Ο ήρωας καπετάνιος Πανάγος Παραλής από την Κάσο

Γράφει ο 
Μανώλης Δημελλάς
στο karpathianrevolution.gr

 

Νύχτα σε μια σκοτεινή γειτονιά στο Πόλι της Κάσου. Μια άφοβη σκιά έσπαγε την απόλυτη ησυχία, το πέρασμα της έξυνε και έδινε ζωή στους πέτρινους μαντρότοιχους. Ένας σβέλτος άντρας, με σταθερό και σίγουρο βήμα, διέσχιζε σαν αέρας τα στενά σοκάκια. Ήθελε μόνο να μυρίσει τη γειτονιά, να βρεθεί, έστω κι έτσι, κοντά στους αγαπημένους του. Κι ίσως τα κατάφερε, κρυφάκουσε τη φωνή της γυναίκας του ή μια γκρίνια των δυο μικρών κοριτσιών του, της Σωτηρίας και της Μαίρης.

Ήταν Χειμώνας του 1943, είχαν περάσει 3 ζορισμένα χρόνια, από τότε είχε να δει τη φαμίλια του. Ο πόλεμος βρήκε τον ίδιο, όπως και τα δυο του αδέλφια, αποκλεισμένους στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Εκείνα εξακολουθούσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες και το καΐκι τους στους Εγγλέζους, όμως ο καπετάν Πανά(γ)ος, έτσι τον φώναζαν οι φίλοι, είχε περάσει στην νεοσύστατη υπηρεσία κομάντο και σάρωνε το Αιγαίο.

Μέσα σε λίγους μήνες το όνομα του έγινε ένας θρύλος!
Ο καπετάν Πανάγος Παραλής, ήταν διοικητής της ομάδας του στολίσκου των καϊκιών που στάθμευε στην Απλοθήκα της Τουρκίας.

Μπορεί το νυχτερινό πέρασμα του καπετάν Παραλή από την Κάσο να μην έχει επιβεβαιωθεί, όμως κάποιο άλλο ξημέρωμα είναι βέβαιο ότι βγήκε σε μια ακτή του νησιού. Ένας ηλικιωμένος μάζευε αλάτι, τον συνάντησε και ο Παραλής του ζήτησε να ειδοποιήσει τον πατέρα του, που ήταν στο χωριό Πόλι.

Όμως ο ηλικιωμένος, φοβούμενος του Ιταλούς, δεν άκουσε τον καπετάνιο. Πολλά χρόνια αργότερα, με την Κάσο ελεύθερη, εκείνο το γεροντάκι αποκάλυψε το μυστικό του. Ήταν ένα από κείνα τα θαλασσινά φαντάσματα που είχαν γίνει βραχνάς και πόνος για τους Γερμανούς. Ανεβοκατέβαινε το Αιγαίο μέσα στη νύχτα, σα να ήταν κουρσάρος, χτυπούσε εχθρικά πολεμικά πλοία ή δε δίσταζε να σκαρφαλώσει σε ένα νησί και να ξεσηκώσει τους ψυχωμένους πατριώτες.

Δυστυχώς ο καπετάν Πανάγος δεν επέστρεψε στο τόπο του, έδωσε και τη ζωή του στον αγώνα. Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, στις 24 Ιουνίου 1944, σε ηλικία μόλις 32 ετών, στην θαλάσσια περιοχή της Τήλου χτυπήθηκε από τους συμμάχους.

Ο Καρπάθιος πατριώτης Κωνσταντίνος Παζαρζής, στα «Απομνημονεύματα» του, αναφέρει ότι ο καπετάν Πανάγος τορπιλίστηκε, το καΐκι του βυθίστηκε, ενώ εκείνος βγήκε χτυπημένος σε μια ακτή της Τήλου όπου και πέθανε.

Επίσης ο ιστορικός της Καρπάθου, Μανώλης Κασσώτης, σημειώνει ότι ο Παραλής έδωσε λανθασμένο σύνθημα, αυτή ήταν η αιτία που χτυπήθηκε από κάποιο εγγλέζικο πολεμικό πλοίο.

