Στον απόηχο της έκθεσής μου «Αιγαίο- Μεσόγειος» στο Γαλλικό Κατάλυμα Ρόδου

Του Μάνου Αναστασιάδη


Εισαγωγικά, μπορώ να πω, ότι η έκθεσή μου είχε ευρεία απήχηση στο κοινό, σε Έλληνες και ξένους. Για το γεγονός αυτό, μερικές παρατηρήσεις και συμπεράσματα με νόημα που ακολουθούν, δεν αφορούν μόνο στον πολιτισμό και τις εικαστικές τέχνες αυτόνομα, αλλά και ειδικότερα, ως προς ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά, σαφώς αφορούν στη σύνδεση πολιτισμού-τουρισμού και αντιστρατεύονται ανοιχτά όλες τις αρνητικές πλευρές του ισοπεδωτικού μαζικού τουρισμού και του τουρισμού με τα λεγόμενα  βραχιολάκια. 

Αναμφίβολα, το θέμα της σύνδεσης πολιτισμού-τουρισμού στη χώρα μας βρίσκεται μονίμως στην επικαιρότητα. Γι’ αυτό και οι σύντομες αυτές αναφορές για το συγκεκριμένο γεγονός στην πόλη μας  απευθύνονται γενικότερα σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις της περιοχής μας, συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης και ειδικά της νέας Δημοτικής Αρχής και της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.

Όπως είναι γνωστό, λόγω της συγκυρίας, στην περιοχή μας το θέμα αυτό από άποψη χρονική είναι άκρως επίκαιρο, καθώς τώρα οι αρχές αυτές αναλαμβάνουν καθήκοντα, με φιλοδοξίες και καλές προθέσεις στις διακηρύξεις τους. 

Ταυτόχρονα, το θέμα αυτό είναι διαρκώς διαχρονικό, καθώς θεωρείται πολύ σημαντικό για την ανάπτυξη και την πρόοδο ενός τόπου, ιδιαίτερα μάλιστα σε κατ’ εξοχήν τουριστικές περιοχές, όπως η δική μας. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται, όλες οι πολιτικές δυνάμεις ανεξαιρέτως, να δουν το θέμα αυτό σε βάθος και με σοβαρότητα,  οργανωμένα και αποφασιστικά, μέσα από μια σύγχρονη πολιτική πρόταση, αποφεύγοντας τις εύκολες και στερεότυπες διακηρύξεις, που λυπάμαι να πω ότι φαντάζουν συχνά επιδερμικές, γενικόλογες, αόριστες, και κάποιες φορές κενές περιεχομένου.

Εγώ από την πλευρά μου, ως διανοούμενος δημιουργός, καταθέτω μια δέσμη ιδεών γύρω από το θέμα, στηριζόμενος στην ιδιότητά μου με απόψεις, δράσεις και ιδιαίτερες γνώσεις, συσχετίζοντάς τες με όλες τις σχετικές  σύγχρονες εξελίξεις. 

Όλα αυτά, φυσικά, συναρτώνται απόλυτα με την ποιότητα ζωής, την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και  την οικονομική και κοινωνική πρόοδο γενικότερα.

Αυτό, ως πολιτιστική και κοινωνική διεργασία, για να είναι παραγωγικό και αποτελεσματικό, θα πρέπει να στηρίζεται στις αρχές του θετικού και απροκατάληπτου διαλόγου και των ανοιχτών επαφών ανάμεσα στους λαούς, και είναι ιδιοτελείς, δογματικοί και μισαλλόδοξοι εχθροί της δημοκρατίας, όσοι υποστηρίζουν ότι οι Έλληνες δεν διαθέτουν την ικανότητα να συνδιαλέγονται ειλικρινώς και δεν έχει καμιά αξία ο διάλογος, γι’ αυτό και οι πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να κερδίζουν αυτοδυναμίες και να επιβάλλουν μονομερώς τις απόψεις τους πάνω στους λαούς και τις κοινωνίες.

Προφανώς, όλα αυτά συνιστούν γενικές αρχές και παραπέμπουν ευθέως στην έννοια του πολιτιστικού τουρισμού και θα πρέπει να μπουν σε μιαν άλλη σύγχρονη βάση, η οποία  θα στηρίζεται στα συγκριτικά  μας πλεονεκτήματα ως χώρα και η περιοχή μας ως περιφερειακή δύναμη εντός της χώρας, με τα ξεχωριστά της πλεονεκτήματα.

