Μεσαιωνολόγιο: «Ερωτικά αδικήματα και τιμωρία των γυναικών στο Βυζάντιο» - Μέρος Α’

Της Άννας Αχιολά
info@medievalfestival.gr


«Εκ γυναικός ἐρρύη τὰ φαῦλα» (=από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά), η φράση του αυτοκράτορα Θεόφιλου, εκφράζει μία κυρίαρχη άποψη στο μεσαιωνικό κόσμο και δη στο Βυζάντιο, που ανάγεται στο προπατορικό αμάρτημα.

Πολλές φορές πάνω σε αυτή την άποψη στηριζόταν και η βαρύτητα για τις ποινές στα ερωτικά αδικήματα των γυναικών, που σε κάποιες περιπτώσεις ήταν μεγαλύτερη από αυτές των ανδρών, περιλαμβάνοντας ακρωτηριασμούς, αφαίρεση περιουσιών και αποκλεισμό σε μοναστήρια.

Η μοιχεία ήταν το κυρίαρχο ερωτικό έγκλημα στο μεσαιωνικό κόσμο. Για τον καθορισμό της αντικειμενικής υποστάσεως της μοιχείας - όσον αφορά τις γυναίκες - στο βυζαντινό πολιτειακό δίκαιο επικράτησε ο στενότερος ρωμαϊκός ορισμός, ότι μοιχεία είναι μόνο η από τη σύζυγο παράβαση της σχετικής απαγορεύσεως με άνδρα έγγαμο ή άγαμο.

Ο ορισμός αυτός, αν και κατακρίθηκε, λόγω της ανισότητας που καθιερώνει μεταξύ των συζύγων και από τον Ιωάννη Χρυσόστομο και από τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό - ο τελευταίος μάλιστα τόνισε σχετικά μ’ αυτόν τον άδικο νόμο άνδρες ήσαν οι νομοθετούντες, διά τούτο κατά γυναικών ή νομοθεσία - ίσχυσε και στην εκκλησιαστική πρακτική.

Ο Ιουστινιανός θεώρησε τη μοιχεία βαρύτατο έγκλημα και την περιέλαβε στους λόγους διαζυγίου. Δεν αποκλειόταν, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, η θανάτωση του μοιχού από τον προσβληθέντα σύζυγο ενώ η δε μοιχαλίδα κλεινόταν σε μοναστήρι. Δόθηκε όμως το δικαίωμα στο σύζυγο να μπορεί μέσα σε δύο χρόνια να την πάρει από το μοναστήρι. Στο σημείο αυτό παρατηρούμε μια ευνοϊκότερη μεταχείριση της γυναίκας μοιχαλίδας.

Αν όμως περνούσαν αυτά τα δύο χρόνια ή αν εν τω μεταξύ πέθαινε ο σύζυγος, τότε, σύμφωνα με το νόμο, διατασσόταν η κουρά της σε μοναχή. Είχε όμως και περιουσιακές κυρώσεις η μοιχαλίδα. Την περιουσία της την έπαιρναν κατά τα 2/3 οι κατιόντες της, κατά το δε 1/3 το μοναστήρι. Αν δεν υπήρχαν κατιόντες αλλά ανιόντες, τότε ένα μέρος της περιουσίας της έπαιρναν αυτοί και ένα η μονή. Αν όμως οι ανιόντες είχαν συμπράξει στη μοιχεία, τότε όλη την περιουσία της μοιχαλίδας την έπαιρνε το μοναστήρι.

Αργότερα, η «Εκλογή» («επιδιόρθωσιν εις το φιλανθρωπότερον» της Ιουστινιάνειας νομοθεσίας, στο αστικό και ποινικό δίκαιο, η επιτροπή σύνταξης της οποίας, δεν είναι επίσημα γνωστή.) που εξέδωσε ο Λέων ο Γ’, ρύθμισε διαφορετικά τα της μοιχείας και προέβλεψε ως ποινή, και για τους δύο δράστες, την αποκοπή της μύτης, η οποία μάλιστα παραμένει στο εξής η βασική ποινή για την τιμωρία του εγκλήματος.