Ο καπετάν Παραλής, σύμφωνα με στοιχεία που μας έδωσε η κόρη του Σωτηρία, άφησε τους Εγγλέζους και διάλεξε να συνεργαστεί με την Αμερικανική μυστική αποστολή.

Η Αμερικάνικη Αποστολή (OSS και αργότερα OG) εμφανίστηκε τον Ιανουάριο του 1944, με στόχους κυρίως διερευνητικούς, χωρίς να έχει κάποια αξιοσημείωτη δράση στο Αιγαίο. Η κύρια βάση, με την κωδική ονομασία “Boston”, ήταν στη Σμύρνη. Ακόμη μια βάση ήταν η “Key West”, που βρισκόταν στο Κουσάντασι. Τόσο η Βρετανική όσο και η Αμερικάνικη αποστολή, βοήθησαν τον αντιστασιακό αγώνα με χρήματα, εφόδια και, σε μικρότερο βαθμό, με οπλισμό, ενώ δημιούργησαν κέντρα με ασυρμάτους σε πολλά νησιά.

Μετά τον πόλεμο μια επιτροπή από Αμερικανούς αξιωματικούς επισκέφθηκε την σύζυγο του καπετάν Παραλή στην Κάσο την ενημέρωσε για τον θάνατο του, επίσης της παρέδωσε μια χρηματική αποζημίωση.

Πολλά χρόνια αργότερα δόθηκε το πιστοποιητικό θανάτου, αναγνωρίστηκε η πατριωτική δράση του και δόθηκε τιμητική σύνταξη «αντιστασιακού» στην σύζυγο του από το ελληνικό κράτος.

Ο καπετάνιος που ξεσήκωσε το Νότιο Αιγαίο
Ήταν ο καλύτερος μαθητής στο γυμνάσιο Σύμης, ασυμβίβαστος, δυναμικός, χορευτής, γλετζές, καλοσυνάτος, λίγα από τα επίθετα που συνοδεύουν τη μνήμη του καπετάνιου.

Μια ξεχωριστή προσωπικότητα της Δωδεκανήσου, αυτός ήταν ο Πανάγος Παραλής, που έμεινε στη μνήμη των συγγενών και φίλων ως το πρότυπο του ναυτικού. Ήταν ο νησιώτης που γνώριζε τη θάλασσα και τα χούγια της σα να ήταν γυναίκα του!

Πρωτογιός του Συμιακού πλοιάρχου Γιώργου Παραλή, ο Πανάγος γεννήθηκε το 1912 στη Σύμη, μεγάλωσε και ολοκλήρωσε τη φοίτηση του στο Πανορμίτειο Γυμνάσιο. Με το καΐκι τους, το ARDITO, η οικογένεια ταξίδεψε και διάλεξε να εγκατασταθεί στη Κάσο, όπου και άνοιξαν εμπορικό κατάστημα.

Από τη Σύμη ήδη είχαν μεταναστεύσει αρκετές συγγενικές φαμίλιες, όπως οι οικογένειες Κασσώτη και Φαρμακίδη, που ήδη έμειναν στην Κάρπαθο και έκαναν την ίδια δουλειά.
Ο Πανάγος και τα αδέλφια του, ο Ηλίας και ο Κώτσος, όσο μεγάλωναν δούλευαν και σπούδαζαν το Αιγαίο, μάθαιναν τα χούγια των βράχων και της παραξενιές της θάλασσας.

Στις 10 Γενάρη του 1937, σε ηλικία 25 ετών, ο καπετάν Πανάγος παντρεύτηκε στην Κάσο την Μαρίνα Κουτλάκη, την εποχή εκείνη ήδη καπετάνευε το οικογενειακό καΐκι. Μαζί με τα αδέλφια του, μετέφεραν και έκαναν εμπόριο από διάφορα τοπικά προϊόντα στα γύρω νησιά, ταξίδευαν στην Ρόδο, την Κύπρο κι έφταναν μέχρι την Αίγυπτο.