Η έκθεσή μου στο Κατάλυμα της Γαλλίας και η άμεση επαφή μου με πολίτες πολλών χωρών, ιδιαίτερα Έλληνες, Ιταλούς, Γάλλους, Γερμανούς Άγγλους, Αμερικανούς, Ρώσους, Γιαπωνέζους και αρκετούς άλλους, επαναβεβαίωσε την πεποίθησή μου ότι ο πολιτισμός και, ειδικά, αυτός που εκφράζεται με εικονικό περιεχόμενο, διαθέτει μια δική του μοναδική δύναμη και έχει τις προϋποθέσεις να προβάλλει έντονα την αλήθεια, τις ιδέες, την αισθητική παρουσία, το μύθο, τη φαντασίωση, τα σύγχρονα προβλήματα και όλα τα αιώνια θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο, ο οποίος μπορεί να έχει καταλυτική λειτουργία πάνω στη συνείδησή τους.

Κατ’ αρχήν, στην έκθεσή μου διαπίστωσα με πολύ έντονο τρόπο ότι η ζωντανή επαφή με πραγματικά και εκφραστικά έργα τέχνης πλαταίνει τη σκέψη των ανθρώπων, ανοίγει τις καρδιές τους, τους ευαισθητοποιεί και τους οδηγεί να ανοίγονται και να γνωρίζονται καλύτερα, να ξαναβλέπουν διαφορετικά τους αρχαίους μύθους, τους ανθρώπους, το περιβάλλον και τον σύγχρονο κόσμο γενικότερα, με βάση τις προσεγγίσεις και τη σκέψη του συγκεκριμένου καλλιτέχνη και των εκφραστικών του ικανοτήτων μέσα από τα έργα του.

Όπως γνωρίζουμε, ένα από τα θετικά της νέας τεχνολογίας είναι η δυνατότητα του κάθε πολίτη σε όλο τον κόσμο να καταγράφει, συνήθως για προσωπική του χρήση, εικόνες που αυτός επιλέγει, αναρτώντας τες στο διαδίχτυο και διαδίδοντάς τες σ’ ένα κύκλο φιλικών του προσώπων. Προφανώς, αυτό αυξάνει τη διακίνηση της πληροφορίας και την επιρροή των γεγονότων στην κοινή γνώμη και το μέσο πολίτη.

Κάτι τέτοιο, μάλιστα, στο χώρο του πολιτισμού και ειδικά των εικαστικών τεχνών, που στηρίζονται θεμελιωδώς στις εικόνες, έχει βαρύνουσα σημασία, αφού οι εικόνες αυτών των τεχνών επιδιώκουν να έχουν εκφραστική μορφή και, όπως είπαμε, να προβάλλουν την αλήθεια και τα θέματα που αφορούν διαχρονικά τον άνθρωπο, τον κόσμο του και τη φύση, με άλλα λόγια, όσα σημαντικά αφορούν, σε όλες τις χώρες και σε όλες τις εποχές, την ανθρώπινη παρουσία στον πολύπαθο πλανήτη γη. 

Πολλοί απ’ αυτούς τους ανθρώπους, που επισκέφτηκαν την έκθεσή μου, ακολούθησαν αυτόν ακριβώς το δρόμο: Κατέγραψαν σε φωτογραφίες και video τις εικόνες, κατά τεκμήριο όσες τους έκαναν τη μεγαλύτερη εντύπωση, για να τις μεταφέρουν στις πατρίδες τους για όποια χρήση αυτοί κρίνουν. Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή είχα βάλει απαγόρευση σε κάτι τέτοιο, επειδή μερικές απ’ αυτές τις εικόνες δεν έχουν ακόμη δημοσιευτεί σε κάποιους καταλόγους, μετά όμως από πιο ώριμη σκέψη έκρινα ότι το όφελος είναι μεγαλύτερο από τον κίνδυνο της προσωπικής εκμετάλλευσης από κάποιους πονηρούς και ιδιοτελείς. 

