Δράσεις κατά της διαφθοράς και της απάτης

Η διαφθορά, η απάτη και η φοροδιαφυγή εξακολουθούν να πλήττουν την Ελλάδα. Παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται, οι αριθμοί εξακολουθούν να είναι μεγάλοι και το κράτος αδυνατεί να ελέγξει αποτελεσματικά τους φοροδιαφεύγοντες. Έτσι επαφίεται στις καταγγελίες των πολιτών, ανώνυμες και επώνυμες. 

Η Γενική Γραμματεία για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς (ΓΕΓΚΑΔ) αλλά και η Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας (ΔΟΑ) δέχθηκαν αρκετές καταγγελίες εντός του 2018. Στις καταγγελίες αυτές, όμως, όπως θα δούμε και παρακάτω, δεν αναφέρονταν. Στην μεν ΓΕΓΚΑΔ -στην πλειονότητά τους- σε υποθέσεις διαφθοράς, ενώ σε ό,τι αφορά την Οικονομική Αστυνομία, η πλειονότητα των καταγγελιών αφορούσε φορολογικά ζητήματα.  
Τα στοιχεία εμπεριέχονται στην ετήσια έκθεση 2018 της Γενικής Γραμματείας Καταπολέμησης της Διαφθοράς.  

ΓΕΓΚΑΔ: 875 καταγγελίες το 2018
Συνολικά, για το έτος 2018, στο Γραφείο Καταγγελιών της ΓΕΓΚΑΔ, παρελήφθησαν 875 καταγγελίες, από τις οποίες προέκυψαν κατόπιν επεξεργασίας και αξιολόγησης και συσχετίσεων συναφών καταγγελιών 783 υποθέσεις. Οι καταγγελίες αυτές παρελήφθησαν στην πλειονότητά τους με ηλεκτρονικά μέσα (66%), μέσω της ιστοσελίδας της Υπηρεσίας ή μέσω e-mail.

Ωστόσο, από το πλήθος των καταγγελιών, προκύπτει ότι οι περισσότερες (59%), όπως αξιολογήθηκαν και με την εποπτεία του εισαγγελικού λειτουργού, δεν αναφέρονται σε περιστατικά/αδικήματα διαφθοράς. 
Το φαινόμενο αυτό οφείλεται κυρίως στη δυσκολία των πολιτών να ορίσουν την έννοια της διαφθοράς. Στην καθημερινότητά του ο πολίτης αντιμετωπίζει αδικίες, τις οποίες μπορεί να αντιλαμβάνεται ως υποθέσεις διαφθοράς, οι οποίες όμως τελικά δεν είναι. 

Για παράδειγμα, η αμφισβήτηση μίας διοικητικής πράξης ή απόφασης ή η παράλειψη ή καθυστέρηση έκδοσης μίας διοικητικής  πράξης μπορεί να αφορούν υποθέσεις διοικητικής πρακτικής, γραφειοκρατίας ή ακόμα και κακοδιοίκησης, στις οποίες αν δεν συντρέχει το στοιχείο της εκμετάλλευσης θέσης εξουσίας για την προσκόμιση οποιοδήποτε προσωπικού οφέλους δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως υποθέσεις διαφθοράς.

Από τις υποθέσεις που αναφέρονται σε περιπτώσεις διαφθοράς (εντός πεδίου αρμοδιότητας της ΓΕΓΚΑΔ), η συντριπτική πλειονότητα (58%) αφορoύσε αδικήματα απιστίας ή απάτης σε βάρος του Δημοσίου καθώς και παράβασης καθήκοντος. 

Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο αριθμός των καταγγελιών που αφορούν σε αδικήματα δωροδοκίας/δωροληψίας αφορά μόνο το 8% των υποθέσεων, γεγονός που θα μπορούσε να δικαιολογηθεί εν μέρει από την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης παράβασης, καθώς για την εξακρίβωση τέλεσής της, συνήθως απαιτείται άμεση επέμβαση της αστυνομίας μέσω της επ’ αυτοφώρου διαδικασίας.

Με βάση το περιεχόμενο της κάθε καταγγελίας, και ανεξαρτήτως αν αξιολογήθηκαν εντός ή εκτός αρμοδιότητας, το 17% αφορούσαν τον τομέα δημοσίων εσόδων και της φορολογίας, ενώ το 14% αφορούσε παράπονα ή παρατυπίες στον τρόπο λειτουργίας και στις διαδικασίες διάφορων δημοσίων υπηρεσιών. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι σημαντικό ποσοστό των καταγγελιών κρίθηκε ακατάληπτο ή εντελώς αόριστο (10%).

Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας: 1.231 Καταγγελίες 
Κατά το έτος 2018, η εν λόγω υπηρεσία δέχθηκε συνολικά 1.231 καταγγελίες, 2 % εκ των οποίων διαβιβάστηκαν από άλλες υπηρεσίες, αστυνομικές και μη, λόγω αρμοδιότητας. Το 62% των καταγγελιών αφορούσε φορολογικά αδικήματα.  Ακολουθούν οι παραβάσεις της νομοθεσίας περί παιγνίων, το παραεμπόριο και η νόθευση αγαθών, παραβάσεις της ασφαλιστικής – εργασιακής νομοθεσίας, απάτες σε βάρος του Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τελωνειακές απάτες. Σε αρκετές περιπτώσεις, στις καταγγελλόμενες πράξεις εμπεριέχονταν αδικήματα διαφθοράς ή/και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ως αποτέλεσμα των καταγγελιών συνελήφθησαν 210 άτομα και προέκυψαν 334 κατηγορούμενοι.

Η ΔΟΑ το 2018 διεκπεραίωσε συνολικά 853 υποθέσεις από καταγγελίες, εισαγγελικές παραγγελίες και ελέγχους που διενεργήθηκαν είτε από τα τμήματά της, είτε σε συνεργασία με άλλες υπηρεσίες και φορείς, και διεκπεραίωσε 457 δικογραφίες. Επίσης, εξιχνίασε 49 υποθέσεις σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος. 

Από το σύνολο των υποθέσεων που διερευνήθηκαν, η ζημία σε βάρος του Δημοσίου, που είχε προκύψει, ανερχόταν στα 127.890.760,15€, και συγκεκριμένα αφορούσε:
Απάτες: 91.837.968,45€
Προστασία κοινωνικής ασφάλισης  17.798.922,60€
Διαφθορά:  8.029.106,49€
Λαθρεμπόριο τσιγάρων: 6.866.745,52€
Πλαστογραφία: 2.372.608,88€
Φοροδιαφυγή: 755.257,94€
Λαθρεμπόριο καυσίμων:  127.230,91€
Παραεμπόριο και νόθευση καυσίμων: 82.919,36€