Κατεργαραίοι και λεβέντες, ένα οδοιπορικό στα καρπάθικα καρνάγια

Γράφει ο Μανώλης Δημελλάς στο karpathianrevolution.gr

 

«...Στην Κάρπαθο έρχονταν τα κουρσάρικα και σώριαζαν όλα τους τα λάφυρα: σκλάβους, εμπορεύματα, πολύτιμα πράγματα κάθε λογής. Και μαζεύονταν πραματευτάδες απ’όλη την Ανατολή και τα παράλια της Αφρικής ν’ αγοράσουν προπάντων σκλάβους και σκλάβες. Έτσι, η Κάρπαθος την εποχή εκείνη είχε γίνει μεγάλο εμπορικό κέντρο της Ανατολής...

...Ο Σακρατίφ έτσι θα τον ονομάζουμε πια είχε εγκαταστήσει, τώρα και χρόνια, το κέντρο της πειρατείας του στην Κάρπαθο. Εκεί, σε κρυφά, ασφαλή ακρογιάλια, έκρυβε τον άγριο στόλο του. Εκεί μαζεύονταν οι σύντροφοί του, απάνθρωποι φονιάδες και ληστές, και από ‘κει ξεκινούσαν και τρομοκρατούσαν το Αιγαίο...»
Απόσπασμα από το βιβλίο “Οι πειραταί του Αιγαίου” (Το Αιγαίο στις φλόγες) του Ιουλίου Βερν, 1884, Διασκευή Νίκου Καζαντζάκη.

Ξεμακραίνουμε από την ιστορία τόσο που μεταμορφώνεται σε παραμύθι, μοιάζει με θρύλο, από εκείνους που γράφει μίλια μακριά ο σπουδαίος παγκόσμιος συγγραφέας Ιούλιος Βερν.
Κι αν όλα αυτά θαρρούμε πως χωρούν μόνο στο μυθιστόρημά του, ετούτη η τραγικότητα και οι δυσκολίες της άγνωστης εποχής, ίσως αν είχαμε τη γνώση, να μας τρόμαζε, έτσι να θαυμάζαμε, να αγαπούσαμε ακόμη περισσότερο, τους δικούς μας προγόνους.

Ας τρυπώσουμε σε μια “φούστα” ή μια “γαλέρα”, πρώτα να πιάσουμε ένα καλό πόστο, μακριά από τα κουπιά, κι ας ξεκινήσει ένα φανταστικό ταξίδι.

Ποιοι ήταν οι λεβέντες;
Με τη σημερινή έννοια της λέξης τα παληκάρια, θα λέγαμε τους κάτοικους του τόπου, εκείνους που πάλευαν δίχως προστασίες, μακριά από το επίσημο κράτος, να τα βγάλουν πέρα και γιατί όχι, να παράξουν πολιτισμό και ελπίδα.

Από το 16ο αιώνα και μέχρι τις αρχές του 20ού, η ληστοπειρατεία στην Κάρπαθο είναι αδιάκοπη και εκείνα τα χρόνια άλλους ονόμαζαν λεβέντες.

Ήταν οι επιδρομείς, τα πληρώματα των πλοίων, που είχαν για αμοιβή ότι μάζευαν από το πλιάτσικο σε νοικοκυριά και ανθρώπους. Στο νησί κυριαρχούσε η ανασφάλεια και ο φόβος, οι κάτοικοι μαζεύονται στα τρία οχυρά κάστρα και στην Όλυμπο (τον Αηλιά των Πορτολάνων) και ασχολούνται κυρίως με γεωργικά επαγγέλματα, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, σημειώνει ότι στη Πατέλα της Καρπάθου ανατρέφονται ακόμη και κυνηγητικά Γεράκια.

Επίσης η ίδια κάνει αναφορά και στην καταγραφή των ναυτικών χαρτών της εποχής, μάλιστα στο βιβλίο του Tomaso Porcacchi da Castiglione (1530-1588) με τίτλο “L’ isole piu famose del mondo” (Πιο διάσημα νησιά του κόσμου) συναντάμε μια ξαπλωμένη γκραβούρα της Καρπάθου.

Δεν είναι μονάχα οι ξαφνικές επιθέσεις των πειρατών, οι Τούρκοι, το επίσημο κράτος είχε παρόμοια συμπεριφορά. Η παροιμία που καταγράφει ο Μιχαηλίδης Νουάρος, μας παρουσιάζει την αθλιότητα της κατάστασης:

Τούρκον εί(δ)ες, άσπρα θέλει
κι άλλον εί(δ)ες, κι άλλα θέλει…

Ο Πήλιαρης και ο Γιάννης Γιαοντής, είναι δύο από τα πρόσωπα που αντιστάθηκαν, ζώθηκαν άρματα και πήραν στο κατόπι τους περαστικούς ληστές. Για την ανδρεία τους στέκονται  στη μνήμη μας μέσα από στη λαϊκή αφήγηση και τη λογοτεχνική πένα.

