντα φρούρια της άλλοτε ιπποτοκρατούμενης νήσου Ρόδου. Τούτο, δεν ειν’ άλλο, από το Κάστρο Φάρακλου, Φαρακλού ή Φερακλού όπως καλείται, της ανατολικής πλευράς της νήσου, το οποίο ήτο και το πρώτο κατά σειράν βυζαντινό φρούριο που έπεσε εις τα χέρια των Σπιταλιωτών Ιπποτών (επί αρχηγίας του Μεγάλου Μάγιστρου, Foulques de Villaret) εις τα 1306,  όταν οι τελευταίοι κατέφθασαν διά των γαλέρων τους εις την Ρόδο από την Ιταλία. 

Για το κάστρο αυτό της Ρόδου, που κατά τον 15ο αιώνα οχυρώθηκε πολύ προσεχτικότερα από τους Οσπιταλιέρους, μας γνωρίζει η Διδάκτωρ αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Βιέννης Αλεξάνδρα Στ. Στεφανίδου (σ.σ. εις το έργο της «Η Μεσαιωνική Ρόδος, με βάση το χειρόγραφο και την εικονογράφηση του Johannes Hedenborg, 1854. Εκδόσεις Αντ. Σταμούλη), ότι: Η σημασία του, επισημαίνεται ήδη από τους χρόνους της Ιπποτοκρατίας, μια και το 1470, σύμφωνα με το Jacomo Bosio, διατάχθηκε να εγκαταλειφθούν όλα τα κάστρα της Ρόδου εκτός από εκείνο της Λίνδου και του Φαρακλού. Το έτος 1474 ήταν ένα από τα τρία σπουδαιότερα φρούρια μαζί με της Ρόδου και της Λίνδου και σε αυτό κατέφευγαν τα γειτονικά χωριά Μαλώνα, Σαλία, Καταγρός, Ζηνοδότου και Καμινάρι σε κάθε κίνδυνο.

Ιδού λοιπόν και η σχέση του κάστρου των Βατίκων μετά του γειτονικού του χωριού Φαρακλό, με την εγκατάσταση του ιπποτικού τάγματος των Σπιταλιωτών εις το αυτό ανατολικό άκρον του Μορέως, κατά το πρώτο φέγγος του 15ου αιώνος. Μια σχέση, η οποία αποκρυσταλλώνεται ολοφάνερα μέσα από τα δύο αυτά κοινά τοπωνύμια, Ρόδου και Πελοποννήσου.  

Μιλτιάδης Τσαπόγας, συγγραφέας
(Απόσπασμα από άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΦΩΝΗ» της Μεσσηνίας).