Λέβιθα: Οι φύλακες μιας άγκυρας του 6ου π.Χ. αιώνα

Της Μαρίας Ριτζαλέου, στο “ΕΘΝΟΣ”

Στο φως οκτώ ναυάγια, τα οποία  χρονολογούνται από τα μέσα του 3ου π.Χ. αιώνα μέχρι την παλαιοχριστιανική περίοδο, κυρίως στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο.

Στην αυλή της οικογένειας Καμπόσου, που είναι και οι μοναδικοί κάτοικοι του νησιού, στα ακριτικά Λέβιθα, βρίσκεται ο γρανιτένιος στύπος άγκυρας του 6ου π.Χ., ο μεγαλύτερος σε μέγεθος της αρχαϊκής περιόδου, που έχει εντοπιστεί ως σήμερα στο Αιγαίο. Το οριζόντιο τμήμα του σταυρού της άγκυρας, βάρους 400 κιλών, παραπέμπει σε πλοίο κολοσσιαίων για την εποχή του διαστάσεων, μεγαλύτερων των 30 μέτρων και είναι μεταξύ των σπουδαίων ευρημάτων που εντοπίστηκαν στην έρευνα των αρχαιολόγων της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων στην περιοχή.

«Η άγκυρα είναι στην αυλή μας και νιώθουμε υπερήφανοι που την έχουμε εδώ. Είναι τεράστια και τα παιδιά που την έβγαλαν δεν μπορούσαν να την μεταφέρουν», είπε στο ethnos.gr, η Ειρήνη Καμπόσου που μαζί με τον σύζυγό της, Δημήτρη, είναι οι μόνιμοι κάτοικοι των μόλις 9,5 τ.χλμ. Λέβιθων, -μεταξύ Αμοργού, Λέρου και Πάτμου- και μάλιστα μέλη της οικογένειας Καμπόσου κατοικούν εκεί από το 1820.

Ο επικεφαλής της αποστολής, αρχαιολόγος της Εφορείας Ενάλιων Αρχαιοτήτων, Γιώργος Κουτσουφλάκης, μας επιβεβαίωσε πως ο στύπος της άγκυρας παραμένει στα Λέβιθα, «προσωρινά», όπως είπε, «μέχρι να βρεθεί τρόπος για να μεταφερθεί».
Ο στύπος ανασύρθηκε από βάθος 45 μέτρων και χρονολογείται στα 600-500π.Χ., ενώ η υπόλοιπη άγκυρα, κατασκευασμένη από ξύλο αποσυντέθηκε στο βυθό, όπως και το ξύλινο σκαρί, που ήταν τεράστιο και εντυπωσιακό για την εποχή του.
Σε παλαιότερη υποβρύχια έρευνα στην Τουρκία εντοπίστηκε παρόμοιος τύπος άγκυρας βάρους 200 κιλών και εκτιμήθηκε ότι παραπέμπει σε πλοίο μήκους 18-20 μέτρων, οπότε η άγκυρα στα Λέβιθα που έχει διπλάσιο βάρος αντιστοιχεί σε πολύ μεγαλύτερο σκαρί της αρχαϊκής εποχής.

Οκτώ ναυάγια στα Λέβιθα
Το αρχείο της Εφορείας Ενάλιων Αρχαιοτήτων και πληροφορίες που έδωσαν Καλύμνιοι ψαράδες και σφουγγαράδες, οδήγησαν τα μέλη της αποστολής (12 αρχαιολόγοι της Εφορείας και εξωτερικοί συνεργάτες) σε μια αποστολή που έφερε στο φως οκτώ ναυάγια, τα οποία  χρονολογούνται από τα μέσα του 3ου π.Χ. αιώνα μέχρι την παλαιοχριστιανική περίοδο, κυρίως στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο.
Τα πλοία ήταν γεμάτα αμφορείς διαφόρων τύπων, που μετέφεραν λάδι ή κρασί ή σάλτσες ψαριών, ελάχιστοι ωστόσο βρέθηκαν ακέραιοι.

«Για άλλη μια φορά ως υπηρεσία φτάσαμε τελευταίοι. Τα περισσότερα ναυάγια ήταν συλλημένα», δήλωσε ο κ. Κουτσουφλάκης.
Η έρευνα έγινε στις νότιες και δυτικές ακτές στα Λέβιθα. Συνολικά έγιναν 57 ομαδικές καταδύσεις, σε βάθος 10-45 μέτρων και καλύφθηκε το 30% των 35 χιλιομέτρων της ακτογραμμής του νησιού.
Εκτός από τους αμφορείς των ναυαγίων, καταγράφηκε και πλήθος μεμονωμένων ευρημάτων, κυρίως απορρίψεις κεραμικής και άγκυρες που τεκμηριώνουν μία συνεχή χρήση του θαλάσσιου αυτού δρόμου από την αρχαϊκή ως και την οθωμανική περίοδο.

Φύλακες της ιστορίας η οικογένεια Καμπόσου
Τα Λέβιθα αποτελούν το ανατολικότερο νησί μιας συστάδας τεσσάρων απομονωμένων νησιών (Λέβιθα, Μαυριά, Γλάρος, Κίναρος) που γεφυρώνουν το θαλάσσιο πέρασμα από τις Κυκλάδες στα Δωδεκάνησα, μεταξύ Λέρου και Αμοργού. Η έρευνα έχει τριετή χρονικό ορίζοντα (2019-2021) με σκοπό τον εντοπισμό και την τεκμηρίωση αρχαίων ναυαγίων στην παράκτια ζώνη του νησιωτικού αυτού συμπλέγματος, που φαίνεται πως έπαιξε καίριο ρόλο στην αρχαία και νεότερη ναυσιπλοΐα.

Στο επόμενο διάστημα αρχαιολόγοι της Εφορείας Ενάλιων Αρχαιοτήτων θα καταδυθούν στην Κάσο, αλλά και στα Κύθηρα, όπου θα συνεχιστεί η έρευνα στο ιστορικό ναυάγιο του «Μέντορα». Το μπρίκι «Μέντωρ», ιδιοκτησίας του Λόρδου Έλγιν, βυθίστηκε εν μέσω κακοκαιρίας και σφοδρής θαλασσοταραχής, στον όρμο του Αγίου Νικολάου στα νοτιοανατολικά Κύθηρα το 1802 κι ενώ μετέφερε μέρος των αρχαιοτήτων που είχαν αφαιρεθεί από τον Παρθενώνα, την Ακρόπολη και άλλα σπουδαία μνημεία της Αθήνας.