Οι επιδρομές από λεβέντες δεν ήταν περαστικό φαινόμενο.

Ο πέμπτος Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1768-1774), ήταν ο πιο μακροχρόνιος και είχε αθρόα συμμετοχή αρκετών Ελλήνων.

Μετά τα Ορλωφικά και τις ελαφρύνσεις από τη συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, και η Κάρπαθος περνάει για λίγα χρόνια στα χέρια των Ρώσων. Όπως φαίνεται γνωρίζει και από αυτούς ίδια, αν όχι χειρότερη αντιμετώπιση. Δεν ήταν μόνο η βαριά φορολογία και οι αγγαρείες, με την εγκατάλειψη του νησιού ξεκίνησαν και πάλι οι λεηλασίες και οι αρπαγές.

“Σφακιανοί, Μανιάτες, Επτανήσιοι, Ελληνο-Αλβανοί οι κοινώς ονομαζόμενοι Λεβένται, ευρισκόμενοι στην υπηρεσία των Ρώσων κατέφευγαν στην πειρατεία κάτω από τα μάτια και ίσως και την προστασία τους”.

Είτε πιστέψουμε στο περσοτουρκικό «levend» για τη λέξη «λεβέντης», είτε διαλέξουμε τις ιταλικές λέξεις «leventi» και «levante» (λεξικό του Μπαμπινιώτη και του Τεγόπουλου-Φυτράκη) η καταγραφή του Απερίτη δάσκαλου Παπαβασίλειου Πετρίτη, στην εφημερίδα “Δωδεκανησιακή Αυγή” παρουσιάζει τη τραγική πλευρά της ιστορίας:

“Οι Μοσχοβίτες και οι λεβέντες καταστρέψαν το νησί μας, μας επήρασι τις κόρες μας, εδέραν το Δεσπότη μας, ερημάξαν τα καϊκια μας και τα καράβια σας, δεν μας αφήνουν να κάνουμε άλλα, και μας φορολογούσι βαριούς φόρους. Ο Παπαφιλιππής άκουσε ταύτα από τον πατέρα του”.
Και με τους Κατεργαραίους τι γίνεται;

Από τα πρώτα χρόνια των επιδρομών, ετούτοι οι τρομεροί “τριμμάτιες πειραταί”, δεν κλέβουν μόνο για τη κοιλιά τους, οι ληστοσυμμορίες αρπάζουν ανθρώπους και τους μοσχοπουλούν στη μπαρμπαριά.
Στα 1501 περίπου 130 Καρπάθιοι χριστιανοί αιχμάλωτοι, πουλιούνται από τους Τούρκους στην Αττάλεια.

Σε αφήγηση Μηνά Πέρου, γράφει ο Γ. Μ. Γεωργίου, στο κεφάλαιο των θρύλων, στα “Καρπαθιακά”:
“Εις το μακρύ Γιαλόν ήτο ετσείνα τα χρόνια μιάλη πολιτεία οι Τριμμάτιες μιλιούνια τσ΄εν αφήασι πέτρα απάνω στη πέτρα. Εσφάξασι τα μωρά τσαί τους γέρους και τα παλληκάρτζια τσαι τις κόρες τις επήρασι σκλά(β)ους”.

Φροντίζουν ακόμη και να επανδρώσουν τα ιστιοφόρα τους, στις στιγμές που η άπνοια ξεφούσκωνε τα πανιά τους, τότε με ιδρώτα των δεμένων κωπηλατών συνέχιζαν το ταξίδι. Τέτοια πλοία, που χρησιμοποιούσαν δύο ή τρεις, σειρές κουπιών και χρησιμοποιήθηκαν για εμπορικούς ή πολεμικούς σκοπούς ονομάστηκαν “κάτεργα” (galera), από τους Βυζαντινούς χρόνους και τους κωπηλάτες “κατεργαρέους” ή “κατεργάρηδες”. Τελευταίο “κάτεργο”.

Για μια τέτοια δουλειά χρησιμοποιούσαν συνήθως τους βαρυποινίτες, σύμφωνα πάντοτε με το δίκαιο των ισχυρών της εποχής, όποιος δεν  έσκυβε το κεφάλι γινόταν αυτόματα εχθρός. Κυρίως με τη βια, στρατολογούσαν εκείνους που ονόμαζαν “του σκοινιού και του παλουκιού”, έτσι στρατολογούσαν τους πιο “κακόφημους” ανθρώπους.

