Όνειρα με «πένθιμη μυρωδιά από λιβάνι»;

Γράφει ο Παναγιώτης Νούτσος*, στην “Εφημερίδα των Συντακτών”

Πριν από λίγες ημέρες ετάφη στο χωριό που γεννήθηκε το 1926, στην Κέφαλο της Κω, ο Μανώλης Φουρτούνης.

Ηταν πρωτίστως ποιητής (ο στίχος της τιτλοφόρησης του παρόντος κειμένου προέρχεται από το «Εγγραφές και προσωπεία», 1962:20). Ηδη από την πρώτη του ποιητική συλλογή αποτύπωνε σε τρίτο πρόσωπο ό,τι τον αφορούσε ως δημιουργό:
«διδάχτηκε τη στίξη, την ορθογραφία,

την άλγεβρα

και τώρα στέκεται μ’ ένα δειλό χαμόγελο

μπροστά σε ανακριτές και εμπόρους.

Χτύπησε τη γροθιά του σε μια πέτρα

ν’ ακούσει τον ήχο της

για να δει αν είναι κάλπικη ή αληθινή» (1962:24).

Κατά την ίδια περίοδο ο Φουρτούνης εμφανίζεται ως μεταφραστής σειράς κειμένων και επομένως με παρόμοιο τρόπο δοκιμάζει να αφουγκρασθεί τι είδους εμβέλεια διαθέτει η μεταφραστική του συγκομιδή, στο πλαίσιο βέβαια των κοσμοθεωρητικών του αντιλήψεων και των εγχώριων και διεθνών δεδομένων της δεκαετίας του ’60.

Ποια είναι η ιδιαίτερη δυναμική των κειμένων που επιλέγει να μεταφράσει ο Φουρτούνης; Σχεδόν όλα αφορούν θεωρητικά ζητήματα της τέχνης και ειδικότερα των σχέσεων που αναπτύσσουν οι δημιουργοί της με την κοινωνία και την πολιτική στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και αντίστοιχα στις δυτικές καπιταλιστικές, με επίκεντρο τις συζητήσεις στο Ινστιτούτο Γκράμσι και στα έντυπα του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Και τούτο συμβαίνει όταν και από άλλες γραφίδες, κατά την ίδια περίοδο στην Ελλάδα, καταγράφονται παρόμοια μεταφραστικά εγχειρήματα που εισφέρουν σ’ αυτή την κινητικότητα και τη διευρύνουν. Μόνο που ο Φουρτούνης διέθετε μια πλούσια ιταλομάθεια, την οποία ανέπτυξε ως μαθητής Γυμνασίου στη Ρόδο, κοντά σε προοδευτικούς «εκτοπισμένους» καθηγητές όπως ήταν ο Luigi Noferini και ο Lucio Colletti.

Ποια είναι η αποβλεπτικότητα του κειμένου του Togliatti που μεταφράζει και δημοσιεύει αυτοτελώς ο Φουρτούνης; Κατά τον Ιταλό κομμουνιστή ηγέτη, ενδεικτική είναι η αναγνώριση ότι το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ υπήρξε σταθμός «ανανεωτικής στροφής»: το περιεχόμενό του εύ­κολα μπορούσαν να το αντιληφθούν οι Ιταλοί κομμουνιστές λόγω της «ιδεολογικής του προετοιμασίας» από τον Gramsci και της «καινούργιας ορμής», με την οποία αναζητούν τον «ιδιαίτερο δρόμο» για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού στη χώρα τους. «Ανανέωση» σημαίνει να υπογραμμίζονται η «γραφειοκρατική δυσκαμψία» και η «οργανωτική σχηματοποίηση» που παραμορφώνει τους δεσμούς του κόμματος με τους εργαζομένους.

Ο «ιταλικός δρόμος» του κοινωνικού μετα­σχηματισμού, που ως προς τις διεθνείς του συσχετίσεις εμπεδώνει την ενότητα του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος μέσα από τη «δια­φορά και την πρωτοτυπία των ξεχωριστών εμπειριών», συνάγεται από τον καθορισμό των συγκεκριμένων «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» που θα επιτρέψει την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού, μέσα από ένα «πλατύ» και «πρωτότυπο» σύνολο ταξικών συμμαχιών που αναγνω­ρίζει την εργατική τάξη ως «εθνική ηγετική τάξη» (1964).

Ο Φουρτούνης μέσα στα περιοδικά Contemporaneo και Rinascita, όπου αντίστοιχα φιλοξενούνται μεταφράσεις, εντοπίζει ό,τι προβλημα­τίζει την ιταλική και τη διεθνή αριστερή διανόηση, αρχίζοντας από τον αναστοχασμό για τον ρόλο της (με κείμενα του Gramsci και του Sartre) και απολήγοντας στον τρόπο άσκησης της λογοτεχνικής κριτικής (Della Volpe) και της αισθητικής αντιμετώπισης των μορφών της σύγχρονης τέχνης (Fischer, Lukács). Ως προς τους δύο τελευταίους είναι η στιγμή που μεταφράστηκε το βιβλίο «Η αναγκαιότητα της τέχνης» (1966), ενώ ως προς το έργο του Lukács η γνωριμία της εγχώριας σκέψης μ’ αυτό είναι αρκετά πρώιμη.

Πάντως η έναρξη μιας ευρύτερης πρόσληψης των αντιλήψεων του Ούγγρου θεωρητικού συντελείται στο χρονικό διάστημα 1956-1966, κυρίως μέσα από τον περιοδικό Τύπο (Επιθεώρηση Τέχνης, Κριτική, Μαρτυρίες και Εποχές), ενώ προς το τέλος της δικτατορίας των συνταγματαρχών και στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης θα διευρυνθεί η ροή της μετάφρασης αυτοτελών έργων, με εξαίρεση τον «Νεαρό Χέγκελ» και την «Καταστροφή του λόγου» που απαιτούσαν για την ευόδωση μιας τέτοιας προσπάθειας εξειδικευμένη φιλοσοφική προπαίδεια.

Το ενοποιό προφανώς στοιχείο της πνευματικής φυσιογνωμίας του Lukács κατά την πολυκύμαντη συγγραφική και πολιτική του πορεία, δηλαδή ο «ανταρτοπόλεμος» (1967) με τον δογματισμό, υπήρξε χωρίς καμία διχογνωμία απολύτως ευκρινές. Για τούτο αντιμετωπίστηκε (1959) ως «αρνητής» του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» και ως οπαδός της «ιδεολογικής συνύπαρξης», ο οποίος ουδέποτε ξεπέρασε την «αστικο-φιλελεύθερη» κοσμοθεωρία.

Μάλιστα, σε συνδυασμό με την κατανόηση των όρων συγκρότησης της εγχώριας «ποίησης της ήττας», που από «άποψη συμμετοχής στο κίνημα» στέκεται «σε αρκετά υψηλό επίπεδο», μνημονεύονται ο Lukács, που «χάνει ξαφνικά τον πολιτικό προσανατολισμό του», καθώς και ο Φαντέγεφ που αυτοκτονεί.
Ο Φουρτούνης μετέχει, με ένα σύνολο μεταφράσεων, σ’ αυτή τη διεθνή περιδίνηση των ιδεών του κομμουνιστικού κινήματος και σε ό,τι αφορά τις αναζητήσεις των συγγραφέων στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και σε ό,τι αφορά ειδικότερα την αυτοκριτική στάση του Lukács, με σημείο αναφοράς τον «σταλινισμό» (βλ. το βιβλίο μου: «Ιστορική αίσθηση και λογοτεχνία», 2011, 283-294).

* Είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων.