Δεσπότης Καρπάθου Γερμανός: Φωτεινά πρόσωπα στο σκοτεινό παρελθόν

Γράφει ο Μανώλης Δημελλάς στο Karpathianrevolution.gr

Έβγαλε το εξάσφαιρο περίστροφο από τον σάκο του, κρυμμένο, συντυλιγμένο όπως ήταν μέσα σε μια πουκαμίσα, κανείς, ακόμη, δεν το είχε πάρει χαμπάρι.

Από το καΐκι το νησί του φάνηκε τεράστιο, τα βουνά του θύμισαν την Ήπειρο, σαν τις οροσειρές της Πίνδου. Σκέφτηκε τη μοίρα του, τη διαδρομή του, χαμογέλασε, «άλλα λογαριάζουν τα βόδια μα αλλού μας πάει ο Ζευγάς», χαμογέλασε στον καπετάνιο, τον καϊκτσή, πρόσεξε ότι κι εκείνος τον έκοβε, δεν του γέμιζε το μάτι για Μητροπολίτης, του έκανε για στρατιωτικός, για την ακρίβεια έμοιαζε με αξιωματικό του στρατού, μα κανένας δεν πρόδωσε την αμφιβολία του.

Ήταν καλοκαίρι του 1912, ένα ακόμη δύστυχο καλοκαίρι, τα νησιά  δεμένα μεσοπέλαγα περιμένουν από τους άμοιρους ανθρώπους, μάταια, να τα κυβερνήσουν, να τα κουμαντάρουν στη φουρτούνα, τη θαλασσοταραχή που παρέσυρε πέτρινα κορμιά στο πέρασμά της.  

Η πληροφορία για την κατάκτηση της Δωδεκανήσου τους φθάνει στην Ελλάδα, το Σάββατο 27 Απριλίου 1912 από το οθωμανικό πρακτορείο ειδήσεων.

«Προ ολίγων ημερών ετοιχοκολλήθη εις όλαν τα νησιά,  διάταγμα της ενταύθα Ιταλικής Κυβερνήσεως δια του οποίου φέρεται εις γνώσιν των πολιτών οτι απαλάσσονται κθ΄ ολοκληρίαν του φόρου της δεκάτης τα κρόμμυα, ο σπόρος των κρομμύων τα νωπά και ξερά σύκα η πιστάκη και οι χοίροι και οτι δεν θα υπόκεινται σε φορολογία το έλαιον, αι ελαίαι, τα καυσόξυλα, η σταφύλη, ο οίνος, οι καρποί, τα λαχανικά, η τομάτα και η πάστα της τομάτας εφ΄οσον αυτά προορίζονται δια την οικιακή χρήση του του γεωργού επίσης και αι κυψέλαι εφόσον αυταί εισί τοποθετημέναι εντός της ιδιοκτησίας του κυρίου.

Δια του αυτού διατάγματος καθίσταται γνωστόν ότι  χαρίζονται άπαντες οι καθυστερούμενοι φόροι οι μη πληρωθέντες μέχρι σήμερον. Καί τοι δε η ασυδοσία αυτή περιορίζεται εις τινά μόνον είδη και δεν επεκτείνεται και εις όλα τα προιόντα εντούτοις μεγάλως ανακούφισε τους δυστυχείς χωρικούς ημών οίτινες ιδία κατά το παρόν έτος υπέστησαν πολλάς ζημίας και καταστροφάς ένεκα της εμπολέμου καταστάσεως, διότι το ποσόν της χαριζομένης φορολογίας ανέρχεται εις  4.000 λίρας οθωμανικάς περίπου, το οποίον αποτελεί μικρά τινάν ανακούφισιν των γεωργικών πληθυσμών».    

Εφημ. “Εμπρός”, 1/9/1912.
Ακριβώς τέσσερις ημέρες πριν από την άφιξη του Ιταλού στρατιωτικού διοικητή, Αντιστρατήγου Αμέλιο. Οι Ιταλοί προσπαθούν να «χαϊδέψουν» τους Δωδεκανήσιους για να μην ξεσηκωθούν από την αναπάντεχη κατάληψη των νησιών.