Αναρωτιέται ο Παπαβασίλειος Πετρίτης: “Ποιός Καρπάθιος αγνοεί τους θλιβερούς στίχους των δημοτικών τραγουδιών που περιγράφουν μια απαγωγή φίλου προσώπου στα Κάτεργα και το Σεφέρι;”
Αν η γειτόνισσα Κάσος, είναι προικισμένη με το σπουδαίο χάρισμα της ναυτοσύνης, η Κάρπαθος γέννησε τους πιο γερούς μαστόρους.

Εκείνους τους δημιουργούς που είχαν ικανότητα πρώτα να οραματίζονται το σχέδιο και έπειτα να αποδίδουν με απαράμιλλη τελειότητα χρήσης και αρμονία το αποτέλεσμα πάνω σε οποιοδήποτε υλικό. Γνωρίζουμε για τους πετράδες, για τους μαρμαράδες και τους χτίστες, επίσης γνωστοί είναι αρκετοί ξυλογλύπτες. Πρόκειται για ονομαστούς Καρπάθιους που άφησαν εποχή, όπου κι αν βρέθηκαν πάνω στο πλανήτη.

Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, ίσως λιγότερο φωτισμένο, είναι τα Καρπάθικα καρα(β)οστάσια. Παραλίες κοντά σε δάση που χρησίμευαν για τη κατασκευή ή την επιδιόρθωση πλοίων. Με το όνομα αυτό συναντάμε περιοχές στη παραλία του Νάτεως, στο Λίκι, στο Βρόντη και στο Συκέλαος.

Μελετώντας τον Καρπάθικο θησαυρό, που άφησε ο Μιλτιάδης Παπαμανώλης, τη “Δωδεκανησιακή Αυγή”, συναντάμε πέντε άρθρα του Απερίτη Παπαβασίλειου Πετρίτη, γραμμένα την Άνοιξη 1936, που  μας φωτίσουν για τα καρνάγια της Καρπάθου. Βάση του Π. Πετρίτη είναι οι μαρτυρίες του Βασίλειου Χατζηπαπά και του Παπαφιλιππή.

Σύμφωνα με τις συνεντεύξεις του, δύο περιοχές της Καρπάθου, στον Βρόντη και στην κυρά Παναγιά από τον 17ο μέχρι και τον 18ο αιώνα, αναπτύσσονται καραβοστάσια και κατασκευάζονται πλοία. Γίνεται λόγος για 600 εργαζόμενους σε αυτά, που μάλιστα φαίνεται να διαφώνησαν με τους Υδραίους εργοδότες όταν εκείνοι απόφάσισαν να φέρουν ξένους μαστόρους. Κάτεβασαν τα εργαλεία και οι Υδραίοι αποχώρισαν, αναζητώντας άλλον τόπο για να ξεκινήσουν κατασκευές.

Όμως γύρισαν πίσω μετανιωμένοι, τότε πάντοτε σύμφωνα με τη διήγηση του Παπαφιλιππή, υπεύθυνος των εργασιών, ήταν ο Πελοποννήσιος ή για άλλους Κασιώτης, ο Διακογεώργης, που άφησε όνομα, τόσο για τη ναυπηγική του τέχνη, όσο και για τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού των καρνάγιων. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο χειρισμός των υλοτόμων που κατάφερε να τους κάμει να δουλεύουν πιο οργανωμένα και μεθοδικά πάνω στα βουνά της Καρπάθου.

Ακόμα μια ιδιαίτερη αναφορά γίνεται για τον “επιφανέστερο πολίτη της Καρπάθου κατά τους χρόνους της Ελληνικής Επαναστάσεως, λόγω μορφώσεως, πλούτου και γένους” (σύμφωνα με τον Μιχαηλίδη-Νουάρο). Ο χαρισματικός πατριώτης Απερίτης Χατζής-Ηλίας Οικονόμου, βλέπει την ραγδαία άνοδο της ναυπηγικής στο νησί και επιβάλει φόρο “ένα γρόσι ανά δέντρο που κόβεται”, επίσης την ίδια φορολογία βάζει και πλοία που ελιμενίζονται στο νησί. Στόχος είναι η μόρφωση, η δημιουργία σχολείου και η αμοιβή του δασκάλου.  

Αυτός ο ξεχωριστός Καρπάθιος δολοφονήθηκε το 1829, ενώ προσπαθούσε να επιβάλει τάξη και ευνομία στο νησί (Καρπαθ. Προσωπογραφία, Κ. Μελάς).

