Ο Μεσοχωρίτης ήρωας Μιχάλης Μάλτας

Γράφει ο Μανώλης Δημελλάς στο Karpathianrevolution.gr

«…θα σε παρακαλούσα εάν είναι δυνατόν να μου στείλεις ένα τενεκάκι χαλβά, από ‘κείνον που κάνεις εσύ, αλλά με πολλά αμύγδαλα και καρύδια. Βάλε και καλό βούτυρο γιατί έχω βάλει στοίχημα με κάτι συναδέλφους, που τους ήλθε χαλβάς, ότι εσύ φτιάχνεις τον καλύτερο»!
 
Η επιστολή του Ανθυπίατρου Μιχάλη Μάλτα, προς τη μητέρα και την αδελφή του, γράφτηκε στις 11.1.1941 από το Αλβανικό μέτωπο.

Ο Μεσοχωρίτης ήρωας Μιχάλης δεν επέστρεψε, σκοτώθηκε για την πατρίδα κι όμως μέχρι σήμερα παραμένει ακόμη ένας από τους χαμένους νεκρούς του μεγάλου πολέμου.

Μονάχα η οικογένεια και εκείνη η τραγική μάνα, όσο ζούσε δεν έβγαλε τα μαύρα και δεν έπαψε να μοιρολογεί τον λεβέντη γιο κι εκείνος παρέδωσε ακόμη και το άψυχο σώμα του πρόσφορο σε μια πατρίδα που εύκολα λησμονεί και διαγράφει.

Ο Μιχάλης Μάλτας, γεννήθηκε το 1915 στο Μεσοχώρι της Καρπάθου, τέταρτο και μικρότερο παιδί του Μανώλη και της Βασιλικής, ανέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει γιατρός. Ζούσε με τους γονείς του και την οικογένεια της αδελφής του στην Αγία Σοφία του Πειραιά, πήρε το πτυχίο του, είχε ήδη την ελληνική υπηκοότητα και με το ξέσπασμα του πολέμου έτρεξε να καταταγεί.

Από τον Μιχάλη Μάλτα έμεινε κληρονομιά 5-6 ταχυδρομικά δελτάρια, τα γράμματα που έστειλε στη μάνα και τον πατέρα του. Εκεί, μέσα στις σύντομες επιστολές του, μοιάζει να αναπνέει και να μας ζητά να μην τον ξεχάσουμε, να τον αναζητήσουμε, κάποτε να τον βρούμε και το σπουδαιότερο να γίνει μνήμη-τιμή του νησιού μας.

Άφοβος, μπροστά στον θάνατο που σπέρνει ο πόλεμος, εμψύχωνε τους δικούς του από την πρώτη γραμμή του πολέμου.

Αργότερα, όπως είπε ένας συμπολεμιστή του, ο Μιχάλης σκοτώθηκε πάνω σε ένα διάλειμμα, σε μια στιγμή ανάπαυλας, ενώ πάλευε να γράψει δυο λόγια στη μάνα του, όταν μια οβίδα έσκασε πολύ κοντά και ένα θραύσμα έκοψε το πόδι του.

Εκείνος ήταν ο γιατρός, μόλις είχε φροντίσει τους χτυπημένους της ομάδας του, είχαν μπει στις αίθουσες ενός σχολείου στην περιοχή Πέστανη, έβαλε τους τραυματίες πάνω στα θρανία και πάλευε να τους τραβήξει από τα χέρια του Χάρου. Αποκαμωμένος για μια στιγμή βγήκε στο προαύλιο, πήρε μια ανάσα παγωμένου αέρα, κάθισε σε μια άκρη κι έβγαλε ένα μολυβάκι από τον κόρφο του.

Δεν πρόλαβε να γράψει τις σκέψεις του, πρώτα ακούστηκε ο πνιχτός ήχος των κανονιών κι έπειτα όλα,  γίναν αίμα.

Το χώμα στράγγιξε το κόκκινο της νιότης, ρούφηξε τα όνειρα και την καθάρια ψυχή του Μιχάλη Μάλτα. Ήταν Παρασκευή, 28 Φλεβάρη 1941, το άψυχο σώμα του 25χρονου θάφτηκε σε μια άκρη της Αλβανικής γης, μα δεν ησύχασε, όπως δεν ησύχασαν και οι υπόλοιποι 8.000 χαμένοι Έλληνες.

Δεν ήταν ο μοναδικός χαμένος πατριώτης, από την έναρξη του πολέμου και μέχρι τις 28 Απριλίου 1941 οι απώλειες -φονευθέντες και εξαφανισθέντες- στο Αλβανικό μέτωπο, έφτασαν τους 13.936 Αξιωματικούς και οπλίτες. Από το σύνολο των νεκρών στις επιχειρήσεις εναντίον των Ιταλών, οι 7.796, έμειναν σε άγνωστες τοποθεσίες στην Αλβανία, θαμμένοι ή άταφοι, ενώ 5.960, πέρασαν τα σύνορα και ετάφησαν σε νεκροταφεία εντός του Ελληνικού εδάφους.