Όμως το παλιό και ξακουστό οικογενειακό καΐκι, το περίφημο ARDITO, δεν είχε τύχη, κατασχέθηκε λίγο πριν τον πόλεμο λόγω χρεών. Ο καπετάν Πανάγος βρήκε την άκρη, αγόρασε από τον Κασιώτη Οικονόμου, που ζούσε στην Κρήτη, ένα άλλο σκάφος και συνέχισε τα δρομολόγια.

Το 1939 γεννήθηκε η δεύτερη κόρη του, λίγους μήνες αργότερα φόρτωσε εμπορεύματα την κουβέρτα και κίνησε για ένα ακόμη πολυήμερο ταξίδι, όμως το ξέσπασμα του πολέμου βρήκε τα τρία αδέλφια Παραλή αποκλεισμένα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Με ιταλικό διαβατήριο η επιστροφή στο νησί έμοιαζε με φευγαλέο όνειρο, μοναδική διέξοδος η συμμετοχή στον αγώνα κατά των δυνάμεων του άξονα κι αν τους έπιαναν, μα τότε η τιμωρία τους θα ήταν ο θάνατος. Τα αδέλφια Παραλή επιτάχθηκαν από τους Εγγλέζους, είχαν υποχρέωση να περιπολούν στο λιμάνι και να το καθαρίζουν από τις νάρκες.

Ο καπετάν Πανάγος ήταν πνεύμα ιδιαίτερα έξυπνο, ανήσυχο και κυρίως ανυπότακτο, η ευκαιρία δεν άργησε να του δοθεί και να ξεχωρίσει ως καπετάνιος σε ένα από τα ειδικά διαμορφωμένα καΐκια που αναλάμβαναν μυστικές αποστολές.

Η ειδική μονάδα της θάλασσας είχε τις ρίζες της το 1940, ως Folboat Troop, υπό την καθοδήγηση του πρωτεργάτη των κομάντο Roger Courtney.

Τον Απρίλιο 1943 η Ειδική Μοίρα Επιδρομών αναδιοργανώθηκε, με την καθοδήγηση του Paddy Mayne και η Ειδική Μοίρα Σκαφών (SBS), από τον Λόρδο George Jellicoe. Αυτή τη φορά η SBS είχε την έδρα της στο Athlit, στα νότια της Χάιφα.

Όμως η ιδέα της συγκρότησης ενός ιδιαίτερου στολίσκου ημιολιών γεννήθηκε λίγο αργότερα, ήταν το Φθινόπωρο του 1943, αμέσως μετά την αποτυχημένη βρετανική επιχείρηση κατάληψης της Λέρου, γνωστή με κωδικό όνομα “Taifun”. Αξίζει να θυμηθούμε τη σπουδαιότητα του νησιού και τα λόγια του Ουίνστων Τσόρτσιλ:

«Η απώλεια της Λέρου εκμηδένιζε προσωρινώς όλες τις ελπίδες μας στο Αιγαίο Πέλαγος». Να σημειώσουμε επίσης ότι τον Σεπτέμβριο, της ίδιας χρονιάς, είχαμε και την συνθηκολόγηση και την παράδοση των όπλων από την Ιταλία.

Οι συμμαχικές δυνάμεις, με εργαλείο τον L.S.F., αποβιβάστηκαν σε αρκετά νησιά του Αιγαίου (στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και ο μαχητικός Ιερός Λόχος, που κατέλαβε τη Σάμο με απόβαση από τον αέρα), όμως δεν μπόρεσαν να αποκρούσουν τη γερμανική αντεπίθεση.

Γι’ αυτό τον λόγο το Βρετανικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής αποφάσισε να συνεχίσει τις επιχειρήσεις με θαλάσσιες καταδρομές τις οποίες ανέλαβε αρχικά να εκτελεί ένας βρετανικός στολίσκος ημιολιών.

Επικεφαλής του σχεδίου ήταν ο Αντιπλοίαρχος Αντρέας Λόντος μαζί με τον Λόρδο George Gellicoe, επικεφαλής της δύναμης των βρετανικών κομάντο SBS και διοικητής της Ειδικής υπηρεσίας Σκαφών, αρχικά αναζητούσαν αξιωματικούς με εμπειρία στην ιστιοπλοΐα. Την ομάδα συμπληρώνουν ο διοικητής της LSF Andrian Seligman και ο Δανός θρύλος Anders Lassen.

Τα ελληνικά καΐκια στον αγώνα
Πρόκειται για τη μονάδα πρόδρομο των σημερινών πεζοναυτών, που απαρτιζόταν από καμουφλαρισμένα καΐκια τα οποία έφεραν πολυβόλα διαφόρων τύπων, στελεχώνονταν από Βρετανούς που είχαν γνώσεις ιστιοπλοΐας και από Έλληνες εθελοντές, εξαιρετικά έμπειρους ναυτικούς.
Ένα μετασκευασμένο ελληνικό καΐκι (A Levant Schooner) αναλάμβανε ριψοκίνδυνες αποστολές και είχε μέγιστο πλήρωμα 5-12 ανδρών.

Όπως αναφέρει ο Γιώργος Πασπάτης, στο βιβλίο- μαρτυρία «Τυφλή πορεία»:
Αυτά τα μικρά πλοία έπρεπε να μοιάζουν με ψαρόβαρκες. Οι παλιές μηχανές Bolinder είχαν αντικατασταθεί, τους φόρεσαν μηχανές για τάνκς, τις Leyland, οι οποίες υπήρχαν σε αφθονία στην Αλεξάνδρεια.

Επίσης είχαν μια πυξίδα πορείας μικρού αεροσκάφους και από οπλισμό διέθεταν ένα αντιαρματικό Solothurn 22, 2, πολυβόλα Browning και δυο πολυβόλα Vickers K1, επίσης κάθε καΐκι είχε δυο κιβώτια χειροβομβίδες Mills, τουφέκια Lancaster, ρεβόλβερ, εκρηκτικά καθώς και απεριόριστα κουτιά με σφαίρες και μια σειρά από σετ ασυρμάτων.

Ο ρόλος του καπετάν Πανάγου
Ήταν νύχτα 2 προς 3 Αυγούστου 1943, όταν έφτασε στην Κάρπαθο το πρώτο κλιμάκιο κατασκοπείας. Ο Εγγλέζος λοχαγός Stefens και ο Αυστραλός επιλοχίας Donny και οι δυο μιλούσαν ελληνικά, μαζί τους έφερναν τέσσερις επιστολές, γραμμένες από τον καπετάν Πανάγο Παραλή και είχαν παραλήπτες τους: Κώστα Φαρμακίδη, Γεώργιο Κ. Λιτό, και τον Γεώργιο Σ. Κασσώτη και τον έμπιστο φίλο του από τα περασμένα χρόνια, τον αγωνιστή δάσκαλο Ιωάννη Γ. Οθείτη.

Τα γράμματα του Παραλή αποτελούσαν το εγερτήριο σάλπισμα για τους αγωνιστές της Καρπάθου. Με δυσκολίες έφτασαν στους παραλήπτες, εκτός από το γράμμα προς τον Κασσώτη, που δεν έφτασε στα χέρια του παραλήπτη. Μάλιστα στον Οθείτη ανέλαβε να το παραδώσει η κουνιάδα του, η Σοφία Τρεμπέλα.

Ο Παραλής έριξε το πρώτο σπίρτο, οι πατριώτες αμέσως πήραν φωτιά! Ο Οθείτης και ο Χαροκόπος, από το Μεσοχώρι, σχεδίασαν πάνω σε έναν χάρτη του νησιού τις θέσεις των στρατιωτικών εγκαταστάσεων και τον παρέδωσαν στους κατασκόπους.

Ένα μήνα αργότερα το πρώτο κλιμάκιο κατασκόπων επέστρεψε στην Αίγυπτο. Εκείνο σχέδιο, με κωδικό όνομα Basilic, αφορούσε την απόβαση, την ένοπλη εξέγερση και την κατάληψη της Καρπάθου. Όμως δεν προχώρησε, ματαιώθηκε, γιατί δεν το επέτρεψαν οι μεγάλες αποβατικές επιχειρήσεις στην Σικελία.

Ακόμη μια τολμηρή αποστολή ξεκίνησε στις 18 οκτωβρίου 1943 από το λιμάνι Απλοθήκα, της Τουρκίας. Ένα καμουφλαρισμένο ιστιοφόρο της LSF, πιθανόν ο καπετάνιος του να ήταν και αυτή τη φορά ο Πανάγος Παραλής. Μέσα στο σκάφος ήταν το δεύτερο κλιμάκιο κατασκόπων.

Ο θρύλος Χριστόφορος Λυτός και ο συνεργάτης του, ο Σαμιώτης ασυρματιστής Γιάννης Κρασόπουλος. Την επόμενη νύχτα, 19 προς 20 Οκτωβρίου, έφτασε έξω από τη Βρουκούντα, το ιστιοφόρο των κομάντο δεν βρήκε τους συνδέσμους Ολυμπίτες, που στο μεταξύ, λόγω αλλαγής ημερομηνίας είχαν φύγει, και τους αποβίβασε στην τοποθεσία Αγία Ειρήνη Μεσοχωρίου.

Το δεύτερο κλιμάκιο παρέμεινε ένα εξάμηνο στην Κάρπαθο, με τη βοήθεια των ντόπιων (κυρίως Μεσοχωριτών) πέτυχε να οργανώσει την τοπική αντίσταση και να μεταφέρει σημαντικές πληροφορίες για τις θέσεις πλοίων-στόχων στην γύρω θαλάσσια περιοχή. Σύμφωνα με τον καπετάνιο Γιώργος Εμμ. Παναγιώτου (Μαστροπαναγιώτης), τον άνθρωπο που συντόνισε το δίκτυο πληροφοριών για να οργανωθεί το δεύτερο κλιμάκιο κατασκόπων στην Κάρπαθο:

Αυτή η υπόθεση (το 2ο κλιμάκιο κατασκόπων) ήταν εξαιρετικά επείγουσα, γιατί είχε στόχο να διακοπούν οι συγκοινωνίες Ρόδου-Καρπάθου-Κρήτης, με τελικό σκοπό την ματαίωση ενός γερμανικού σχεδίου επιστρατεύσεως και αποστολής στην Γερμανία δεκάδων Καρπαθίων εργατών.

Όταν συνάντησε το “ΕΛΕΟΥΣΑ”
Κάποτε συνάντησε μεσοπέλαγα τον πεθερό του, μέσα στο επιταγμένο από τους Γερμανούς καΐκι του. Βρέθηκαν στο στενό Ρόδου-Καρπάθου, το σκάφος που είχαν επιτάξει και μετέφερε Ιταλούς αιχμαλώτους στην Ρόδο.

Ήταν το “ΕΛΕΟΥΣΑ”, που είχε μια παραξενιά, η μηχανή του ήταν ιδιότροπη και έκανε ένα χαρακτηριστικό θόρυβο που τον άκουγες από μακριά. Ο καπετάν Πανάγος γνώρισε το κασιώτικο καΐκι και πλησίασε κοντά. Ήταν μεταμφιεσμένος και στην αρχή ο πεθερός του, Μιχάλης Κουτλάκης, δεν τον αναγνώρισε. Έπιασαν κουβέντα, ζήτησε να μάθει νέα από την οικογένεια του και προειδοποίησε τον καπετάν Μιχάλη, πάση θυσία να αποφύγει παρόμοια δρομολόγια γιατί οι σύμμαχοι θα τον βύθιζαν.

Ακόμα μια φορά ο πατέρας του, Γιώργος Παραλής, βρέθηκε στο λιμάνι της Απλοθήκας στην Τουρκία και συνάντησε τον γιο του. Μοιράστηκαν τα νέα τους και ο Πανάγος έβγαλε το δαχτυλίδι του αρραβώνα και τη βέρα του, φοβούμενος ότι θα τα χάσει και τα έστειλε στη γυναίκα του.

Τα αδέλφια του, Ηλίας και Κώτσος, συνέχισαν να δουλεύουν επιταγμένοι από τους Εγγλέζους μαζεύοντας νάρκες από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Παρέμειναν επτά χρόνια αποκλεισμένοι στην Μέση Ανατολή και μετά τον πόλεμο επέστρεψαν στην Κάσο. Τα δυο αδέλφια μέχρι κράτησαν την εμπορική συγκοινωνία της Κάσου, στην αρχή με το “ΣΥΜΗ” και το “ΚΑΣΟΣ” και έπειτα με το καΐκι τους το “ΣΤΕΦΑΝΟΣ”.

Το 1960 ο Ηλίας μπάρκαρε μηχανικός, σε ποντοπόρα πλοία Κασιωτών εφοπλιστών, πολλές φορές συνταξίδεψε με τον Καρπάθιο πλοίαρχο Ντίνο Φουντή, ενώ τη γραμμή με το καΐκι κράτησε ο μικρότερος αδελφός καπετάν Κώτσος Παραλής.

Το 1965, σε μια άγρια κακοκαιρία, το σκάφος “ΣΤΕΦΑΝΟΣ” έσπασε μέσα στο Νιμποριό, ο Κώτσος αγόρασε ένα σκάφος και συνέχισε τα δρομολόγια, πέθανε το 1974 μέσα στο καΐκι στη Ρόδο, ήταν μόλις 54 χρονών. Το 1982 πέθανε ο Ηλίας Παραλής, σε ηλικία 66 ετών.
Η δράση του καπετάν Πανάγου δεν έγινε ευρύτερα γνωστή, όμως θα έπρεπε να είναι στο πάνθεον των Δωδεκανήσιων ηρώων και να διδάσκεται, μαζί με τη τοπική ιστορία στα σχολεία.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Γερμανός στρατηγός Φον Έσσεμπεργκ, στο βιβλίο του «Ρόμμελ-Το γερμανικό Άφρικα Κορπς», γράφει ότι ο στρατάρχης Ρόμμελ έχασε τη μάχη του Ελ-Αλαμέιν που χαρακτήρισε το τέλος της γερμανικής επέκτασης για 6.000 τόνους καυσίμων! Πολύ περισσότερους μετέφεραν τα πετρελαιοκίνητα τάνκερ που βύθισαν χάρις στο δίκτυο πληροφοριών από τις ελληνικές οργανώσεις. Η προσφορά της ομάδας των ελληνικών καϊκιών και των πληρωμάτων τους είναι ανεκτίμητη.

Στην Κάσο οι πιο παλιοί γνωρίζουν τη δράση και το μεγαλείο του καπετάν Πανάγου, όσο για τους νεότερους και τους περαστικούς από το νησί, ένας κεντρικός δρόμος, ακριβώς πάνω από την Κοφτερή, δίπλα στο λιμάνι, έχει το όνομα του.

Ο καπετάν Πανάγος εξακολουθεί να είναι σύμβολο πατριωτισμού και αγώνα, ένα από τα θαλασσινά φαντάσματα των Αγγέλων-Κουρσάρων που υπηρέτησαν και θάφτηκαν στο Αιγαίο.

Ο καπετάν Γιώργος Εμμ. Παναγιώτου (Μαστροπαναγιώτης)
Ο Γεώργιος γεννήθηκε στη Βωλάδα, εγγονός του Παναγιώτη Αντωνίου Σταματάκη, ένας από τους ιδρυτές των Πηγαδίων (Βωλάδα 1892- Σικάγο Ιούλιος 1980). Πλοίαρχος και μετέπειτα επιχειρηματίας. Παντρεύτηκε τη Μαριγώ Εμμ. Μικροπανδρεμένου απ’ τη Βωλάδα (1906-1967), με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά: την Ειρήνη (παιδίατρο), την Άννα (δικηγόρο), τον (†) Εμμανουήλ (γιατρό), την Ευανθία (φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών).

