Οι ιδιωματικές λέξεις και φράσεις της Μαλώνας - Το λαϊκό πανηγύρι συνεννόησης των χωρικών κάποτε

Κάθε Εθνική γλώσσα  με το πέρασμα του χρόνου δεχόταν  ευρεία διαφοροποίηση, υφολογική, κοινωνική, ιδεολογική και γεωγραφική, από ηλικιακές, επαγγελματικές και ιδεολογικές ομάδες, κατά γεωγραφικά διαμερίσματα, που είχαν σαν αποτέλεσμα να δημιουργούνται διάφορες  γλωσσικές διάλεκτοι.

Με τον όρο  «διάλεκτος» χαρακτηρίζουμε τη γεωγραφική διαφοροποίηση ευρύτερων περιοχών, ιδίως αυτών που εμφανίζουν έντονες αποκλίσεις από την κοινή εθνική γλώσσα ενός λαού. Έτσι, στη χώρα μας, που η καταγωγή της ανάγεται στην εποχή από καταβολής κόσμου, προέκυψαν  πλήθος ιδιωματισμών και ιδιωτισμών, οι οποίοι διαφέρουν όχι μόνο κατά γεωγραφικό διαμέρισμα, αλλά  και από χωριό σε χωριό.


Μια αντικειμενική θεώρηση στην καθομιλουμένη γλώσσα των διαμερισμάτων της Πατρίδας μας, αλλά και στα χωριά του νησιού μας θα διαπιστώσει εύκολα την ευρύτητα και το πλήθος  των ιδιωματικών λέξεων και φράσεων, αλλά και τη διαφοροποίηση σε ό,τι αφορά τους τρόπους, τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων κάθε χωριού του νησιού μας.


   Συγκεκριμένα, στο χωριό της Μαλώνας, από μια εμπεριστατωμένη  έρευνα, που πραγματοποιήσαμε  στα πλαίσια της συγγραφής  της εργασίας μας «Η Μαλώνα του χθες και του σήμερα» βρέθηκαν περίπου  (1200) ιδιωματισμοί και φράσεις, που ομιλούνται και σε άλλα χωριά και (850) ιδιωματισμοί που φέρουν τη Μαλωνήτικη  καταγωγή και προέλευση.


Το σημαντικότερο εδώ είναι ότι οι περισσότερες ιδιωματικές λέξεις, διατηρούν το δωρικό τύπο  και στηρίζονται σε ορισμένα γραμματικά  και συντακτικά φαινόμενα, τα οποία αν κάποιος επισκέπτης δεν τα λάβει υπόψη του, θα  δυσκολευτεί οπωσδήποτε να ερμηνεύσει και να κατανοήσει αρκετές ιδιωματικές λέξεις και πολλά τοπωνύμια.
Μερικές λοιπόν από αυτές τις ιδιωματικές λέξεις και φράσεις, που  πολλές των οποίων χρησιμοποιούν και μέχρι σήμερα οι ηλικιωμένοι και συμπαθέστατοι κάτοικοι της Μαλώνας και λύνουν  τα επικοινωνιακά  προβλήματα της  καθημερινότητάς τους, είναι και οι παρακάτω με όχι αυστηρή αλφαβητική αναφορά.


Άψη= άψη του θέρους= αρχή του θέρους.
Αηρφομοίρια(τα)= Τα γειτονικά κτήματα  που προέρχονται από το μοίρασμα ενός μεγάλου κτήματος, μεταξύ συγγενών.
Ανουριά(η)= ο μικρός όχθος  χώματος που χωρίζει  κτήματα.
Αριάνοι(οι)= τα μικρά φρέσκα φασολάκια.
Άβι(το)= το κυνήγι.
Αουκής (ο)= ο κυνηγός.
Αμουργγάς(ο)= είδος αυλακωτού κεραμιδιού.
Αϊλιά(η)= η αγελάδα.  
Αλάριου= μακριά.
Αζάττι(το)-απαλλαγή, ελευθερία, γρηγοράδα.
Άττος(ο)= η σταχτη.   Αρσίζης(ο)= ο  άτακτος.
Άσπα(η) = Βαθούλωμα της γής.
Αφερούμ= μπράβο, συγχαρητήρια.
Αριάτης(ο)= ο εργάτης.
Ακουπάς(ο)= ο αυχένας.
Απαλέτης(ο)= ο εργάτης του μύλου.
Αλάβερσι= ας είναι δα.
Ανίμελλε= αν είναι δυνατό.
Αχχάνια= τα κοτσάνια.
Ακκιντί= λίγη κλίση, λίγη ποσότητα. 
Άπλα(τα)= οι γερανοί.