Σε μερικές όμως διατάξεις υπάρχουν και άλλες επιβαρυντικές κυρώσεις για τις μοιχαλίδες, δηλαδή περιουσιακές συνέπειες ανάλογες με αυτές του Ιουστινιάνειου δικαίου. Θα ήταν σκόπιμο να γίνει επίσης μνεία και μιας διατάξεως της Ecloga Privata Aucta, που προέβλεπε υποχρεωτικό διαζύγιο για τη μοιχαλίδα.

Επιπλέον, έχανε και την επιμέλεια των παιδιών της ενώ μπορούσε όμως να αναλάβει την προίκα της. Στο ίδιο έργο αντίθετα αναφέρεται πως «ο μοιχός εκ τής ιδίας γυναικός μη χωρίζεσθαι, ει και ερινοκοπήθη».
Το κατά πόσο βέβαια αυτό μπορούσε να θεωρηθεί ευνοϊκή μεταχείριση των ανδρών, που έχαναν τη μύτη τους, αλλά εξακολουθούσαν να παραμένουν δεμένοι με τη σύζυγό τους, της οποίας τα θέλγητρα είχαν ήδη έμπρακτα αποδοκιμάσει, είναι μια άλλη ιστορία.

Η νομοθεσία των Ισαύρων θεωρεί τα σαρκικά παραπτώματα των μοναχών ως μοιχεία, διότι βλέπει τις μοναχές ως νύμφες του Χριστού και επομένως επιτάσσει για τις παραβάτιδες την ποινή της μοιχείας, δηλαδή το κόψιμο της μύτης και για τους δύο συναυτουργούς.

Το «Εκλογάδιο» από την άλλη, δεν προέβλεψε ποινές για την τιμωρία της μοναχής, ίσως διότι κρίθηκε ότι είναι αρκετή η επιβολή των ποινών που προβλέπονταν από την εκκλησιαστική νομοθεσία.

Οι συνέπειες για τη γυναίκα δούλη - ελαφρύτερες από αυτές της πορνείας της μοναχής - διέφεραν ανάλογα με το σε ποιον ανήκε η δούλη. Αν έγινε με την «ιδίαν» δούλη, ο νόμος επέτασσε την πώληση της δούλης επ’ ωφελεία του Δημοσίου σ’ άλλη επαρχία, για να αποχωρισθεί τον κύριό της. Στη διάπραξη πορνείας με δούλη τρίτου, τις συνέπειες τις υφίστατο ο άνδρας συναυτουργός.

Επομένως στην περίπτωση αυτή προκύπτει ότι η δούλη παρέμενε ουσιαστικά ατιμώρητη.
Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί, ότι κατά το δίκαιο της «Εκλογής» και η ελεύθερη γυναίκα που διέπραττε πορνεία παρέμενε ουσιαστικά ατιμώρητη, αφού καθαρά προκύπτει ότι στην ποινή του ξυλοδαρμού υποβαλλόταν μόνο ο άνδρας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η διάπραξη μοιχείας από ελεύθερη γυναίκα με δούλο της, που προβλέπεται στην «Εισαγωγή» και στον «Πρόχειρο Νόμο».

Στην περίπτωση αυτή η γυναίκα έχανε την περιουσία της και με κομμένη τη μύτη έπαιρνε το δρόμο της εξορίας. Η θέση του ανδρός - αν μπορούσε βέβαια υπό τις τότε συνθήκες να υπαχθεί στην έννοια του ανδρός ένας δούλος - ήταν χειρότερη, γιατί έχανε την ίδια του τη ζωή.

Όσο για τη κτηνοβασία, αν και για τον άντρα αντιμετωπιζόταν με ακρωτηριασμό (αποκοπή του πέους), για τη γυναίκα δεν υπήρχε νομοθετική πρόβλεψη, καθώς σε αυτή την περίπτωση επικρατούσε το εθιμικό δίκαιο και έτσι η τιμωρία μπορεί να ποίκιλλε από τόπο σε τόπο και μπορούσε να φτάσει μέχρι και τη θανάτωση της αμαρτάνουσας, σύμφωνα με κάποιες πηγές…

Πηγές:
ΒΑΣΙΛΙΚΗ Α. ΛΕΟΝΤΑΡΙΤΟΥ,
«Έγκλημα και τιμωρία στο Βυζάντιο»,
εκδόσεις Ιδρύματος Γουλανδρή Χόρν
www.e-istoria.com
www.ime.gr