Μεσαιωνολόγιο: «Παροιμιώδεις φράσεις που γέννησε η ιστορία»

Γράφει η Άννα Αχιολά
info@medievalfestival.gr


Η ελληνική γλώσσα είναι πλούσια από γνωμικά που έλκουν την καταγωγή τους από την ποικιλόμορφη λαϊκή μας παράδοση (αρχαία – βυζαντινά – νεότερα χρόνια) αλλά και την ιστορία.

Φράσεις που έφτασαν ως τις μέρες μας αναλλοίωτες ή τουλάχιστον με κάποιες μετατροπές, χωρίς βέβαια ν’ αλλάξει ουσιαστικά το περιεχόμενό τους.

Ο γραπτός και ο προφορικός μας λόγος είναι κατάσπαρτος από παροιμιώδεις φράσεις που περικλείουν μέσα τους εμπειρίες και γεγονότα ιστορικών εποχών, που κατάφεραν να ταξιδέψουν ανέπαφα, μέσα από διάφορες εναλλαγές πολιτισμών, κατακτητών και δυσκολιών, στις μεταγενέστερες γενιές.

Ας δούμε κάποιες από αυτές και πώς προέκυψαν…

ΤΟΥ ΕΔΩΣΕ ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ  ΣΤΟ ΧΕΡΙ
Με τη φράση αυτή εννοούμε ότι κάποιον τον διώχνουμε, τον απολύουμε από τη δουλειά του για διάφορους λόγους. Αυτή η έκφραση ξεκίνησε από ένα παλιό έθιμο, που είχε την πρώτη εφαρμογή του στη Βαβυλωνία. Όταν ο βασιλιάς ήθελε να αντικαταστήσει έναν άρχοντα, είτε γιατί ήταν ανεπαρκής, είτε γιατί με κάποια σφάλματά του είχε πέσει στη δυσμένειά του, τού έστελνε ένα ζευγάρι από παλιά παπούτσια με γραμμένο από κάτω το όνομα αυτού που το λάβαινε.

Το έθιμο αυτό το πήραν από τους Βαβυλώνιους και οι Βυζαντινοί και το διατήρησαν ως τα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας. Σχέση έχει και η άλλη φράση που λέμε: «σε γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια». Δηλαδή δεν σε υπολογίζω, δε σου δίνω αξία ή σημασία, σε αγνοώ.


 
ΤΡΩΕΙ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΚΑΒΓΑ
Ένα από τα αγαπημένα θεάματα των Ρωμαίων και αργότερα των Βυζαντινών, ήταν η ελεύθερη πάλη. Οι περισσότεροι από τους παλαιστές, ήταν σκλάβοι, που έβγαιναν από το στίβο με την ελπίδα να νικήσουν και να απελευθερωθούν. Στην ελεύθερη αυτή πάλη επιτρέπονταν τα πάντα: γροθιές, κλωτσιές, κουτουλιές, ακόμη και το πνίξιμο.

Το μόνο που απαγορευόταν αυστηρά ήταν οι γρατσουνιές. Ο παλαιστής έπρεπε να νικήσει τον αντίπαλό του, χωρίς να του προξενήσει την παραμικρή αμυχή με τα νύχια, κάτι που δεν ήταν εύκολο, καθώς τα νύχια των σκλάβων, ήταν μεγάλα και σκληρά από τις βαριές δουλειές που έκαναν. Γι’ αυτό λίγο προτού βγουν στο στίβο, άρχιζαν να τα κόβουν, όπως μπορούσαν και συνήθως με τα δόντια τους. Από το γεγονός αυτό βγήκε κι η φράση «τρώει τα νύχια του για καβγά».

ΠΗΓΕ ΣΑΝ ΤΟ ΣΚΥΛΙ  ΣΤ’ ΑΜΠΕΛΙ
Στα 1616,ο ισπανικός στόλος αποπειράθηκε ν’ αποβιβαστεί στα παράλια της Αλβανίας, αφού προηγουμένως ο Ισπανός ναύαρχος συνεννοήθηκε με τους χριστιανούς, για να τον βοηθήσουν. Αλλά η επιχείρηση προδόθηκε από κάποιον Τουρκαλβανό, τον Μεμέτ Μπογάς, ένα φοβερό εγκληματικό υποκείμενο, που τον έτρεμε ολόκληρη η περιοχή.

