Διστακτικότητα και αναβλητικότητα

Γράφει η
Μαρία Καρίκη
Ψυχολόγος, Msc

Πόσες φορές έχεις πιάσει τον εαυτό σου να διστάζει να κάνει αυτό που πραγματικά θέλει; «Θέλω, αλλά δεν γίνεται… Δεν μπορώ… Πώς θα το πάρει ο άλλος; Δεν θέλω να απογοητευτώ, να παρεξηγηθώ, φοβάμαι να εκτεθώ, να εμπιστευτώ…». Και κάπως έτσι πείθουμε τον εαυτό μας να κάτσει ήσυχος εκεί που βρίσκεται.! Πόσο ψυχικό κόστος κρύβει μια τέτοια στάση άραγε; Πόση καταπίεση; Πόση αλλοτρίωση; Πόσο απομακρυνόμαστε από την αλήθειά μας; Το νιώθεις ότι γίνεσαι κάποιος άλλος, το νιώθεις ότι συμβιβάζεσαι, το νιώθεις ότι «βουλιάζεις», αλλά σου φαίνεται δύσκολο να τολμήσεις να κάνεις αυτό που εξαρχής θες. Βλέπεις περισσότερο τους κινδύνους, τα εμπόδια, την πιθανή αποτυχία και αρνείσαι να διακινδυνεύσεις τη «βολή» σου.

Και προχωράει η ζωή και εσύ ζυγίζεις κάθε φορά τι σε παίρνει και τι όχι και αναβάλλεις τα δικά σου πρωτεύοντα, τα δικά σου ουσιαστικά. Αναβάλλεις οτιδήποτε θα μπορούσε να σε κάνει να ρισκάρεις πολλά. Όσο και να το θες, πάντα υπάρχουν εκείνοι οι φόβοι, τα άγχη, οι αντιστάσεις, οι αναστολές, οι ενοχές που σε κρατάνε πίσω. «Μην το κάνεις, άσε το καλύτερα. Κάποια άλλη φορά». Κι αν αργήσει αυτή η άλλη φορά; Και αν δεν έρθει ποτέ; Αντέχεις τη συνειδητοποίηση του πόσο χρόνο έχασες; Αντέχεις να αντικρύσεις τη ζωή που δεν τόλμησες να ζήσεις; Πολλές φορές, βέβαια, προτιμάς να μην σκέφτεσαι. Να μην «σκάψεις» και πολύ βαθιά μέσα σου, γιατί δεν ξέρεις ποτέ τι θα βρεις που θα σε ταρακουνήσει συθέμελα και θα σε κάνει να θυμώσεις με τον ίδιο σου τον εαυτό. Έναν εαυτό που αντί να σε αφυπνίζει, συναινούσε σιωπηλά στη συγκάλυψη, στην ψευδαίσθηση μιας πλασματικής ικανοποίησης.

Όταν αναβάλλουμε αποφάσεις και ενέργειες συνήθως συμβαίνουν δύο τινά: ή τα συναντάμε κάπου παρακάτω σε πιο «επιδεινωμένη» μορφή ή όταν θα θέλουμε κάποια μεταγενέστερη στιγμή να κάνουμε πράγματι κάτι μπορεί να είναι αργά και να μην έχουμε τις ίδιες ευκαιρίες πια. Κάθε στάση, κάθε επιλογή έχει και το αντίτιμό της. Όταν διστάζεις να αναλάβεις πρωτοβουλίες για τα «θέλω» σου, κινδυνεύεις να μείνεις στάσιμος, εγκλωβισμένος σε μια ρουτίνα που σε απομυζά. Ψάχνεις να βρεις υποκατάστατα για να νομίζεις ότι εκτονώνεσαι από μια απροσδιόριστη πίεση και ματαίωση, αλλά σε βάθος χρόνου διαπιστώνεις ότι δεν βοηθούν. Απλώς ξεγελάς τον εαυτό σου. Αλλού είναι οι αιτίες, αλλού είναι οι λύσεις. Αντιλαμβάνεσαι ότι τα ημίμετρα δεν κρατάνε για πολύ. Πάλι καταλήγεις στο ίδιο σημείο. Στο ίδιο σημείο όπου αναρωτιέσαι ξανά και ξανά αν είσαι καλά, αν είσαι ευχαριστημένος με τη ζωή που διάγεις, αν υπάρχουν τομείς που θα ήθελες να αλλάξεις, να επαναπροσδιορίσεις…

Είναι εύκολο να αναβάλλεις. Προσωρινά νιώθεις καλύτερα. Ξέφυγες για άλλη μια φορά από μια αναμέτρηση και αντιπαράθεση με τα παράπονα και τη δυσανασχέτηση από τον εαυτό σου. Σαν να παίζεις «κρυφτό» με τα κακώς κείμενα της ζωής σου και τη λάθος διαχείρισή τους. Ως πότε και γιατί; Πόσο επικίνδυνο ψυχικά είναι να γνωρίζεις μέσα σου, αλλά να μη θες να «δεις», να αναγνωρίσεις, να παραδεχτείς, να ομολογήσεις! Πόσο ανούσιο και άσκοπο να θες να κρυφτείς από τη συνείδησή σου;

Μεγαλώνεις, όμως, και ανακαλύπτεις ότι ο ψυχισμός σου δέχεται όλο και λιγότερες εκπτώσεις, όλο και λιγότερους συμβιβασμούς, όλο και λιγότερες αποκλίσεις από την ισορροπία του. Μεγαλώνεις και δεν αντέχεις άλλο να διστάζεις και να χάνεις έτσι στιγμές και ανθρώπους. Και κάποια στιγμή συμβαίνει απλώς να μην μπορείς άλλο να συνεχίσεις όπως παλιά. Αρνείται όλο σου το «είναι» να προχωρήσει με υποκατάστατα, φόβους και δισταγμούς.

Η συναισθηματική ωριμότητα που κατακτάται με τα χρόνια αρνείται να νοθευτεί, να υποταχθεί σε κάτι λιγότερο από αυτό που αξίζει. Και τότε ξαναγυρνάς εκεί που πάντα απέφευγες. Στο σημείο όπου καλείσαι να πάρει ριζικές αποφάσεις για την ποιότητα του εαυτού και της ζωής σου. Καλείσαι να αποφασίσεις ρητά και κατηγορηματικά ποιος πραγματικά είσαι –χωρίς υπεκφυγές και δικαιολογίες- και προς τα που θες να πας… Δεν χρειάζεται πια να ζεις ανάμεσα σε διλήμματα, συγκρούσεις μέσα σου και αδιέξοδα… Πήγαινε προς τα εκεί που θες… Ή τουλάχιστον τόλμησέ το…