Όμως, για να εμβαθύνουμε  περισσότερο στο θέμα και για να γίνει πιο φανερό ποια απήχηση είχε σ’ όλο αυτό το κοινό η συγκεκριμένη έκθεση, θ’ αναφέρω μόνο τρία χαρακτηριστικά περιστατικά, που δείχνουν στο εύρος και την ουσία του όλο το φάσμα των επισκεπτών και ότι σε όλα αυτά τα θέματα οπωσδήποτε μετράνε πάντα η ευρύτερη μόρφωση και  καλλιέργεια, η γνώση, η ξεχωριστή ατομικότητα του κάθε ανθρώπου και η ερευνητική του παρόρμηση, στοιχεία που παραπέμπουν πρωτίστως στις έννοιες του ευαισθητοποιημένου ανθρώπου και του ενεργού πολίτη.

Το πρώτο περιστατικό αφορά ένα φίλο μου από τα παλιά, απλό και σημαντικό άνθρωπο της Πόλης μας, με τον οποίο είδαμε μαζί την έκθεση κι αλλάξαμε σκέψεις πάνω στα νοήματα και τις εκφράσεις των έργων, όπως έγινε πιο παλιά και με το φίλο μου Φώτη Βαρέλη. Εγώ προσπαθούσα να μην λέω πολλά, λίγες λέξεις μόνο, που να δείχνουν μερικά από τα κρυμμένα νοήματα πίσω από τις εικόνες. Στο τέλος μείναμε μπροστά σε δυο δυνατά έργα: 

Το πρώτο ήταν μια μορφή, που εκφράζει τον διαχρονικό ελληνισμό, την Ελληνίδα γυναίκα, συνενώνοντας ταυτόχρονα τη μορφή της Αντιγόνης από την αρχαία τραγωδία, της Παναγιάς από τις θρησκευτικές μας παραδόσεις και της παραδοσιακής γυναίκας των νησιών μας και της παλιάς Ελλάδας, με το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι να κλαίει βουβά. Η μορφή αυτή εκφράζει τη διαχρονική  Ελλάδα που αντιστέκεται, που πολεμά και μένει όρθια, την Ελλάδα που πάντα αγαπάμε.

Το δεύτερο ήταν «Ο Αρχάγγελος της δικαιοσύνης», ένα μεγάλου μεγέθους έργο, το οποίο είναι έτσι φτιαγμένο, που να θυμίζει  σπαράγματα από παλιά τοιχογραφία. Στη μορφή είναι θολό και σκοτεινό, σαν να έρχεται από τους αιώνες, από τα βάθη της ιστορίας, κουβαλώντας μια παράξενη δύναμη και αποφασιστικότητα για το δίκιο. Τον κοίταξε για αρκετή ώρα  βουβά και είπε μόνο: Συγκινήθηκα. Είναι το καλύτερο έργο της έκθεσης. Και μου έσφιξε δυνατά το χέρι φεύγοντας.

Αντίθετα, το δεύτερο περιστατικό αφορά τους νέους ανθρώπους, που στάθηκαν περισσότερο μπροστά στα πιο πρόσφατα έργα μου με τη συνδρομή της νέας τεχνολογίας, γεμάτα φως και αισιοδοξία. Μου ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες για το πώς κατάφερα να ενσωματώσω τόσο φυσικά και δημιουργικά τα ψηφιακά εργαλεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή, έτσι ώστε να λειτουργούν αδιακρίτως όπως όλα τα άλλα παραδοσιακά εργαλεία του ζωγράφου, που έφεραν οι αιώνες.

Τους εξήγησα, λοιπόν, ότι εγώ δεν φοβήθηκα ποτέ τη νέα τεχνολογία, γι’ αυτό και την αντιμετώπισα ανοιχτά και όχι φοβικά. Μάλιστα, την χρησιμοποίησα σύμφωνα με τη συνδυαστική μου θεωρία για την εικόνα και ιδιαίτερα τη δημιουργική της πλευρά, που είναι η ειδικότητά μου και ανήκει στις επιλογές μου.

Στο πλαίσιο αυτό ανέπτυξα τις τεχνικές μου, μια σειρά από δύσκολες προσωπικές τεχνικές, που προσθέτουν ένα μαγικό στοιχείο στην εικόνα και προκαλούν έναν ιδιαίτερο εμπλουτισμό, με μια σειρά από ποιοτικές και νοηματικές συναρτήσεις πολύ ενδιαφέρουσες.

Τους εξήγησα ακόμη και τους τόνισα ότι τα μάτια μας και η σκέψη μας δεν θα πρέπει να είναι στραμμένη διαρκώς στο λαμπρό μας παρελθόν, αλλά και στο σήμερα, που προετοιμάζει και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το μέλλον που όλους μας αφορά, προπάντων τους νέους, που θα είναι σύντομα ο κόσμος τους. 