Την ίδια περίοδο αναλαμβάνει  νέος δεσπότης στην Κάρπαθο και Κάσο,ο μητροπολίτης Γερμανός Μονοδιάδης, είναι ένας άντρας που κοιμάται με το εξάσφαιρο πιστόλι του στο μαξιλάρι, δεν λογαριάζει από δομές και κανόνες κάθε φορά που συναντά το άδικο, ούτε γνώριζε από υπόγεια παιγνίδια. Ίσως το σπουδαιότερο, ήταν απένταρος, αφού το χρήμα φαίνεται πως καμιά στιγμή δεν τον προκάλεσε για το γυρέψει, να το αναζητήσει.

Οι Ιταλοί, ήδη έχουν αποβιβάσει περίπου 14.000, καραμπινιέρους στην Ρόδο και παλεύουν για τα υπόλοιπα νησιά, όμως δε γνωρίζουν σπουδαίες αντιστάσεις.

Τα νησιά είχαν ιδιαίτερα προνόμια που τους είχε παραχωρήσει ο σουλτάνος Σουλεϊμάν  και με φιρμάνια είχαν επικυρωθεί μέχρι τον τελευταίο, τον Μαχμούτ Β΄, τον ονομαζόμενο ως αναμορφωτή, το έτος 1835.

Έπειτα  από την Κρητική επανάσταση του 1766-99, έγινε προσπάθεια να  σταματήσει η διαφορετική μεταχείριση, μα η γραμμένη φράση για τα προνόμοια, ως «σεβαστά και ανέπαφα»,τα ψευτοδιατηρούσε, το κίνημα των νεότουρκων βέβαια δεν έδειχνε την ίδια διαλακτικότητα, έτσι οι νησιώτες υποδέχονται τους χριστιανούς Ιταλούς  σχεδόν σαν απελεθερωτές, χωρίς να προβάλουν ιδιαίτερες αντιστάσεις, άλλωστε και εκείνοι στην αρχή δηλώνουν πως είναι περαστικοί.

Η πλήρη αυτονομία, δικαστική και διοικητική και ο συνολικός ετήσιος φόρος 181.000 γρόσια, στην Υψηλή Πύλη, ήταν οι ξεχωριστές χάρες που τα έκαναν να νιώθουν λίγο πιο ελεύθερα, φυσικά δημιουργήθηκαν προεστοί και δημογέροντες που έστηναν από τότε κάστες και κλειστές προνομιούχες ομάδες που ακόμη και σήμερα μας το θυμίζουν οι πιο παλιοί, όταν φέρνουν στο μυαλό τα στασίδια στις εκκλησιές που είχαν το καθένα τον δικό του ιδιοκτήτη.

Άλλωστε και το όνομα “Δωδεκάνησα” δόθηκε το 1908 όταν ξανασυζητιόταν το θέμα της ιδιαιτερότητας. Μέχρι τότε ήταν για όλο τον κόσμο οι Νότιες Σποράδες.

Αν και στην πρώτη στιγμή η Ιταλία τα αναγνώρισε λοιπόν, τα Τούρκικα προνόμοια, στη συνέχεια δεν επέτρεψε τα σύμβολα, με αποτέλεσμα ιδιαίτερα τα πλοία της Δωδεκανήσου αποφάσισαν να αναρτήσουν τη σημαία της Σάμου, προκειμένου να μην ανεβάσουν την Ιταλική.

Ο τότε μητροπολίτης Καρπάθου, Γερμανός Μονούδης ή Μονουδιάδης, είναι από τα πρόσωπα της ιστορίας που κατάλαβε από νωρίς την μέθοδο που θα  ήθελαν να κατευθύνουν τις εξελίξεις οι κατακτητές.

Έφτασε στην Κάρπαθο στις 9 Ιούνη 1912 και μέχρι τον τραγικό θάνατό του, στις 27 Φλεβάρη 1940, στεκόταν μπροστά σε κάθε προσπάθεια έστω κι αν πολλές αποφάσεις του, εν θερμώ, αποδείχθηκαν εκ των υστέρων βιαστικές και άστοχες.