Οι περισσότεροι από τους κατοίκους πιάστηκαν τότε κι εκτελέστηκαν, ενώ έγδαραν ζωντανό τον αρχιεπίσκοπο Τρίκκη Διονύσιο, που πεθαίνοντας, παρακαλούσε τον Θεό να συγχωρήσει τους εχθρούς του. Οι συγγενείς όμως των θυμάτων μόλις συνήλθαν κάπως από τη συμφορά, άρχισαν να κυνηγούν τον προδότη, για να τον τιμωρήσουν, όπως του άξιζε. Αλλά εκείνος κρυβόταν καλά και δεν μπορούσαν να τον ανακαλύψουν. Ο Μπογάς είχε ένα σκυλί, που το λάτρευε.

Ένα πρωί, λοιπόν, το έπιασαν και το κρέμασαν μέσα στο αμπέλι του αφεντικού του, για να τον εκδικηθούν. Γρήγορα, όμως, κατάλαβαν ότι το ζώο δεν τους έφταιξε σε τίποτα και πήγαν να το ξεκρεμάσουν. Αλλά το σκυλί είχε ψοφήσει. Έτσι έμεινε η παροιμία: «πήγε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι». Μια δεύτερη εκδοχή όμως, λέει: όταν ωριμάσουν τα σταφύλια, τα ζώα τους κάνουν μεγάλη ζημιά. Εκτός από τις αλεπούδες και άλλα ζώα κατεβαίνουν από το βουνό και καταστρέφουν τις σοδειές.

Είναι, λοιπόν, αναγκασμένοι οι παραγωγοί να αμύνονται σκοτώνοντάς τα. Έτσι καμιά φορά, επειδή και του σκύλου του αρέσουν τα σταφύλια, ο ιδιοκτήτης, που δε γνωρίζει ποιος κουνιέται μέσα στ’ αμπέλι, χτυπάει και σκοτώνει το σκύλο του ή τα σκυλιά των γειτόνων του κ.τ.λ. Πήγε, λοιπόν, σαν το σκυλί στ’ αμπέλι, σημαίνει πως χάθηκε, όπως ο σκύλος μέσα στ’ αμπέλι, χωρίς να αποζημιωθεί κανείς.

ΕΜΕΙΝΕ ΣΤΟ ΡΑΦΙ
Στη Βυζαντινή εποχή υπήρχε μια συνήθεια, που σώζεται ακόμη και σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Τα παλιά οικογενειακά κειμήλια να τοποθετούνται σε ράφια για στολισμό. Απ’ αυτή τη συνήθεια προήλθε και η φράση: «αυτή έμεινε στο ράφι», δηλαδή έχει γεράσει τόσο πολύ ώστε μπορεί να τοποθετηθεί στο ράφι μαζί με τα παλιά οικογενειακά αντικείμενα.

ΤΟΝ ΕΣΠΑΣE ΣΤΟ ΞΥΛΟ
Η ιστορία της έκφρασης ανάγεται στην αρχαιότητα και τη μεταχειρίζονταν όχι μόνο οι Έλληνες, αλλά και οι Αιγύπτιοι, οι Φοίνικες κι αργότερα οι Βυζαντινοί και οι Φράγκοι. Οι Βυζαντινοί, ακόμη, όταν μάλωναν μεταξύ τους, για να βρουν το δίκιο τους, κατέφευγαν στα δικαστήρια. 

Αν το αδίκημα, του ενός ή του άλλου, ήταν βαρύ, ο δικαστής έβγαζε την απόφαση να τιμωρηθεί αυτός που αδίκησε με την ποινή της μαστίγωσης. Το μαστίγωμα, που γινόταν συνήθως σε δημόσιο χώρο, για να παραδειγματίζεται ο λαός, ήταν φοβερό και το εκτελούσαν ειδικοί «ραβδισταί». 

Οι ραβδιστές αυτοί έπαιρναν τον κατηγορούμενο και τον έδεναν γυμνό πάνω σε μια σανίδα. Μετά άρχιζαν να τον χτυπούν με τα ραβδιά τους, σπάζοντας του έτσι τα χέρια, κεφάλι και πόδια. Από την απάνθρωπη αυτή τιμωρία έμειναν ως τα χρόνια μας οι φράσεις: «τον έσπασα στο ξύλο» ή «τον τσάκισα στο ξύλο», που τις λένε συνήθως αυτοί που έρχονται στα χέρια με κάποιον εχθρό τους.

Πηγές:
“3.000 λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις”, Τάκη Νατσούλης, Εκδόσεις Σμυρνιωτάκης... 
http://navi-patra.blogspot.com
https://rethemnosnews.gr
www.posna.net