Ασφαλώς, τίποτε σημαντικό από το παρελθόν μας δεν πετάμε, όμως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι διεργασίες του παρόντος καθορίζουν το μέλλον, αυτό δεν θα πρέπει να το αγνοούμε.

Όπως λέω συχνά, δεν θα πρέπει να μοιάζουμε συνεχώς με μια «οπισθοδρομική κομπανία», που είναι ασφυκτικά δεμένη με άλλες εποχές ξεπερασμένες και κλαίει συνεχώς για τη χαμένη της αθωότητα. Οτιδήποτε έχουμε τρυφερό και αληθινό από το παρελθόν ας το κρατήσουμε, όμως ας κάνουμε τα απαραίτητα βήματα προς το παρόν και το μέλλον. Αυτό είναι απολύτως αναγκαίο, για να γίνουμε μια σύγχρονη χώρα με θεσμούς, κοινωνική δικαιοσύνη, ανάπτυξη και κάποια αισιοδοξία για το μέλλον.

Φυσικά, όλα αυτά αφορούν απολύτως και το χώρο των τεχνών, τόσο ως προς τη δημιουργική της πλευρά από την πλευρά των καλλιτεχνών, όσο και από τη δυναμική της λειτουργία από την πλευρά των θεατών, ως ενεργών πολιτών.

Και για να το ολοκληρώσω, τόνισα στα νέα παιδιά ότι επί της ουσίας το νευραλγικό και κρίσιμο αυτό θέμα αναφέρεται στον όρο «σύγχρονη τέχνη». Τους εξήγησα πώς αυτόν εγώ τον εννοώ, ως μια σημερινή ζωντανή τέχνη, μια τέχνη ανοιχτή, ευαισθητοποιημένη και εκφραστική, ως προϊόν πολιτισμού, που παίρνει θέση, χωρίς εκπτώσεις ποιότητας, σε ότι σημαντικό για τον άνθρωπο του καιρού μας και του κόσμο μας.

Το τρίτο περιστατικό, με βαρύνουσα επίσης σημασία για τη χώρα μας και την πολιτική της στο θέμα του πολιτισμού, αφορά ένα ζευγάρι Γερμανών επισκεπτών. 

Ήταν βράδυ στις 10, είχε τελειώσει προ πολλού ο χρόνος και γι’ αυτό έκλεισα την αίθουσα και έφευγα, όταν με σταμάτησαν και μου είπαν: Πού πάτε, πρέπει να δούμε την έκθεση, ήλθαμε γι’ αυτό. Εγώ τους είπα ότι ο χρόνος έχει λήξει από ώρα, αυτοί όμως μου απάντησαν ότι θέλουν να δουν την έκθεση οπωσδήποτε κι έτσι, μετά από αυτή την επιμονή, άνοιξα την αίθουσα κι άναψα όλα τα φώτα, γιατί κατάλαβα ότι πρόκειται για κάποια ιδιαίτερη περίπτωση. 

Μπήκαν στην αίθουσα και η επίσκεψή τους κράτησε μιάμιση ώρα. Είδαν τα πάντα πολύ προσεκτικά και δεν ζήτησαν κάποιες εξηγήσεις. Φαινόντουσαν καλλιεργημένοι και από τις αντιδράσεις τους με έπεισαν ότι κατάλαβαν με τον τρόπο τους το πνεύμα της έκθεσης. 

Μετά, διάβασαν τα βιογραφικά μου στοιχεία και τα σχόλια και άρχισαν να μελετούν τον κατάλογο του «Μεσογειακού κύκλου» με τη ζωγραφική μου και τον κατάλογο με τη φωτογραφία μου από την Κάρπαθο. 
Στο τέλος, θεώρησαν απαραίτητο να μου κάνουν ένα σχόλιο. Αφού εξέφρασαν τον ενθουσιασμό τους με θερμά λόγια, μου είπαν ότι έχουν ξανάρθει στη χώρα μας και στα νησιά μας και ότι η περιοχή μας δεν τους έχει συνηθίσει σε εκδηλώσεις για τη σύγχρονη τέχνη με τέτοια ποιότητα, κάτι που ασφαλώς θεώρησα πολύ κολακευτικό και τους ευχαρίστησα γι' αυτό. 