Οι περισσότεροι Δωδεκανήσιοι, που εκείνη την εποχή είχαν ιταλική υπηκοότητα, βρέθηκαν στο μέτωπο εθελοντικά και υπηρέτησαν στο Σύνταγμα Δωδεκανησίων. Ωστόσο υπάρχουν κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις παλικαριών, αν και  γνήσιοι  Δωδεκανήσιοι πατριώτες, που ήταν γεννημένοι στην Αθήνα ή είχαν πάρει ελληνική υπηκοότητα και βρέθηκαν να υπηρετούν στον τακτικό στρατό.

Μέχρι σήμερα για αυτούς τους ήρωες δεν υπάρχουν πληροφορίες, χαρακτηριστικό παράδειγμα οι τρεις τουλάχιστον Καρπάθιοι που χάθηκαν στην Αλβανία.

Όπως ήδη αναφέραμε πρόκειται για τον Μιχάλη Μάλτα από το Μεσοχώρι,  και τους οπλίτες Εμμανουήλ Ν. Χατζημανώλη από την Όλυμπο και τον Γιάννη Παπαγιάννη από τις Πυλές, που σκοτώθηκε στις 3.12.1940 στη Χειμάρρα.

Επίσης ο στρατιώτης Ιωάννης Ν. Λεντάκης, από την Όλυμπο και την Κάσο, που τραυματίστηκε στην Αλβανία και πέθανει στις 4.1.1941 στο 9ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών. Αξίζει να μνημονεύσουμε και τον σπουδαίο Καρπάθιο παιδίατρο-συγγραφέα Κώστα Κυζούλη, που αγωνίστηκε στα βουνά της Αλβανίας και στο βιβλίο του «Η Θύελλα» περιγράφει το δράμα του πολέμου.

Άραγε πόσοι και ποιοι είναι οι Καρπάθιοι που ακόμη δεν έχουμε μάθει την ηρωική δράση τους;

Στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών γράφεται η συνέχεια της ιστορίας, ο ανιψιός του Μιχάλη Μάλτα, επίσης γιατρός, ο κ. Φίλιππος Σταμπολής, έδωσε μια στάλα από το αίμα του, εκεί θα γίνουν οι έρευνες και θα ταυτοποιηθούν οι άταφοι άγνωστοι νεκροί, ίσως ο Μιχάλης Μάλτας να είναι τυχερός κι από εκείνους που θα βρεθούν πρώτοι.

Ο κ. Σταμπολής συγκινημένος μιλά για τον θείο του στον ενεστώτα, ο χρόνος για εκείνους που χάθηκαν, όπως και για τους συγγενείς τους, έχει μικρή σημασία, αυτό που μετρά είναι να βρουν τη θέση τους στην ιστορία και ως γνήσιοι ήρωες, αυτά τα άγνωστα παλικάρια να κουρνιάσουν στις λαμπερές ανεξίτηλες συλλογικές μνήμες της Καρπάθου.

Σήμερα αναζητούνται πληροφορίες και στοιχεία, έτσι ώστε αφού καταγραφούν κι έπειτα διασταυρωθούν, να γίνουν γνωστά και οι επόμενες γενιές να έχουν καλύτερη και πληρέστερη εικόνα για την ιστορία και τους ήρωες των δύο νησιών.

Αξίζει μια αναφορά στον πρώην εντεταλμένο σύμβουλο του Επαρχείου Καρπάθου-Κάσου για τον πολιτισμό που ασχολήθηκε με το θέμα, όπως τόνισε ο κ. Γ. Τσαμπανάκης, ακόμη και το γνωστό μνημείο, που βρίσκεται στην είσοδο του Επαρχείου, έχει λάθη και ελλείψεις.

Στο μνημείο καταγράφονται μόνο 24 ονόματα Καρπάθιων ηρώων, ενώ θα έπρεπε να είναι γραμμένα πολύ περισσότερα! Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν 8 δεκαετίες, για να φτάσουμε στην πρόσφατη συμφωνία των υπουργών Εξωτερικών της χώρας μας και της Αλβανίας, Νίκου Κοτζιά και Ντιμίτρι Μπουσάτι, στην οποία προβλέπεται ο εντοπισμός, η ταυτοποίηση και η εκταφή των Ελλήνων στρατιωτών και στη συνέχεια ο ενταφιασμός τους, στα δύο συμφωνημένα νεκροταφεία, στο χωριό Βουλιαράτες και την Κλεισούρα.

Από όλα τα σημεία της χώρας μας γράφονται λίστες, συμπληρώνονται προσκλητήρια νεκρών, ενώ οι συγγενείς των χαμένων, αλλά όχι ξεχασμένων, στρατιωτών τρέχουν στα στρατιωτικά νοσοκομεία, δίνουν αίμα για να γίνει ταυτοποίηση με το DNA των άγνωστων οστών που ξεθάβονται από τα χώματα της Αλβανίας.

Η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας είναι ακόμη μια υποχρέωση της γενιάς μας, αν δεν μπορούμε, ή δεν χρειάζεται, να κάνουμε κάτι ηρωικό, τουλάχιστον ας αποδώσουμε στις προηγούμενες γενιές την αληθινή τους θέση.