Η ιστορία της Δωδεκανήσου καθορίζεται από τις διεθνείς εξελίξεις, είτε με  συμφωνίες πάνω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, είτε με μυστικές διαβουλεύσεις. Αυτά τα μυστικά είναι ακόμη σε κάποιους τάφους κλεισμένα κι άλλαζαν τον χάρτη με μια ζαριά. Έναν άλλο κυρίαρχο ρόλο έπαιξαν οι Ιταλοί διοικητές Δωδεκανήσου, με την ατομική στάση – θέση, που είχαν απέναντι στην ντόπια κοινότητα, στους ιθαγενείς Δωδεκανησίους, προχωράνε με γρήγορα ή πιο αργά βήματα την έξελιξη του δράματος, της ιστορίας και τέλος υπάρχουν ορισμένα φωτεινά πρόσωπα, που σέρνουν τον κάβο στο χορό των μοιραίων αντιδράσεων, από την πλευρά του πληθυσμού.

Έτσι και ο μητροπολίτης Γερμανός βρέθηκε σε ένα περιβάλλον που έπρεπε από νωρίς να διαλέξει στρατόπεδο. Θα έπρεπε είτε να περιοριστεί σε γάμους, κηδείες και βαφτίσια ή να μπει μπροστά σε αγώνες που έδειχναν, τουλάχιστον σε εκείνη την εποχή, εξαιρετικά σκληρής δοκιμασίας.

Στην αρχή τα πράγματα έδειχναν φιλικά, τόσο που η σχέση του διοικητή Αμέλιο με τον μητροπολίτη Γερμανό έδειχνε αβρότητα και αλληλοσεβασμό.

Φαίνεται και από την υποδοχή που του έκαμε ο Αμέλιο, αφού έστειλε αντιτορπιλικό να το πάρει από την Κάρπαθο, στο οποίο και φιλοξενήθηκε κατά την παραμονή και επίσκεψή του στη Ρόδο.

Όσο όμως σκλήραιναν τη στάση οι Ιταλοί, τόσο και ο δεσπότης Γερμανός, ξεσπάθωνε πιο έντονα, περισσότερο δυναμικός, ήταν τότε, τον Απρίλιο του 1913, ούτε χρόνο δεν πρόλαβε να κλείσει στον Απέρι, όταν οι χαλαροί τόνοι έγιναν συγκρούσεις, έχουμε την πρώτη προστριβή με τον Αμέλιο.

Ο Ιταλός διοικητής σε έντονο ύφος τον χαρακτηρίζει υποκινητή εξεγέρσεων και τον προτρέπει να κάτσει στα αυγά του.

Ο Γερμανός τον στολίζει, με το ιδιαίτερο επίθετο “σατράπης”, και συνεχίζει λέγοντας πως κάνει μοναχά τη δουλειά του και πως τέτοιοι διωγμοί δεν συνέβησαν ποτέ στην Κάρπαθο. Τέλος,  τον παρακαλεί να σταματήσει αμέσως τις αυθαιρεσίες.

Είναι το Πάσχα του 1919, που έπειτα από μυστικές συναντήσεις οι μητροπολίτες δωδεκανήσου με πρωτεργάτες τον μητροπολίτη Απόστολο, Ρόδου, αλλά και τον  Γερμανό Καρπάθου, γίνονται μεγάλα συλλαλητήρια στα νησιά αλλά και στην παροικία στο εξωτερικό, στην Αθήνα.

Έχουμε τότε τις πρώτες-πρώτες δυναμικές κινητοποιήσεις, όταν οι νησιώτες ξεσηκωμένοι ξεσπάθωσαν και αποφάσισαν την ένωση με την Ελλάδα.

Το ματωμένο, το «κόκκινο» Πάσχα της Δωδεκανήσου.
Στη Θεσσαλονίκη η παροικία κάνει φωνή την αντίσταση, την Κυριακή 18 Φεβρουαρίου του 1919 και εκείνοι μαζεμένοι με καταρρακτώδη βροχή στην Ιωαννίδιο Σχολή διαδήλωσαν το αίτημα για λευτεριά.

