«Οι Ροδίτες τότε,  εύκολα βγάζανε λεφτά  και εύκολα τα πετούσαν…»!

Στα 21 του χρόνια έγινε επιχειρηματίας, στα 23  του είχε πέντε μαγαζιά! Και μετά κι άλλα, κι άλλα, στη Ρόδο των χρυσών εποχών που το χρήμα έρεε και οι Ροδίτες το σπαταλούσαν αβέρτα.

Να ζεις «σαν να μην υπάρχει αύριο», είναι ωραίο τσιτάτο να το διαβάζεις στα λευκώματα που διατηρούσαν τότε τα κορίτσια. Αν το έχεις κάνει τρόπο ζωής- βγάζεις δέκα χιλιάρικα την ημέρα και τα πετάς από δω κι από κει- όπως έκαναν πολλοί,  βρίζεις την τύχη σου μετά και την κοινωνία την άδικη.

Για τα 50 χρόνια στις επιχειρήσεις, μιλάει σήμερα ο Μηνάς Κασιώτης, και για τα χρόνια που ήταν ΠΑΣΟΚ όταν δεν ήταν σχεδόν κανείς και τον τρέλαιναν στα αυτόφωρα, για παραβάσεις που δεν είχε κάνει.

Τι θυμηθήκαμε τώρα! Αλλά είναι χρήσιμο να τ΄ ακούει κανείς!

Πολύ φτωχικά μεγαλώσατε και δουλεύατε από τα οκτώ σας χρόνια! Πώς ήταν τότε;
Στην πιο φτωχή γειτονιά της πόλης έμενα, την Καζέρμα Ρεγγίνα πίσω από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Ήταν ο στρατώνας ο Ιταλικός εκεί, κι έγιναν σπίτια που τα έδωσε το κράτος σε φτωχές οικογένειες όπως ήταν η δική μου. Έχασα τον πατέρα μου όταν ήμουν 5 χρονών, η μάνα μου ήταν κωφάλαλη, είχα και την αδελφή μου… Έπρεπε να δουλέψω. Οκτώ χρονών, το 1954 δούλευα σε μανάβικο στη Νέα Αγορά και το πρωί πήγαινα σχολείο.

Τι σκεφτόσασταν ως παιδί, κάνατε όνειρα τότε;
Την επιβίωση κυνηγούσα, να φέρω φαϊ στο σπίτι για τη μάνα μου και την αδελφή μου. Μέχρι το 1958 δούλεψα στο μανάβικο και 12 χρονών όταν ήμουν σκέφτηκα: «μανάβης θα γίνω;» και πήγα στο ξενοδοχείο του Μάρκου Κακκά, στην πλατεία Κύπρου που λεγόταν «Κεντρικόν» και ζήτησα δουλειά. Φόρεσα τα «καλά μου» και όταν πήγα εκεί και είδα πως είναι τα «καλά» γύρισα, έπεσα στο κρεβάτι μπρούμυτα, κι έκλαψα. Ήρθε η μάνα μου που δεν μπορούσε να πει τ΄ όνομά μου, «Πηνά» μπορούσε να με πει, με «π» και μου έκανε νεύμα να ρωτήσει γιατί κλαίω. Σε μία βδομάδα είχα πάρει τόσους πελάτες από το ξενοδοχείο στο υφασματάδικο του Ησαΐα Παπαϊωάννου  που μου έραψε δυό κοστούμια. Μετά, στη ζωή μου αγόρασα πολλά ρούχα, αλλά εκείνη την πρώτη πίκρα δεν την ξέχασα μέχρι σήμερα.

Πότε είπατε «εγώ θα τα καταφέρω…»!
Στα 16 μου είπα «θα τα καταφέρω», πίστεψα στον εαυτό μου. Από το 1961 μέχρι το 1971 δούλεψα στο «Ερμής», του Βασίλη Μηναΐδη, στη ρεσεψιόν. Πήγα φαντάρος στους καταδρομείς, μετά στην Κω γνώρισα τη γυναίκα μου, 13 χρονών εκείνη, 20 εγώ, ζήσαμε καλή ζωή μέχρι σήμερα και κάναμε μια πολύ καλή οικογένεια.

