Λεξιστορείν: Ο στόλος!

Η λέξη στόλος παράγεται από το ρήμα στέλλω και είχε ως αρχική σημασία «προετοιμασία για πόλεμο κι εκστρατεία σε ξηρά ή θάλασσα» , «το να σταλεί κάποιος σε πόλεμο ή εκστρατεία».

Σιγά-σιγά εξελίχθηκε η σημασία της σε «σύνολο των πολεμικών πλοίων μιας πόλης» για να φθάσουμε  στη σημερινή ερμηνεία του συνόλου των εμπορικών ή πολεμικών πλοίων ενός κράτους.