Ομιλητής και  ο δικός μας, ο Καρπάθιος αξιωματικός Παναγιώτης Χατζημηνάς, ο γνωστός με το παρατσούκλι  Κανονάρχος, που με συμμετοχή σε δύο εκστρατείες και εικοσιεπτά μάχες και μπλεγμένος στα πολιτικά στη συνέχεια με τον Πλαστήρα πάλευε σθεναρά και αυτός, για το ζήτημα της Δωδεκανήσου στην Ελληνική επικράτεια. Στο τέλος της συγκέντρωσης στη Θεσσαλονίκη η εφημερίδα «Μακεδονία» αναφέρει πως συνελήφθη για υποκίνηση στρατεύματος και κρατήθηκε στο φρουραρχείο της πόλης.

Στην αρχή της δεκαετίας του 1920, τοποθετείτε ο Alessandro De Bosdari, νέος  διοικητής στη Ρόδο. Ο ελληνικός Τύπος χαρακτηρίζει τον Ιταλό διπλωμάτη έναν έκφυλο, ανήθικο τύπο με φαύλη και σκοτεινή ζωή.
Τα βάσανα που ξεκινούν από την αρχή του ‘12, δείχνουν να μην έχουν τελειωμό, μα και να αποκτούν ταυτότητα.

Ένας πρέσβης, που για να αποκτήσει τη  θετική στάση της ηγεσίας της φασιστικής διοίκησης της Ρώμης και ανθέλληνας όπως ήταν, πίστεψε τη γρήγορη αποδόμιση του ελληνικού στοιχείου.
Είναι η στιγμή που οι Ιταλοί αποφασίζουν να κάνουν απογραφή κατοίκων και αρίθμηση κατοικιών. Όπου ο κατακτητής παρεμβαίνει στην ήδη σκληρή καθημερινότητα, βρίσκει απέναντι τον κατά τα άλλα φιλειρηνικό Καρπάθιο.

Σε όλα τα χωριά οι αντιστάσεις είναι δυναμικές, στις Μενετές σύμφωνα με το τηλεγράφημα στις εφημερίδες, τρεις γέροντες με εξήντα γυναίκες ύψωσαν τη γαλανόλευκη στον ιστό της εκκλησίας. Υπεράσπισαν για δυό μέρες τη σημαία,  όμως την επομένη από πείνα και δίψα παραδόθησαν στον Ιταλικό στρατό που πολιορκούσε το χωριό.

Το αποτέλεσμα ήταν η επιβολή προστίμου 800 φράγκων, στον γιατρό Βασίλη Οικονομίδη, στον διευθυντή του σχολείου Μηνά Σακελαρίδη αλλά και από 400 φράγκα στους δασκάλους Αριστείδη Χατζηκωστή και στον Σακελλάρη Σακελλαρίδη μα και στη Μαρία Χωρατατζή για υποκίνηση και ξεσηκωμό του χωριού εναντίον των Ιταλών.

Οι Οικονομίδης, Σακελλαρίδης και Χατζηκωστής αρνούμενοι να πληρώσουν το πρόστιμο στάλθηκαν με αντιτορπιλικό στις φυλακές Ρόδου όπου και βασανίστηκαν, τους απελευθέρωσαν έπειτα από τρεις βδομάδες και τους έστειλαν στις Μενετές μα με τον όρο να πείσουν τους εκεί κατοίκους να μην σβήνουν τους αριθμούς από τα σπίτια, αλλά και να απογράφονται στις Ιταλικές αρχές. Μόνο ο δάσκαλος Σακελλάρης Σακελλαρίδης πλήρωσε τελικά, 200 φράγκα, για παραδειγματισμό, επέστρεψε και αυτός περισσότερο πεισμωμένος.

Χειρότερα ακόμη στο Όθος όπου τουφεκίστηκε ο παπάς Νικόλαος Σταυράκης και η ηλικιωμένη Παναγιωτάκη σκοτώθηκε κάτω από τον ιστό της σημαίας την οποία και υπεράσπιζε.

Ο πρώτος ξεσηκωμός των Καρπαθίων μπορεί να μην είχε ουσιαστικό αποτέλεσμα, κρατούσε όμως αναμμένη τη φλόγα για λευτεριά, τόσο που ο καπνός της φαινόταν πια σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Σε αυτή τη δύσκολη στιγμή ο μητροπολίτης Γερμανός είναι μπροστά στον αγώνα, φαίνεται πως μαθαίνει για τη δύσκολη κατάσταση στην Κάσο και με καΐκι από το Φοινίκι προσπαθεί να φτάσει στο Φρυ, λίγο πριν την αποβίβαση κυκλοφόρησε η φήμη για τον τραυματισμό του, και πως αναγκάστηκε χτυπημένος να αποχωρήσει, τα τηλεγραφήματα που φτάνουν στην Αθήνα δείχνουν πως η κατάσταση του ήταν σοβάρη.