Κι από τότε είστε 50 χρόνια επιχειρηματίας, έχοντας κάνει ένα πολύ δυνατό ξεκίνημα!
Στα 21 μου έγινα επιχειρηματίας, στα 23 μου είχα πέντε μαγαζιά. Το «Ολύμπια» ως κινηματογράφο και εστιατόριο με ζωντανή μουσική, το «Εστορίλ» εστιατόριο-πιτσαρία, στην 25ης Μαρτίου, στο κέντρο της πόλης , πιτσαρία στο Ροδίνι που την έχω μέχρι σήμερα και ζαχαροπλαστείο και μανάβικο στο Ροδίνι, όλα στην οδό Κυρά της Ρω.

Εξελιχθήκατε πολύ γρήγορα!
Ήμουνα δραστήριος και αντιλαμβανόμουνα τι θα ακολουθήσει.

Αργότερα κάνατε κι άλλα μαγαζιά όπως το ιστορικό Λε Παλαί! Και εκλεχτήκατε και δημοτικός σύμβουλος!
Το 1986 αντιλαμβανόμενος ότι υπάρχει ανάγκη για disco, έκλεισα τον κινηματογράφο του «Ολύμπια» και μαζί με τον Γιάννη Κλούβα κάναμε το κλάμπ «Λε Παλαί»  και το 1987, πάλι με τον Γιάννη Κλούβα το «Μπλου Λαγκούν». Αργότερα έκανα το «Νυν και Αεί».

Ήταν τόσο εύκολο τότε να δημιουργήσει κάποιος στη Ρόδο;
Τις δεκαετίες ‘70, ‘80 έως και τη δεκαετία του ΄90, το χρήμα έρεε στη Ρόδο. Εγώ είχα σερβιτόρους στο «Ολύμπια» που έβγαζαν δέκα χιλιάδες δραχμές την ημέρα, μεροκάματο μαζί με τα ποσοστά. Πολλά λεφτά.

Τα κράτησαν;
Οι περισσότεροι δεν κράτησαν τίποτα. Τα έβγαζαν εύκολα, τα έτρωγαν εύκολα. Ουίσκι, τζόγος… Τότε, αν είχες μυαλό έκανες λεφτά, κι από υπάλληλος να ξεκινούσες. Ήταν μεγάλη η ανάπτυξη στη Ρόδο. Δυσκολευόσουν να βρεις εργολάβο ελεύθερο, όλοι ήταν φορτωμένοι.

Τι δεν σκέφτονταν τότε οι Ροδίτες;
Το αύριο. Νομίζαμε ότι θα είναι πάντα έτσι. Κι ήρθαν τα δύσκολα χρόνια και τα φεραν όλα τούμπα. Μας έφαγε που νομίζαμε ότι θα είναι πάντα έτσι.

Τα δικά σας πολύ δυνατά χρόνια ποια ήταν;
Από το 1971 έως το 1990. Μετά άλλαξαν τα πράγματα.