*** Βουές(οι)= υπόγειες στοές.
Βουστέρνα= η στέρνα.
Βαζάνι(το)= η μελιτζάνα.
Βράστη(η)= πολλή ζέστη.
Βούρβουθας(ο)= ο σακος των πουλιών που μαζεύεται η τροφή.
Βέρβελλα(τα)= τα κόπρανα του λαγού και των γιδοπροβάτων.
Βούργια(η)= κυνηγετικό σακούλι καμωμένο από πετσί.
Βρουχητό(το)= ο βρυχηθμός, το μούγκρισμα ζώου.
Βτομά(η)= η εβδομάδα.  
Βόι(το)= το βόδι.
Ββα= επιφώνημα θαυμασμού, όμοιο με το πωπώ!
Βα= σημαίνει εδώ.
Βάσσω=γαυγίζω.

*** Γκλέω= ραυδίζω τις ελιές για να πέσει ο καρπός.
Γέμμα(το)= το κλαδί που δένουν τα οικόσιτα.
Γροικώ= ακούω.
Γιαττάκι(το)= το μέρος που πλαγιάζουν κυρίως τα ζώα.
Γιόθθος(ο)= είδος σκουλουκιού που δρα στο δέρμα των ζώων.
Γγι= καταφατικό συνήθως και σημαίνει «ναι, εντάξει».
Γκώνω= κάνω κάτι να εξέχει.
Γρόττος(ο)= η γροθιά.
Γιοτίζω= ταιριάζω. 
Γουμάς(ο)= ο ορνιθώνας.
Γιουρλατέ= Παίρνω φόρα, ξεκινώ απότομα.
Γιαράς=πληγή

*** Διαλλώ= Περνώ κάποιο  εμπόδιο, πηδώ.
Δίγκλα(η)= Ένα λωρί πλεκτό από χοντρή κλωστή, που δένουν το σαμάρι στο ζώο.

*** Εβά= εδώ (τοπικό).
Εκειά= εκεί (τοπικό).
Έφτω= ανάβω.
Επόβγε= απόθανε, ψόφησε.
Εγιάτο= τον είδα.
Επιαλλώθει= έπαθε αποβολή,

*** Ζουλάπα(η)= ο πολύ ώριμος καρπός.
Ζαττί= ούτως ή άλλως. 
Ζέννει= βρωμάει.
Ζαπάταχνα= ποδοβολητό, θόρυβος από τρέξιμο.
Ζάφτι(το)= τα καταφέρνω, κουμαντάρω.
Ζάβαλλε= ορίστε μας, άκου εκεί.

***  Θέκτω= πλαγιάζω, κοιμάμαι.
Θιωρής= Θεόδωρος.

***  Καυκάλα= ο χοντροκέφαλος, ο ξεροκέφαλος, ο βλάκας.
Καταπότης= Το κεντρικό αυλάκι. 
Κριάς(το)= το κρέας.
Κουτσουκέλλα= η κουκουνάρα.
Κείττικα=σπάνια.
Κάσση(η)= το μέρος που γεννούν οι κότες.
Κκιόρος(ο)= ο τυφλός.
Κοπάι(το)= το κοπάδι.
Κούκουρο(το)= το ξερό μέρος.          
Κερεστές(ο)= Ξύλα οικοδομής, θρεμμένη γυναίκα.
Κούκλανος(ο)= ο κέφαλος του γλυκού νερού.
Κουρέπης(ο)= ο κουρεμένος.
Καμμώ= κλείνω τα μάτια.
Κανταλαμάς(ο)= το επιπρόσθετο λουρί στο χαλινάρι.
Κουσκούνι(το)= το γουρουνάκι. 
Κολάι(το)= η ευκολία.
Κόρπιθας(ο)= η απλώτρα που βάζουν το τυρί.
Κιόλα= το τέλμα της λίμνης.
Καρσί=Αντίκρυ, απέναντι.
Κουκουτέβιομαι= γαργαλίεμα.
Κρούκελος(ο)= ο κρίκος.
Κουσουμέρνω= τα καταφέρνω. Καραζινά= πεισματικά.

*** Λεσπέρης= ο γεωργός.
Λαμένω= περιμένω.  
Λατός(ο)= η εποχή που λάμνουν τα ζώα.
Λάουρκια(τα)= είδος μανιταριών με σφαιρικό σχήμα
Λαϋριά(η)= η λυγαριά.
Λίλιρας(ο)= η ιλαρά.
Λυά(η)= η πικροδάφνη.
Λαίσκα(η)= βαθούλωμα της γης.
Λοκοτίζω=καθυστερώ, χασομερώ κάποιο.
Λωνεύκιω= αλωνίζω.
Ε! Λο= καλέ
Λούγκρος(ο)= ο αδιάντροπος που μοιάζει με γουρούνι.