Το 1920 ανέλαβε τη διακυβέρνηση του οικογενειακού ιστιοφόρου και ταξίδευε για τον Πειραιά, το 1925 οι ιταλικές αρχές κατέσχεσαν το ναυτικό ττου φυλλάδιο, έφυγε από το νησί, έμεινε στον Πειραιά και στη συνέχεια στην Κρήτη όπου και ανέπτυξε επιχείρηση.

Σχεδίασε ακόμη και μια τορπίλη που θα εξοκτευόταν από κάποιο βράχο με στόχο τα ιταλικά πολεμικά πλοία. Η πατριωτική δράση του συνέχισε μέχρι το τέλος του στην Αμερική.

Κυβερνήτης του μικρού πετρελαιοκίνητου ΔΕΛΦΙΝΙ, ιδιοκτησίας Γεωργίου Τζαρδού-Νικουλάου Πουλή, εμπόρων από την Ιεράπετρα Κρήτης. Το φθινόπωρο του 1942 σύνδεσμοι του στρατηγείου της Μέσης Ανατολής του ζήτησαν να οργανώσει δίκτυο πληροφοριών για την κατασκοπεία στην Κάρπαθο, την εγκατάσταση ασυρμάτου, την βοήθεια και την τροφοδοσία στους ασυρματιστές που θα έφταναν στο νησί. Η υπόθεση ήταν εξαιρετικά επείγουσα γιατί είχε στόχο να διακοπούν οι συγκοινωνίες Ρόδου-Καρπάθου-Κρήτης, με τελικό στόχο την ματαίωση ενός γερμανικού σχεδίου επιστρατεύσεως και αποστολής στην Γερμανία Καρπαθίων εργατών.

Με μια κίνηση ελιγμό ναύλωσε το πλοίο για τέσσερα ταξίδια για μεταφορά αλατιού προς την Ιεράπετρα, με στόχο σε ένα από τα ταξίδια να παρακάμψει και να βρεθεί στην Κάρπαθο. Χατζημήτρος Καπετανάκης, Χριστόφορος Φρ. Σακελλαρίδης, Νίκος Ορφανίδης.

Μετά από 10 μέρες από την άφιξη του καπετάν Γιώργου Μαστροπαναγιώτη στην Κρήτη και αφού περέδωσε τους χάρτες στον σύνδεσμο και έφτασαν στην Μέση Ανατολή, η δεύτερη ομάδα κατασκόπων ο Βωλαδιώτης Χριστόφορος Λυτός και ο Σαμιώτης Ασυρματιστής Κρασόπουλος έφτασαν στην Κάρπαθο. Μετά από μια μικρή περιπέτεια (αποβιβάστηκαν στην θέση Αγία Ειρήνη του Μεσοχωρίου, όμως δεν βρήκαν ανταπόκριση και βγήκαν στη Βουργούντα).

Ο καπετάνιος παρέμεινε στο ΔΕΛΦΙΝΙ σε όλη τη διάρκεια του πολέμου και συνέχισε τη δράση του.

Πηγές
Έγγραφα σχετικά με τις δραστηριότητες των Εκτελεστικών Ειδικών Επιχειρήσεων (ΣΟΕ) στα Δωδεκάνησα, που περιλαμβάνουν πρακτικά συνάντησης ΣΟ για να συζητήσουν την διείσδυση των παραγόντων ΣΟΕ στη Ρόδο και στην Κάρπαθο, 7 Ιανουαρίου 1943, μνημόνιο σχετικά με την πρόοδο του σχεδιασμού της επιχείρησης BASILIC (διείσδυση των SOE και ένοπλης εξέγερσης στην Κάρπαθο) και της επιχείρησης ERRATIC (εισβολή SOE και ένοπλη εξέγερση στη Ρόδο), 13 Ιανουαρίου 1943, υπόμνημα από «D / H 113» έως «D / H 119», σχετικά με την οργάνωση των μεταφορών και την πρόσληψη των οδηγών της SOE για τη λειτουργία ERRATIC, 8 Απριλίου 1943.