Οι Ιταλοί τέσσερις ημέρες μετά, στέλνουν επίσημο τηλεγράφημα από τη Ρόδο στα Αθηναϊκά μέσα, ποτέ δεν τραυματίστηκε ο μητροπολίτης, γράφουν πως όλα αποτελούν μια ψεύτικη και βρώμικη σκευωρία εναντίον τους. Το γεγονός έχει κάνει τον γύρο της Ελλάδας στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Σκριπτ». Όμως η απέλασή του από την Ιταλική διοίκηση δεν είναι ψέμα.

Τη νύχτα της 6ης Ιουλίου 1922 μπήκε στο λιμάνι των Πηγαδίων το Ιταλικό αντιτορπιλικό Καλλιόπη, παρέλαβε τον ανυπότακτο μητροπολίτη Γερμανό, η εξορία στο Καστελόριζο ήταν γεγονός. Παρέμεινε έξι μήνες, μόνος, σχεδόν φυλακισμένος με την υγεία του να επιδεινώνεται σημαντικά.

Εκεί στη Μεγίστη, είχε την ευκαιρία να έρθει πιο κοντά στα συναισθήματά του, πιο κοντά στις εν θερμώ αποφάσεις που πήρε. Όμως καμιά φορά δεν μετανόησε, καμιά φορά δεν χαμήλωσε το ανάστημα που σήωσε απέναντι στον κατακτητή.

Όμως το κέρδος για την Κάρπαθο και τα Δωδεκάνησα, από την εξορία του είναι πολλαπλό, άλλωστε έτσι γίνεται πάντα, κάποιος δίνει ένα κομμάτι από τον χρόνο του, από τη  ζωή του, για να προχωρήσει, να γυρίσει ο τροχός μιας ιστορίας που είναι αναγκαίο να γραφτεί, να μαθευτεί.

Γράφει ο Α. Αλεξιάδης στην εφημερίδα “Μακεδονία” την Κυριακή 24 Ιουλίου 1922:
«..τον σεβάστηκε ο φανατισμός της τουρκοβουλγαρικής προπαγάνδας, τον σεβάσθηκαν οι δολοφονικές σφαίρες των κομιτατζήδων στην Μακεδονία όταν πήρε μέρος στους εκεί αγώνες, και τώρα έπεσε στα λυσσαλέα δόντια των Ιταλών καραμπινιέρων..»

Είναι αλήθεια, ο Γερμανός είχε δυο περίεργες ουλές, μια στην αριστερή ωμοπλάτη και μια στο μέτωπο, από σφαίρες που δέχθηκε σε  ένα ταξίδι του στη Μακεδονία δέχθηκε επίθεση από Βουλγάρους Κομιτατζήδες. Ακόμη κι αν τράβηξε το εξάσφαιρο από τη θήκη δεν μπόρεσε να αποφύγει τα πυρά των εχθρών του, οι σφαίρες των βρήκαν μα ακόμη δεν ήταν η στιγμή να παραδώσει τα όπλα.

Με την επιστροφή του από την εξορία, βρίσκει άλλους κανόνες στο τραπέζι της ζωής. Με τη συμφωνία Τιττόνι-Βενιζέλου, τα νησιά αποκαλούνται πια, Ιταλικά. Ακόμη και η επικοινωνία με το φανάρι είναι κομμένη. Έπειτα από συζητήσεις με μπροστάρη των Μητροπολίτη Απόστολο κατέληξαν στη δημιουργία αυτοκέφαλης εκκλησίας Δωδεκανήσου, φυσικά και με τις ευλογίες των Ιταλών και τη διαφωνία όλης της Ελλαδικής κοινότητας.