Λίγα χρόνια νωρίτερα και με την έκρηξη της Ελληνικής επανάστασης στα 1821, ναυπηγεί ακόμη και πλοίο, στο καραβοστάσι του Βρόντη, και το στέλνει με πλοίαρχο τον Ανδρέα Διακανδρά (και Νισυριά) να αγωνιστεί στο πλευρό του ναυάρχου Μιαούλη κατά των Τούρκων. Μάλιστα με γράμμα ο πυρπολητής της εποχής Μιαούλης, φαίνεται να αναζητά Καρπάθιους ναύτες, επειδή όπως αναφέρει, είναι “οικογενειάρχες, προκομένοι και αποδοτικοί”.

Σύμφωνα πάντα με το Πετρίτη, μετά το 1820 τα δύο ναυπηγεία ατονούν, οι Κασσιώτες επιλέγουν τον τόπο τους για να φτιάχουν βαπόρια και αγοράζουν ξυλεία από την Κάρπαθο, σιγά-σιγά η τέχνη των καραβομαραγκών ξεχνιέται και σβήνει. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο δάσκαλος Παπαβασίλειος Πετρίτης το 1868 κατάφερε να βάλει και τα κορίτσια στο σχολείο! (Δελτίο Ομόνοιας Αττικής, 11/12/1-2004-05).   

Όμως ακόμη ένα σπάνιο έγγραφο, που έφερε στο φως η “Δωδεκανησιακή Αυγή”, φανερώνει ακόμη ένα καραβοστάσι που υπήρχε στη Κάρπαθο. Το τρίτο ναυπηγείο ήταν στο χωριό Μεσοχώρι, στην περιοχή Καταφή. Ναυπηγός ήταν ο Μηνάς Κώστα Καμπούρης και παραγγελιοδόχος ο Μιχάλης Ιωάννου.
Το σκάφος που χτίστηκε είναι μια γρήγορη “Γολέττα” και ονομάστηκε “Ζωοδόχος Πηγή”. Η απόδειξη παράδοσης γράφει ημερομηνία 19 Απριλίου 1859!

Φανταστείτε το θόρυβο και την αντάρα στα Καρπάθικα καραβοστάσια, στοίβες από το ζωντανό κερεστέ περιμένουν τη σειρά τους. Οι ξυλοκόποι να πριονίζουν, οι καραβομαραγκοί να γλυκαίνουν τους κορμούς  και οι εργάτες να βαρούν σφυριά, να χτίζουν από το μηδέν ολάκερα ξύλινα νησιά.
Αλλοτινά εκείνα τα χρόνια, μόνο μια περίεργη άλικη αρμύρα πομένει στους ξερικούς πια κάμπους μας…

Το κείμενο είναι συνέχεια από: http://www.verena.gr/content/πειρατές-ή-κουρσάροι-μια-κουβέντα-με-τον-μανώλη-περσελή-του-μανώλη-δημελλά

Πηγές
Οι Πειραταί του Αιγαίου, Ιούλιος Βερν 1884, εκδοτ. οίκος Αστήρ, Διασκευή Νίκος Καζατζάκης
Ιστορία της νήσου Καρπάθου Α΄,  Μιχαήλ Μιχαηλίδη Νουάρου,  Επανέκδοση”Εργασία και Χαρά” 1998
Καρπαθιακή Προσωπογραφία, Κωνσταντίνου Α. Μελά, Εταιρία Καρπαθιακών μελετών, Αθήνα 1984
Άρθρα του Παπαβασιλείου Πετρίτη με θέμα τα καρνάγια της Καρπάθου, 1936.
Ναυτικά Πειρατικά Καρπάθου. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ.
Τοπωνυμικό της Καρπάθου, Κωνσταντίνος Μηνάς, Πν. Κέντρο Καρπάθου, Εξάντας 2000
Η πειρατεία στη Κρήτη, Κωστής Παπαγεωργίου, Cretanews.
Ερμηνεία των λέξεων “Λεβέντη και παλληκάρι”. Ηρακλής Λαμπαδάριος, 2005/06.
Δελτίο Ομόνοιας Αττικής, 11/12/1-2004-05
Παπαβασίλειος Πετρίτης. Δωδεκανησιακή Αυγή, Μιλτ. Παπαμανώλη, 1936-1937
Κώστας Αυγητίδης, eistorias.wordpress.com
http://greekworldhistory.blogspot.gr/2013/06/1821_28.html
http://www.istorikathemata.com/2011/09/1821_08.html
http://el.wiktionary.org/wiki/λεβέντης.