Επίκαιρο διήγημα του 1959 για το θαύμα του Πανορμίτη της Σύμης

ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟ ΘΑΜΑ ΤΟΥ ΠΑΝΟΡΜΙΤΗ

Πριν λίγες μέρες είχε βγή η διάγνωσις των γιατρών.

Κακιά  αρρώστια, έξω κι’ από μακρυά: κακοήθης όγκος. Της φτωχής μάνας η καρδιά σπάραξε. Κι’ η νέα, όμορφη γεροδεμένη σωστή ανδρογυναίκα άρχισε να μαραζώνη, από διπλή αρρώστια:  κείνην που της έτρωγε το σώμα και κείνην που της μαράζωνε την ψυχή. Ποιός θα φανταζόταν βλέποντάς την πώς ήταν πια ένα άχρηστο κουφάρι που ο θάνατος όπου και νάταν θα της κτυπούσε την πόρτα!

Κι έφθασε η παραμονή του Πανορμίτη.
- Σήκω κόρη μου να πάμε στη χάρη του...
- Καλά μάνα. Μα τί να σου κάνη κι’ Αυτός.
Έπνιξε τους λυγμούς της η πονεμένη μάνα.
- Σώπα, μην λες τέτοια λόγια. Πίστευε στον άγιο. Πού ξέρεις;  Μπορεί εκείνο που δεν μπορούν να κάνουν οι γιατροί, να το κάνη αυτός.

Δεν μίλησε η νέα, από φόβο μην θυμώση τον άγιο.
- Πανορμίτη μου, κάνε το το θάμα σου. Λυπήσου τα νειάτα και την ομορφιά της. Λυπήσου και μένα την φτωχή. Πώς θα ζήσω χωρίς την παρηγοριά μου; 
- Μεγάλη η χάρη σου Πανορμίτη ψιθύρισαν τα χείλη της πονεμένης νέας. Σ’ ευχαριστώ που με αξίωσες στη χάρη σου ναρθώ.  Άκουσέ με Μεγάλε άγιε αν είναι να πεθάνω στείλε, μεσολάβησε, ο χάρος νάρθη γρήγορα να σβήσουν οι πόνοι οι φριχτοί. Λυπήσου με, σώσε με Πανορμίτη μου.

Οι καμπάνες κτυπούσαν χαρμόσυνα όταν ξύπνησε ανήμερα της χάρης του η κοπέλλα. Μια χαρούμενη διάθεσι είχε απλωθή σ’ όλο της το είναι. Άκουγε τις καμπάνες σαν νάταν ουράνια μελωδία. Μάνα ξύπνα. Ξύπνα Μάνα. Μυστήριο Μάνα δεν ξαίρω τί μου συμβαίνει. Δεν πονώ μάνα, μ’ ακούς; Μάνα έγινα καλά!

Αλήθεια λες κορούλα μου; Λες νάκανε το θάμα του; 
- Ναι μάνα! Δεν πονώ πια. Σώθηκα, το νοιώθω!
Το μυαλό της δυστυχισμένης μάνας πήγε να σαλέψη.

Χθες έκλαψε ακόμα το χαμό της παρθένας της που στεφάνι δεν θα πρόφταινε στο κεφάλι να βάλη, και σήμερα... σήμερα να το πιστέψη; 
Σ’ ευχαριστώ Πανορμίτη μου, λέει, ενώ οι λυγμοί την πνίγουν. Δίπλα της, ματεύει, παρά το αισθάνεται η κόρη πώς έγινε, θεραπεύτηκε. Ο άγιος έκανε το θαύμα του.
Προσκύνησαν και μυστικό κράτησαν το θάμα.
Γύρισαν στο νησί τους και έτρεξαν στο γιατρό τους.

Κύτταζε και δεν πίστευε ο επιστήμονας. Eλάτε σε τρεις ημέρες. Θάχω έτοιμη μια καινούργια διάγνωσι. Ξαναπήγαν. Η κόρη μου δεν έχει τίποτα. Ο όγκος που της έχει παρουσιασθεί είναι καλοήθης. Μην ανησυχείτε. Μια μικρή χειρουργική επέμβαση κι όλα θα είναι εντάξει.

Αγκαλιάστηκαν οι δύο πονεμένες ψυχές.
- Μάνα τρέχω να το πω στο Γιάγκο μου να χαρεί.
- Τρέχα κορούλα μου υπέφερε κι αυτός μαζί μας. Είναι καλό παιδί. Σ’ αγαπάει.
- Τρέχω! Δεν βαστώ πια άλλο μάνα.

Οι καμπάνες του Πανορμίτη ξανασήμαναν χαρμόσυνα με τον δικό τους ιδιότυπο σκοπό. Σήμερα ο Πανορμίτης παντρεύει ένα ζευγάρι. Τον Γιάγκο με την Μαρία. Ο Πανορμίτης την έσωσε και σ’ αυτόν ήρθε το στεφάνι του γάμου να φορέσει. 

- Ευτυχισμένη νάσαι κόρη μου η μάνα ψιθυρίζει. Κι η κόρη στηριγμένη στο μπράτσο του αγαπημένου της παρακαλεί τον άγιο νοερά. Κάνε ξανά το θάμα σου Πανορμίτη μου, να γίνω ευτυχισμένη κοντά στον Γιάγκο που μ’ αγαπά, κοντά στον άντρα μου.

Χαρμόσυνα οι καμπάνες έδωσαν την απάντησιν.
Ναι! Θα ευτυχίσεις Μαρία.

Σ. Κωνσταντινίδου