Ευτυχώς η προσπάθεια των Ιταλών να ξεσηκώσουν την αυτονομία της εκκλησίας στα Δωδεκάνησα πνίγηκε σε συζητήσεις, χάθηκε στη θάλασσα ανάμεσα στη Ρόδο και το Φανάρι.

Ο δεσπότης Γερμανός, στο πλευρό του Ρόδιου Απόστολου, χρεώνεται μοιραία την όλη κίνηση, έτσι η ρετσινιά σκεπάζει τη  μέχρι τώρα άσπιλη πορεία του.

Είναι 22 του Νοέμβρη 1936 όταν παύεται  ο διοικητής Μάριο Λάγγο, έρχεται στη Ρόδο κυβερνήτης ένας από την τετρανδρία του φασισμού, ο Ντε Βέκκι. Ξεκινά η πιο δύσκολη περίοδος για τα υποδουλωμένα δωδεκάνησα στους Ιταλούς.

Ακόμη μια εξασέλιδη επιστολή του, στον Βενιζέλο αυτή τη φορά, σταλμένη από την έδρα της μητροπόλεως Απέρι,  προσυπογεγραμμένη και από τον μητροπολίτη Ρόδου, Απόστολο, που του ζητούν να βοηθήσει για την κάθαρση των ονομάτων τους, δεν ήταν προδότες, σχετικά με τη στάση τους κατά την προσπάθειά τους να γίνει αυτοκέφαλη η εκκλησία δωδεκανήσου, δείχνει την αγωνία του για τις εξελίξεις αλλά και τη γνώση για τα πολιτικά παιγνίδια που παίζονταν στην περιοχή.

Είναι αυτός ο περίεργα μαχητικός ιεράρχης, γεννημένος στα Ελάτα της Χίου το 1865, ο Σταύρος Μονιούδης ή Μονοδιάδης, μέσα στα βιβλία δεν βλέπεις, δεν φαντάζεσαι, τον χαρακτήρα, μα ένα σύνολο λέξεων είναι που άψυχα περιγράφουν και αποδυναμώνουν ανθρώπους.

Είναι φτωχό μα μοιραία ανίκητο να γνωρίζεις περασμένες προσωπικότητες μέσα από κείμενα  και φθαρμένες μαυρόασπρες φωτογραφίες.

Έτσι κι ο Μητροπολίτης, ένας άριστος μαθητής στη Θεσσαλονίκη, πολυταξιδεμένος για την εποχή, τελείωσε τη θεολογική ακαδημία του Κιέβου και χειροτονίθηκε στην Θεσσαλονίκη από τον Μητροπολίτη Σισιανίου και Σιατίστης.

Στη συνέχεια τον βρίσκουμε στο φανάρι και σε διάφορες επιτελικές θέσεις να εξελίσσεται σε σπουδαίο ιεράρχη.

Εκεί φαίνεται πως μαθαίνει και την αξία της πληροφορίας, της ενημέρωσης, όλων εκείνων που δεν ξέρουν γεγονότα, πρόσωπα και πράγματα.

Σε όλη την υπόλοιπη ζωή του τον βρίσκουμε μέσα από γράμματα να προσπαθεί να ενημερώσει, να καταδείξει, όλα εκείνα τα θέματα που μακριά από το κέντρο των εξελίξεων, των μεγαλουπόλεων ανά τον κόσμο, στερούνται της προβολής, του φωτισμού, που θα βοηθούσε να βγουν τα προβλήματα στην επιφάνεια και να οδηγηθούμε πιο γρήγορα σε λύσεις, παρά τις στρεβλώσεις, που χρόνια τώρα μας έκαναν όλο και πιο παραπληγικούς, αδύναμους να σταθούμε και να διεκδηκίσουμε λίγο ουρανό, λιγάκι ελπίδα.

Ο Γερμανός πεθαίνει στις 26 Φλεβάρη του 1940, έπειτα από 28 χρόνια προσπάθεια και αγώνα, ήταν πια σχεδόν τυφλός, αφού από τη μη έγκαιρη αντιμετώπιση του καταράκτη, έχασε το ένα μάτι και το άλλο άχρηστο,  με μια θολωμένη όραση, παραπληγικός, με μισακές θεραπείες, το πρόσωπο του φανέρωνε από μακριά την κακουχία και τέλος με σοβαρό, χρόνιο πρόβλημα στον προστάτη, του έδινε αφόρητους πόνους.