*** Μακκαλιάζει= φωνάζει το ζώο.  
Μαμουριά(η)= η αράχνη.
Μαγιούπης(ο)= ο κουτοπόνηρος, ο κατεργάρης.
Μαλαστρούππα(η)= αυτός που έχει άπλυτα μαλλιά.
Μώσε= ορκίσου!
Μακκιελί(το)= μικρό ξύλινο πορτάκι.
Μουνουχώ= ευνουχώ, κάνω  κάποιο στείρο.
Μπλάζω= ρίχνω κάτω, σκορπώ. 
Μαϊδιά(τα)=χρήματα.
Μούλος(ο)= ο νόθος.
Μπάλας(ο)=  ο ανόητος, ο παλαβός.

*** Νακατέβιω= ανακατέυω.
Νελέω= εκλέγω.
Νεμουκκά= φωνάζει το ζώο.
Νεφερμές(ο)= ατροφικός καρπός.
Νερούχος(ο)= η τρύπα που βγαίνει το νερό, βρώμικο ρυάκι.
Νεστορώ= ενθυμούμαι κάτι.
Νεμμά=φυτρώνει
Νυχατά= πολύ πρωί.
Ντερολώ= τρέμω, τρομάζω.
Ντιριούμαι= φοβάμαι, δειλιάζω, ντρέπομαι.

*** Οβριάκια(τα)= τα κολοκυθάκια. 
Οξωπουδώ=ο σατανάς.
Οξωνούς(ο)= αυτός που δεν νοιάζεται για τίποτε.

*** Παντόχνω= δίνω κάτι σε κάποιον.  
Παπάις(οι)= οι παπάδες.
Ποσσώνω= Τελειώνω.
Πασμαουρί= πολύς κόσμος.
Ποσύρνω= σκουπίζω. 
Πατίχα(η)= το καρπόυζι.
Πισινή(η)= το λωρί που κρατάει το σαμάρι.
Πλουμί(το)= παρδαλό κέντημα. 
Πούλα(η)= η κότα.
Παράσταφνα(τα)= οι παραστάδες του σπιτιού.
Περικενώνω= βάζω στα πιάτα.
Πεστλεμές(ο)=το θρεφτάρι.
Πεσκίρι(το)= πετσέτα προσώπου. 
Πούζι= το πολύ κρύο. 
Ποκόβγιω= απογαλακτίζω.
Περίσυρο= η σκούπα.
Παρασόλι(το)= η ομπρέλα.
Πλίγκος(ο)= ο φάκελος.
Πεσκορδώνομαι= τεντώνομαι, υπερηφανεύομαι.
Πατός μου= μόνος μου. 
Πρε! Ω πρε!= βρε
Πεστραγγαλώνομαι= μου στέκεται η μπουκιά.
Πιττίζω= τελειώνω.
Πρόκω= δίνω να καταλάβει κάποιος.

*** Ραχνιάζει= Γίνεται σαν τον ιστό της αράχνης.
Ρίζω= εξουσιάζω.
Ριφώμα(το)= μικρός στάβλος κατσικιών. 
Ρουσιά(η)= η ξανθιά.          
Ροματίζομαι= ονειρεύομαι
Ρετίζω= σκάβω στην πηγή για να αυξηθεί το νερό.

*** Σαλά(η)= η σαλάτα.
Σαλαουνώ= σαλεύω, κουνιέμαι.
Σαρτουκώ= προχωρώ πηδηκτά. 
Σουρά(η)= πήλινο δοχειό.
Στρόππος(ο)= όγκος στο κεφάλι.
Σουριάλλι= σφυρίκτρα.
Σακκιναχά= επιμονή με ανησυχία.
Σεπέπι σου= εξαιτίας σου
Σπολλάτε= συγνώμη.
Στήμη(η)= η ταχύτητα,
Σουλούκι(το)= υπομονή.
Σφορταγκός(ο)= ο βάτραχος.
Συκκιρτίστηκα= νευρίασα, στενοχωρήθηκα.
Σούφρα(η)= η γυναίκα η ασιδέρωτη, η κλέφτρα.
Σκουτούι(το)= πυκνό σκοτάδι. 
Σκολόμρι(το)= ο σκόλυμος.
Σουλουβάνης(ο)= ο ασθματικός.
Σαλαμέττι= σώος.
Συφφάι(το)= Συμπλήρωμα φαγητού.
Σφηκόνι(το)= η σφήκα,
Σφαλώ= κλείνω την πόρτα.
Σκέπαση(η)= η σκεπή.
Σβηλαγκώνω= δίνω γροθιά. 
Σφορταγκός= ο βάτραχος.