Στο τέλος, με έμφαση μού έκαναν ένα γενικότερο σχόλιο με σημασία. Εσείς οι Έλληνες σαν χώρα, μου τόνισαν, μας έχετε συνηθίσει να μιλάτε συνήθως για το παρελθόν σας και  κυρίως για τα αρχαία σας μάρμαρα, για τον ήλιο και τη θάλασσα, το πολύ πολύ και για κάτι το γαστρομαργικό, αυτό δεν είναι κακό μα δεν φτάνει, είναι λίγο και παλιό, γιατί έτσι δείχνετε ότι δεν πιστεύετε πραγματικά στο σήμερα, δεν πιστεύετε στις πραγματικές σύγχρονες δημιουργικές σας δυνάμεις, λες και δεν έχετε τίποτε άξιο λόγου να προβάλετε, σαν να μην έχετε εξελιχθεί καθόλου στην ιστορική σας πορεία. Λυπόμαστε που αναφερόμαστε μ’ αυτά τα λόγια, δεν φανταζόμαστε, δεν πρέπει να είναι έτσι, ακόμη κι αν δεν ξέραμε τίποτε για όλα αυτά, διαπιστώσαμε σ’ αυτή την αίθουσα ότι υπάρχει αξιόλογη σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα.

Στην έκθεση αυτή είδαμε με ικανοποίηση ότι εδώ, σ’ αυτή την τουριστική περιοχή, υπάρχει πράγματι μια σύγχρονη τέχνη ζωντανή, με δύναμη και εκφραστική ποιότητα. Έτσι καταλάβαμε περισσότερα για τους Έλληνες και σ’ ευχαριστούμε γι’ αυτό. 

Έχω να παρατηρήσω στο σημείο αυτό  ότι μόνο σύμφωνα με το παραπάνω σχόλιο, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τα λόγια της υπουργού Πολιτισμού κυρίας Μενδώνη και δεν είναι καθόλου τυχαίο που για πρώτη φορά διακήρυξε εμφατικά (αναφέρω τις διατυπώσεις της με δική μου ελεύθερη απόδοση) ότι ο πολιτισμός συνιστά το εθνικό μας κεφάλαιο και θα πρέπει να αποτελεί κύρια προβολή της χώρας μας, προπάντων ο σύγχρονος πολιτισμός και η νεοελληνική τέχνη για το καλό της χώρας και δεν αρκεί ο αρχαίος, συμπληρώνω εγώ, ο οποίος ούτως ή άλλως έχει ήδη καταξιωθεί ιστορικά διεθνώς.

Ολοκληρώνοντας, θα πρέπει ν’ αναφέρω ότι γενικά η τουριστική βιομηχανία έχει αναπτυχθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό διεθνώς και έχει παρατηρηθεί ότι οι επισκέψεις σ’ έναν τόπο, πέραν απ’ όλα τα τυπικά, θα έχει θετικά αποτελέσματα, μόνο αν σ’ αυτήν υπάρξει μια αυθεντική εμπειρία. Μια τέτοια εμπειρία σε υψηλό επίπεδο, πνευματικό, συναισθηματικό και αισθητικό, συνιστά η καλλιτεχνική εμπειρία, προπάντων όταν αυτή γίνεται, κατά τη γνώμη μου, μέσα από αυθεντικά εκφραστική σύγχρονη τέχνη με τον κατάλληλο τρόπο. 

Η κοινή εμπειρία, όπως γνωρίζουμε, είναι λίγο πολύ αυτό που προσφέρουν όλοι: ήλιο, θάλασσα και άλλα στοιχειώδη, τα οποία σε κάποιο βαθμό προσφέρονται σε όλα τα στρώματα των επισκεπτών, ακόμη και αυτών που ανήκουν στις πιο χαμηλές  οικονομικές τάξεις, με τα λεγόμενα πακέτα διακοπών.

Όπως γνωρίζουμε, πολλές μορφές τουρισμού προστέθηκαν, ωστόσο, κάτω από προϋποθέσεις, ο πολιτιστικός τουρισμός, σε αρκετά στρώματα πληθυσμού, ασκεί ιδιαίτερη γοητεία και ως ποιοτικό στοιχείο, μέσα από το νευραλγικό παράγοντα τέχνη, μπορεί να τ’ αλλάξει όλα.