Der Spiegel: Η Ελλάδα ενισχύει τους ελέγχους στο Αιγαίο λόγω φόβων για είσοδο τζιχαντιστών

Δημοσίευμα σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα έχει εντατικοποιήσει την προστασία των συνόρων της με την Τουρκία λόγω του φόβου εισόδου τζιχαντιστών στην Ευρώπη μετά την τουρκική εισβολή στη βόρεια Συρία φιλοξενεί το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel.

«H Eλλάδα έχει ενισχύσει την επιτήρηση των θαλάσσιων και χερσαίων συνόρων με την Τουρκία, ώστε να εμποδίσει την έλευση τζιχαντιστών στην Ευρώπη» γράφει το περιοδικό στο νέο τεύχος του συμπληρώνοντας: «Η Αθήνα έχει στείλει πρόσθετους υπαλλήλους της ΕΥΠ και της αντιτρομοκρατικής στα νησιά του Αιγαίου. Εκεί φτάνουν οι περισσότεροι μετανάστες που θέλουν να συνεχίσουν για τη δυτική Ευρώπη».

Όπως επισημαίνεται, «μετά τη στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στη βόρεια Συρία, οι Κούρδοι κινδυνεύουν να χάσουν τον έλεγχο χιλιάδων μαχητών του Ισλαμικού Κράτους, οι οποίοι μέχρι πρότινος κρατούνταν σε κουρδικές φυλακές».

«Στην Αθήνα αλλά και στο Βερολίνο αυξάνεται η ανησυχία ότι μαχητές του Ι.Κ. θα μπορούσαν να περάσουν τα ελληνικά σύνορα ως πρόσφυγες» αναφέρει το δημοσίευμα, προσθέτοντας πως η Europol από 1ης Νοεμβρίου θα στείλει στην Ελλάδα επιπρόσθετους ειδικούς σε θέματα τρομοκρατίας.

«Στα ελληνοτουρκικά σύνορα στον Έβρο αναμένεται να συνδράμουν οι ελληνικές αρχές και η Frontex» συνεχίζει το Spiegel.

Σύμφωνα πάντως με το δημοσίευμα η Europol επισημαίνει ότι «δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι τρομοκράτες διέρχονται συστηματικά μέσω των προσφυγικών οδών στην Ευρώπη».

Το γερμανικό περιοδικό σημειώνει ωστόσο πως «αυτό συνέβη σε κάποιες περιπτώσεις» υπενθυμίζοντας ότι μια τέτοια περίπτωση ήταν εκείνη του Αμπντελαχίμ Αμπαούντ, βασικού δράστη των επιθέσεων στο Παρίσι το 2015 που συνελήφθη στο Βέλγιο και ο οποίος το 2015 έφτασε στη Λέρο ως πρόσφυγας από τη Συρία. Σύμφωνα με το Der Spiegel «μεταξύ 2017 και 2019 η ελληνική αστυνομία βάσει δικών της στοιχείων έχει συλλάβει συνολικά επτά ξένους υπόπτους για τρομοκρατία».

«Η Ελλάδα πιο σκληρή απέναντι στους αιτούντες άσυλο»

«Αυξανόμενοι αριθμοί μεταναστών, υπερπλήρη προσφυγικά κέντρα και μακροχρόνιες διαδικασίες. Η νέα ελληνική κυβέρνηση αντιδρά απέναντι στο προσφυγικό περιορίζοντας το δικαίωμα ασύλου» γράφει απο την πλευρά της η Handelsblatt σε ρεπορτάζ της για τις εξελίξεις στο πεδίο του προσφυγικού και το νέο νόμο περί ασύλου της ελληνικής κυβέρνησης.

«Ο συντηρητικός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης θέλουν να ακολουθήσουν μια πιο σκληρή γραμμή έναντι των αιτούντων άσυλο, οι οποίοι δεν είναι πρόσφυγες πολέμου ή πολιτικά διωκώμενοι αλλά οικονομικοί μετανάστες. Oι διαδικασίες θα αυστηροποιηθούν, οι δυνατότητες προσφυγής θα περιοριστούν και οι απορριφθέντες θα απελαύνονται» παρατηρεί η Handelsblatt, προσθέτοντας πως στο νομοσχέδιο αντιτίθνεται ανθρωπιστικές οργανώσεις όπως η Διεθνής Αμνησία ή οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα «ζητώντας περισσότερο χρόνο για δημόσιο διάλογο».

Όπως παρατηρεί η Ηandelsblatt «ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός των ανθρώπων που ζητούν προστασία οδηγεί σε καταστροφικές συνέπειες στα εδώ και χρόνια υπερπλήρη κέντρα υποδοχής των νησιών».

Σημειώνει επίσης ότι η κατάσταση στα νησιά «αποτελεί συνέπεια των μακρών διαδικασιών εξέτασης των αιτήσεων ασύλου». Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι ελληνικές αρχές μπορούν μέχρι στιγμής να εξετάσουν μόνο 2.400 υποθέσεις τον μήνα, ενώ δέχονται περίπου 5.400 νέες αιτήσεις, με αποτέλεσμα η λίστα αναμονής να μεγαλώνει.

Ένας δεύτερος λόγος που δυσχεραίνει την κατάσταση είναι, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η αποτυχία των επαναπροωθήσεων στην Τουρκία. «Από την έναρξη της συμφωνίας Ε.Ε.-Toυρκίας έχουν επαναπροωθηθεί 2.000 απορριφθέντες αιτούντες άσυλο» σημειώνει η εφημερίδα ενώ - όπως προσθέτει - «με την αυστηροποίηση και επίσπευση των διαδικασιών η ελληνική κυβέρνηση ελπίζει φέτος να μπορέσει να επαναπροωθήσει περίπου 10.000 απορριφθέντες αιτούντες άσυλο στην Τουρκία».

Η εφημερίδα εκτιμά ότι τα νέα μέτρα ενδέχεται να αυξήσουν την κίνηση των διακινητών στα σύνορα με την Αλβανία ή τη Βόρεια Μακεδονία, δεδομένου ότι «η λεγόμενη βαλκανική οδός έχει επίσημα κλείσει για τους πρόσφυγες από το καλοκαίρι της μεγάλης προσφυγικής κρίσης του 2015».

Πηγή: naftemporiki.gr