Η παράσταση της artius dance theatre «Isolation in 3 acts» στη Ρόδο

Γράφει η Χριστίνα Αντωνοπούλου


“Isolation in 3 acts”- Ένα έργο χοροθεατρικό, στο οποίο ηθοποιοί και χορευτές διαπραγματεύονται on stage την έννοια της Απομόνωσης στο πλαίσιο μιας καθημερινότητας, που εκθειάζει το αέναο κυνήγι της ύλης και αποσιωπά οποιοδήποτε δικαίωμα στην αυθύπαρκτη και ανεξάρτητη ανθρώπινη υπόσταση.

Ένας εσωτερικός θίασος από 10 διαφορετικούς χαρακτήρες, που  λειτουργούν ως συμπληρωματικές οντότητες ενός κοινού εαυτού.  

Οι είσοδοι και έξοδοί τους, σπονδυλωτά αρθρωμένες, πλέκουν τις πράξεις σαν ένα capture κινηματογραφικό, δημιουργώντας  ένα παράθυρο στο χρόνο, μέσα από το οποίο βλέπει κανείς την πραγματική όσο και σουρεαλιστική, διαβρωτική  υφή της απομόνωσης. 

Πόσο εξαρτημένοι είναι οι άνθρωποι από την εικόνα τους; Πώς το αδιέξοδο της απόγνωσης οδηγεί σε παρατεταμένη πτώση και πώς το τεχνητό φως φθείρει το πνεύμα;  Η ανάπτυξη και η σύνδεση των σκηνών επιτυγχάνεται μέσα από χιούμορ, αλληγορία και άμεση κινητική συνδιαλλαγή, δίνοντας έμφαση στην κωμική αντιμετώπιση της αβεβαιότητας της ανθρώπινης ύπαρξης.  

Η απουσία επαφής λόγω της ραγδαίας επικράτησης των τεχνολογικών μέσων, η κοινωνική περιθωριοποίηση εξαιτίας οικονομικών και ηθικοπλαστικών παραγόντων, η αποκαρδιωτική συνέπεια της στείρας εξουσίας, οι θρησκευτικοί και φυλετικοί διαχωρισμοί,  συντάσσουν μια ομάδα εγκλωβισμένων, μη αυτόνομων μελών, με τα γεωγραφικά σύνορα και τις  ψηφιακές οθόνες να μετατρέπονται στις πιο απτές σύγχρονες φυλακές.

Τι κοινό έχουν ένας άστεγος, ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες, ένας κόκκινος φάκελος και 3 σκόρπιες παρτιτούρες; Μια παλίρροια απομονώσεων, που κρύβει εντός της μια λυτρωτική δυναμική. Άνθρωποι ξεπροβάλλουν περίτεχνα μέσα από το αυστηρά σχεδιασμένο, γραμμικό σκηνικό. Στις οριζόντιες και κάθετες απολήξεις του, το κοινό τίθεται ενώπιον του ζεύγους χορού και λόγου, άλλοτε απότομου και συγκεχυμένου, άλλοτε διαδοχικού και πιο παραστατικού.

Ο ψίθυροι δυναμώνουν, γίνονται λέξεις, κραυγές, ηχηρά γέλια και μετατρέπονται σε κραταιό αντικατοπτρισμό της ίδιας ουσιαστικά περιοριστικής συνθήκης. Οι ήρωες παραμιλούν το παραμύθι της ύπαρξης καλώντας σε συμπαντική εξωστρέφεια και δράση.

Έτσι, ο μη έχων συμπαραστέκεται στον ψυχικά έκπτωτο, και μοιράζεται την ίδια διαδρομή με τον απρόσωπο και μονοδιάστατο επιχειρηματία. Ο εγκλωβισμένος αποπειράται μάταια να αποδιώξει τα δεσμά του, την ίδια στιγμή, που η γυναίκα της Ανατολής ξετυλίγει το κουβάρι της εσωτερικής της πάλης και ο άνθρωπος της εικονικής πραγματικότητας ζει και βρίθει αποκλειστικά μέσα από αυτήν.

Η υπέρμαχος της μόδας και του εφήμερου βουτά στον εθισμό της μοναξιάς, ενώ η γυναίκα χαμηλών ηθών υπομένει αδιαμαρτύρητα την ταμπέλα της και η σαλεμένη στα λογικά της θεατρική περσόνα εναντιώνεται πεισματικά στο σκοτάδι. Στο ζενίθ όλων αυτών  ο μαέστρος, φιγούρα εξ ορισμού ηγετική, που διευθύνει μια ορχήστρα σωμάτων εξαρτημένων και παλλόμενων συνάμα, άρα ζωντανών.  

Απώτερος στόχος είναι να οδηγηθεί ο επί σκηνής θίασος στην έκρηξη, το καταλάγιασμα και την επιθυμητή συμφιλίωση. Ο άνθρωπος περπατά και στροβιλίζεται γυμνός, αλλά πλέον παρών. Οι προηγούμενοι ουρανοξύστες απομόνωσης αντικαθίστανται από ένα βομβαρδισμένο τοπίο ατελέσφορων πραγματικοτήτων. Το έργο ως πηγή προβληματισμού και όχι ως απόδοση μονομερούς απάντησης.

Ποιο είναι το κίνητρο;  Το δίκαιο του ισχυρού; Πράγματα ή άνθρωποι; Τι ή ποιος θα επικρατήσει; Ποια είναι η σχέση μας με τα πράγματα; Ποια  η σχέση μας με τους ανθρώπους; Ποιο το επόμενο βήμα;  Ποια πόρτα θα ανοίξεις αν δεν ξέρεις τι κρύβεται από πίσω; Ή μήπως ξέρεις.