*** Ταρταγάνια= ακατάστατα, τα πάνω κάτω.
Ταμνάς(ο)= αρρώστια ζώου.
Ταφκιάζω= σκοτώνω.
Τατάς(ο)= ο νουνός.
Τιρτίζω= πλειοδοτώ.
Τεσκίνι= πηγαίνει πολύ γρήγορα.
Ττοκάτι(το)= η φυλακή.
Τουλούμι(το)= ο ασκός που βάζουν κρασί. 
Τσακή= ο σουγιάς.
Τσουμά(η)= η μικρή αγελάδα.
Τσαμούσης(ο)= άγριο ζώο.
Τσιλλαρούα(η)= η αγριοκρομμύδα.
Τεκλίφι= η διαφορά.
Τεφαρίκι(το)= το κορόιδο, το απομεινάρι. 
Τανώ=αγγίζω
Τσιμιά(η)= το τζάκι.
Τσούκα(η)= το τσουκάλι.
Τσαλαμπουρδά= κινείται σέρνοντας.
Ταπάνι(το)- το ίσιωμα.

*** Φασκανούρα(η)= το ανοιχτό σύκο. Φλάγγα(η)= η άσπρη
Φάρσα(η)= το πουλί η φάσα.
Φελλά(η)= το βιβλίο.
Φλετρό(το)= το πηγάδι.
Φροκαλιά(η)= η  σκούπα.
Φορτωτήρας(ο)= το μπαστούνι.
Φουρκίζω= πνίγω.
Φουσκί(το)= το σκουλαρίκι.  Φούκος(ο)= ο πισινός.
Φρόκαλο(το)= το σκουπίδι.  
Φταρμίζω= ματιάζω.
Φκριούμαι= κρυφακούω.   
Φόρσος(ο)= ο δυνατός άνεμος.
Φιανέττης= ο ανάποδος, ο τεμπέλης.
Χύση(η)= η πλημμύρα.

***Χαμνό(το)= το μαλακό.
Χωρατά=αστεία.
Χουζούρι(το)= η ανάπαυση, ξεκούραση. 
Χαλατός(ο)= ο χαζός.  
Χαίστης(ο)= ο φοβητσιάρης
Χωρατεύγιω= αστειεύω.  
Χούι(το)= η συνήθεια.

***Ψαχνί(το)= το καθαρό μέρος του κρέατος.
Ψόφος=ο θάνατος  
Ψιακί (το)= το δηλητήριο.
Ψοφίμι(το)=το πτώμα του ζώου. 
           
Πέραν όλων αυτών των ιδιωματικών λέξεων και φράσεων, στη Μαλωνίτικη διάλεκτο υπάρχουν και αρκετοί άλλοι ιδιωματισμοί, που συναντώνται  και σε άλλα  χωριά του Νομού μας, οι οποίοι  αποτελούν πολύτιμο κομμάτι  της πολιτιστικής μας ταυτότητας και της πνευματικής ζύμωσης των διαφόρων γεωγραφικών περιοχών του Ελληνικού χώρου γενικότερα.


Οι γλωσσικές λοιπόν διαφοροποιήσεις που παρουσιάζονται σε όλες τις περιοχές  της  πατρίδας μας, αποτελούν αφενός  μεν δέκτες της αυτόνομης πνευματικής και  ιστορικής εξέλιξης, αποκαλύπτοντας τον ιδιαίτερο τρόπο σκέψης και αντίληψης των κατοίκων της χώρας μας και αφετέρου τα τεκμήρια  για τις  ανεξάρτητες και μοναχικές  δυνατότητες της γλώσσας και τον άπειρο λεκτικό πλούτο μας.


Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι κι εκείνοι που μιλούν  ή γνωρίζουν μια διάλεκτο και κατοικούν σε άλλες χώρες,  έχουν ακριβώς   αυτήν τη λεκτική  ταυτότητα, ως  ισχυρό συνεκτικό δεσμό με τον τόπο καταγωγής τους. Έτσι, είτε κατοικούν στον τόπο καταγωγής τους. είτε όχι, έχουν πάντοτε τη γλωσσική τους ταυτότητα ως μέσον επιστροφής σε εκείνα ακριβώς τα στοιχεία που συνθέτουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της  τοπικής καταγωγής του.


 Εξ αυτών συμπεραίνεται ότι οι διάλεκτοι με τους ιδιωματισμούς των που φανερώνουν την πολυμορφία της ελληνικής γλώσσας  και με τον εκφραστικό τους  πλούτο ενισχύουν τη συλλογική γλωσσική κληρονομιά και  το μεγαλείο της πατρίδας μας, δεν θα πρέπει να τυγχάνουν  της δέουσας αναγνώρισης και υποστήριξης;