Κι ήσασταν και από τα πρώτα δυνατά στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Και ταλαιπωρηθήκατε γι αυτό!
Όταν εγώ ήμουν στο ΠΑΣΟΚ, κι είχα όλα αυτά τα μαγαζιά μου έλεγαν οι Ροδίτες: «αν γυρίσεις όλη την Ελλάδα, δεν θα βρες επιχειρηματία να είναι με το ΠΑΣΟΚ. Θα σου τα φάει ο Ανδρέας γιατί είναι κομμουνιστής»! Δεν άκουγα τίποτα εγώ. Το 1974 όταν ο Ανδρέας ήρθε στη Ρόδο, του παραχώρησα το «Ολύμπια» για να μιλήσει. Ήρθαν πρώτα και με βρήκαν δυό, αργότερα έμαθα ότι ο ένας λεγόταν Άκης Τσοχατζόπουλος. Με κάλεσε ο διοικητής της Ασφάλειας, πρωθυπουργός ο Καραμανλής τότε, μου λέει «κ. Κασιώτη, γιατί δώσατε το χώρο;». Λέω «εγώ επιχειρηματίας είμαι, πήρα λεφτά τον έδωσα»! Ψέματα. Την ημέρα της ανοιχτής συγκέντρωσης, δεν ήταν περισσότεροι από 20-30 άνθρωποι. Γύρω-γύρω είχε χωροφύλακες ενώ εκατοντάδες πολίτες περνούσαν και δεν τολμούσαν να πλησιάσουν γιατί θα κάνανε φάκελο στην Ασφάλεια. Σ΄ εκείνες τις εκλογές ο Ανδρέας συγκέντρωσε ποσοστό 6-7%. Στις εκλογές του 1978 που πήρε 17% πάλι ήρθε σ΄ εμένα και μίλησε. Τότε είχαμε γύρω στα 1.000 άτομα. Το 1981 που ήρθε ο Ανδρέας,  την προεκλογική του ομιλία την έκανε στο «Ακταίον». Το πρώτο που έκανε ως πρωθυπουργός ήταν να καταργήσει το φακέλωμα και τότε είχα έναν γνωστό στην Ασφάλεια ο οποίος με φώναξε και μου είπε «έλα, να σου δείξω το φάκελό σου». Πήγα και βλέπω ότι ο φάκελός μου είχε ένα «Χ» με κόκκινο μελάνι και από κάτω έγραφε: «Επικίνδυνος κομμουνιστής»! Και το «επικίνδυνος ήταν γιατί θεωρούσαν ότι είμαι «κρυφός κομμουνιστής».

Πόσα αυτόφωρα έχετε περάσει, είναι γνωστό ότι έχετε ταλαιπωρηθεί πολύ!
Μετά τη συγκέντρωση του Ανδρέα, το 1978 άρχισε ο Γολγοθάς μου.  Έχω ένα φάκελο χοντρό, με αυτόφωρα. Έρχονταν το Σάββατο, με παίρνανε χωρίς να ξέρω γιατί, με κρατούσαν και το αυτόφωρο γινόταν Δευτέρα. Εκατό φορές, θα είναι λίγες που έγινε αυτό! Διάβαζε ο πρόεδρος τη δικογραφία, κι έλεγε για παράδειγμα ότι πουλούσα ένα χυμό τον οποίο δεν ανέγραφε ο κατάλογος.! Κι εγώ στην πραγματικότητα δεν είχα τέτοιο χυμό στο μαγαζί. Με παίρνανε επειδή το τραπεζομάντηλο ήταν κομμένο, με παίρνανε χωρίς να ξέρω γιατί με παίρνουνε. Αυτή ήταν η δεξιά τότε. Δικαστήρια, δικηγόροι, ένα σωρό λεφτά έφευγαν εκεί. Μετά εκλέχτηκα δημοτικός σύμβουλος, με δήμαρχο το Μάνο Κόκκινο, μετά ανεξαρτητοποιήθηκα… Σ’ αυτή τη ζωή δεν έχω εχθρούς. Αγαπώ όλο τον κόσμο και τον εχθρό μου αν υπάρχει. Μια βδομάδα μετά τα έχω ξεχάσει όλα.

Τι θα κάνατε αν ξεκινούσατε τώρα;
Αν ήμουν μέχρι 50 χρονών θα είχα φύγει στο εξωτερικό, στην Αμερική. Στην Ελλάδα για τους επιχειρηματίες είναι δύσκολα. Δεν υπάρχουν πια κέρδη. Αν είναι κάποιος τυπικός και τίμιος, το ποσοστό που του μένει είναι μείον 10%.