Τι επιβάλλεται να γίνει για να αξιοποιηθεί η εναπομείνασα δωδ/κή ακίνητη περιουσία

Γράφει ο 
Κυριάκος Ι. Φίνας

 

Ο πλούτος κάθε τόπου 
είναι οι άνθρωποί του 
και οι αρετές τους
Ξεν. Ζολώτας-Ακαδημαϊκός

1. Δωδεκανησιακή η δημόσια ακίνητη περιουσία 
Στη Δωδεκάνησο και κατά κύριο λόγο στα δύο μεγαλύτερα νησιά του συμπλέγματος, Ρόδο και Κω, - παρά τις πωλήσεις που μεσολάβησαν από την Απελευθέρωση μέχρι πρόσφατα - υπάρχει ακόμα μια αξιόλογη ακίνητη περιουσία. 


Η περιουσία αυτή, τα δημόσια κτήματα στη Δωδεκάνησο, είναι αυτά που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο από την ιταλική κατοχή, ύστερα από τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων το 1946. Το βασικό, ωστόσο, στοιχείο στην όλη υπόθεση είναι ο ανώμαλος τρόπος που περιήλθε αρχικά η ακίνητη αυτή περιουσία στην ιταλική κατοχή που καταδυνάστευε το λαό της Δωδεκανήσου για 33 ολόκληρα χρόνια (1912-1945), εκτός τα προηγούμενα του τουρκικού ζυγού (1523-1912).


Τόσο επί Τουρκοκρατίας, όσο και επί ιταλοκρατίας, δηλαδή για 638 ολόκληρα χρόνια, χρησιμοποιήθηκαν όλα τα ύπουλα και παράνομα μέσα για να αποξενωθεί ο δωδεκανησιακός λαός των προγονικών του ακίνητων περιουσιών, ώστε μέχρι το 1938, το 40%, περίπου, της ακίνητης περιουσίας της Ρόδου ν’ ανήκει στο Ιταλικό Δημόσιο. 
Έτσι, αδίστακτα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τόσο από νομική άποψη, όσο και από πραγματικά ιστορικά δεδομένα, η ακίνητη αυτή περιουσία ανήκε αποκλειστικά στους παππούδες και μακρυνότερους ακόμη προγόνους των Δωδεκανησίων. Και όπως, πολύ ορθά, υποστηρίχθηκε στη Βουλή των Ελλήνων, “...οποιοσδήποτε νομίζει ότι η περιουσία αυτή, η οποία είναι προϊόν της κατατυραννήσεως του Δωδεκανησιακού λαού από το φασιστικό καθεστώς είναι περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου δεν ζει στην Ελλάδα, ή τουλάχιστον, περιφρονεί την ιστορική πραγματικότητα (χ). 


Πέραν των άλλων ενεργειών του φασιστικού καθεστώτος, η φιλοσοφία υποβάθμισης των Ροδίων και Κώων γεωργών γίνεται καθαρά αντιληπτό από δύο ενυπόγραφες τοποθετήσεις στον ιταλικό Τύπο της Ρώμης στις αρχές του 1936, που έκαναν, χωριστά ο καθένας, δύο υπεύθυνα ιταλικά κυβερνητικά όργανα: ο Διοικητής Δωδεκανήσου Μάριο Λάγκο και ο Ιταλός Υφυπουργός Γεωργίας Μαρεσκάλι. Στα εν λόγω άρθρα τόνιζαν, εκτός των άλλων, ότι υπήρχαν δώδεκα περιφέρειες στη Δωδεκάνησο, οι οποίες είναι κατάλληλες για την εγκατάσταση Ιταλών γεωργών. 