Χειρουργήθηκε στη Ρόδο, στο εκεί Ιταλικό, στρατιωτικό νοσοκομείο, μα ο οργανισμός του δεν άντεξε.  Πεθαίνει απένταρος, με τον Μητροπολίτη Ρόδου να καλύπτει ακόμη και τα έξοδα της κηδείας του, αφού ο ίδιος δεν είχε απολύτως τίποτε δικό του. Ίσως περισσότερο φιλοσοφημένος και ψαγμένος, είχε κάνει από νωρίς της επιλογές του, είναι η εξορία που δυνάμωσε ακόμη περισσότερο την πίστη του για τη ματαιότητα της υλικής ζωής.

Δεν ήταν ο ιεράρχης που εκτονωνόταν στα χωράφια ούτε τα χωρατά ήταν τον βοηθούσαν για να ξεπεράσει την καθημερινή ανία. Δεν προλάβαινε να βαρεθεί, η φροντίδα για το ανθρώπινο ξεστάχυασμα ήταν, παρέμενε σταθερά πρώτη προτεραιότητά του.

Τα πρώτα χρόνια της Ιταλικής κατοχής η Κάρπαθος στάθηκε όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα φοβισμένη μα υπήρξαν και στιγμές που οι κραυγές της ακούστηκαν σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Το 1920, το λάδι κοστίζει 20 Ιταλικά φράγκα, η οκά, ενώ ο ιός της γρίπης σάρωνε και γεμίζει τα νεκροταφεία, δείγμα των τραγικών ελλέψεων. Είναι μια εποχή δύσκολη, σκληρή, εδώ λοιπόν ο ιεράρχης  δεν έχει μόνο ρόλο πνευματικού πατέρα, μπαίνει στα σπίτι και οδηγεί τους ανθρώπους, είναι άλλοτε ψυχοθεραπευτής, μα τις πιο πολλές στιγμές γίνεται εκείνος ο αδελφός που με ενσυναίσθηση καταλαβαίνει, αφουγκράζεται τα προβλήματα, δίνει λύσεις για να κρατιέται η δομή ενός χαλαρού έτσι κι αλλιώς κοινωνικού ιστού, που κυρίως οι άγραφοι κανόνες τον συγκρατούν από την κατάρρευση.

Ο μητροπολίτης Γερμανός είχε ακριβώς τον ρόλο του ουσιαστικού ποιμένα, εκείνου που θα γράφαμε στα μυθιστορήματα, του μυθικού ήρωα που μας βοηθά η σκοτεινή, άγραφη ζωή του να του παινέψουμε ακόμη και κάθε ψεγάδι του.

Μπορεί να έκανε λάθη, σφάλματα, μα ποιος είναι εκείνος  που παλεύει μα πέφτει μοιραία, σε λανθασμένες διαδρομές και επιβεβαιώνεται έπειτα από απόσταση, κάνοντας το μέλλον λίγο πιο ανυπόφορο, μα τον εαυτό του, ξεχάστηκε ο ίδιος πρώτα από όλα, μέσα στη φούρια του αγώνα του, εγκατέλειψε τη θεραπεία, την ίαση του σώματός του, καταδείχνοντας έτσι την ακλόνητη πίστη του για απελευθέρωση. Το εξάσφαιρο που «πυροβολούσε», σημάδευε κατά πρόσωπο ο ιεράρχης ήταν ο λόγος του.

Ο Γιώργος Φασουλέτος θυμάται την παρότρυνσή του:
“Να φύγεις από το νησί Γιώργη, δεν θα σε κάμουν αυτοί Ιταλό φαντάρο, μπες σε μια βάρκα, σύρε κουπιά και δρόμο”.

Υπήρξαν άνθρωποι που σήμερα χωρούν σε ένα τετράδιο, σε μια σελίδα, σε δυο λέξεις  όλες κι όλες, που κρύβονται καταχωνιασμένες, σε σκοτεινά συρτάρια, όμως φωτίζουν μοναχά με ένα άγγιγμα ολόκληρο το γκρίζο, μουντό παρόν μας.