2. Χρονική διαδρομή του θέματος (μεταπελευθερωτικά)
Με την Απελευθέρωση της Δωδεκανήσου η παραπάνω ακίνητη περιουσία περιήλθε, όπως προαναφέρεται, στο Ελληνικό Δημόσιο και η διαχείρισή της πέρασε από τις παρακάτω φάσεις: 


α) Με το Νόμο 2100/1952 συστήθηκε ο Οργανισμός Διαχειρίσεως ακινήτου περιουσίας του Δημοσίου εν Δωδεκανήσω (ΟΔΑΠΔΔ). Στην παράγραφο 3 του Ν. 2100/1952 αναφέρεται: “...Mετά τετράμηνον από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου μεταβιβάζεται εις τον συνιστώμενον ως άνω Οργανισμόν, δυνάμει του Νόμου τούτου και άνευ ετέρας τινός διατυπώσεως, η κυριότις απάσης της ακινήτου περιουσίας του Δημοσίου, ως και των μετοχών των εν Δωδεκανήσω Ιταλικών Εταιρειών και του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού εν Δωδεκανήσω...”. 
Ο Οργανισμός διοικείτο υπό εννεαμελούς Διοικητικού Συμβουλίου, που αποτελείτο εκ: α) Ενός Εφέτου ή άλλου Δικαστικού επί βαθμώ τουλάχιστον Πρωτοδίκου, ενός Οικονομικού υπαλλήλου-τμηματάρχου, του Προϊσταμένου της Γεωργικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, ενός τεχνικού υπαλλήλου, επί βαθμώ τουλάχιστον μηχανικού α’ τάξεως και πέντε ιδιωτών Δωδεκανησίων, μονίμως κατοικούντων εν Δωδεκανήσω. Εκ τούτων 3 τακτικά μέλη μετ’ ισαρίθμων αναπληρωματικών υποδεικνύονταν ανά έν υπό του Δημοτικού Συμβουλίου Ρόδου, του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου και του Εργατικού Κέντρου Ρόδου. 
Ο Οργανισμός ήταν Ν.Π.Δ.Δ. και επί 20 χρόνια και πάνω διαχειρίστηκε η δημόσια δωδεκανησιακή ακίνητη περιουσία. 


β) Με το Νόμο 195/1973, καταργήθηκε ο ΟΔΑΠΔΔ και τη θέση του πήρε η Εφορεία Δημοσίων Κτημάτων. 
γ) Με το Νόμο 973/1979 η ακίνητη περιουσία περιήλθε από πλευράς διοίκησης, διαχείρισης, αξιοποίησης κ.λπ στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου και συνεχίζει μέχρι σήμερα με τη μορφή αυτή. 

3. Σφάλματα και παραλείψεις
Για λόγους ηθικής τάξης και πέρα από κάθε αμφισβήτηση πρέπει να παραδεχθούμε ότι η δημιουργία του ΟΔΑΠΔΔ, με το Νόμο 2100/1952, η πατρότητα του οποίου οφείλεται, σε μεγάλο μέρος, στον αείμνηστο Πολιτικό Γιάννη Ζίγδη, υπήρξε μια καλή αρχή, μια προειδοποίηση προς την κατεύθυνση, ώστε η τεράστια ακίνητη περιουσία, που ήταν, πράγματι, τεράστια το 1952, να αξιοποιηθεί παραγωγικά. Και το επαναλαμβάνω: Όχι, με την εκποίηση-πώληση των κτημάτων ή παρόμοιων εγκαταστάσεων, αλλά με τη μελετημένη, όχι με επιπόλαιες κινήσεις, ορθολογική αξιοποίηση. 


Και αποτελεί ματαιοπονία να προσπαθούμε να μεταθέτουμε τις ευθύνες στην εκάστοτε Κυβέρνηση. Μας δόθηκε, επιστράφηκε ορθότερα, ύστερα από την Ενσωμάτωση μια τεράστια ακίνητη περιουσία - καθόσον αυτή που εναπόμεινε σήμερα υπολογίζεται στο 30% περίπου της αρχικής - με νομοθετική ευχέρεια αξιοποίησής της, κι εμείς δεν προσπαθήσαμε να την αξιοποιήσουμε κατάλληλα. Η αδιαφορία που δείξαμε επί 20ετία, 1952-1973, ώστε έγκαιρα και μελετημένα να βάλουμε μια αξιοποιητική σειρά βαραίνει, επαναλαμβάνω όλους μας. Ο Σόλωνας, ο Μεγάλος Νομοθέτης των Αθηνών έλεγε: “Eυθύνας ετέρους αξιών διδόναι και αυτός ύπεχε”. (Είναι απαράδεκτο να αξιώνουμε από άλλους ευθύνες και να αποφεύγουμε τις δικές μας). 

4. Tι πρέπει να γίνει τώρα
Ο χρόνος, βέβαια, δεν γυρίζει πίσω. Όσα προηγήθηκαν για το θέμα αυτό, με επιτυχία ή όχι, το αποτέλεσμα είναι γνωστό, είναι αρνητιικό. Σύμφωνα, όμως, με τη Δημοσθένεια ρήση: “προς γαρ το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται”. 


Έτσι, το πελώριο πρόβλημα της ορθολογικής αξιοποίησης της εναπομείνασας δωδεκανησιακής δημόσιας ακίνητης περιουσίας συγκαταλέγεται, αναλογικά, μέσα στις βασικές προϋποθέσεις ανάκαμψης της Δωδεκανησιακής Οικονομίας. Ιδιαίτερα στην παρούσα φάση, δεδομένης της γενικευμένης οικονομικής κρίσης που διερχόμαστε. Και πρέπει να αξιοποιηθεί πλήρως.


Για να επιτευχθεί αποτελεσματικά η προσπάθεια πρέπει να δράσουμε ταυτόχρονα άμεσα και συντονισμένα.


α) Σήμερα, μετά την κατάργηση του νόμου 2100/1952 η δημόσια δωδεκανησιακή ακίνητη περιουσία ανήκει και τη διαχειρίζεται το Δημόσιο. Και κακώς, νομίζουν πολλοί με ακραίες θεωρητικές εκτιμήσεις που προβάλλουν το αίτημα, να επανέλθουμε στην αρχική κατάσταση, δηλαδή σ’ έναν νέο Νόμο 2100/1952. Αυτό δεν θα το εγκρίνει καμία κυβέρνηση. Ενώ είναι ευκολότερο να παραμείνει ναι μεν στο Δημόσιο, όπου υπάρχει και το ειδικευμένο έμπειρο προσωπικό, αλλά αφού σταματήσει η οποιαδήποτε πώληση δημόσιων δωδεκανησιακών κτημάτων, η εναπομείνασα ακίνητη περιουσία, που θα προορίζεται για αγροτική ανάπτυξη, βάσει σχεδίου και να αξιοποιείται για δωδεκανησιακούς και μόνο σκοπούς. 
Άλλωστε, πού θα βρεθούν τα κονδύλια μόνιμης λειτουργίας ενός τέτοιου Γραφείου, που απαιτεί ανάλογο τεχνικό προσωπικό και τα λοιπά;


β) Ειδικό Γραφείο στη Δ/νση Γεωργίας Δωδ/σου. Θα πρέπει, όμως, να δραστηριοποιηθεί η Διεύθυνση Γεωργίας Δωδεκανήσου και από το Αρχείο της να αναδειχθεί κάθε δυνατότητα, που μπορεί να επικαιροποιηθεί, ώστε να συμβαδίζει με τα σημερινά δεδομένα. Ενθυμούμαι, επί του προκειμένου, όταν συζητούσα με ειδικούς γεωπόνους της Διεύθυνσης Γεωργίας το θέμα της αγροτικής μας ανάπτυξης μού ανέφεραν ότι στα Δωδεκάνησα υπάρχουν χιλιάδες στρέμματα αγραναπαυόμενοι αγροί, που αν καλλιεργηθούν με κτηνοτροφικά φυτά, θα μπορέσουν να συντηρήσουν τέτοια κτηνοτροφία που θα εξασφάλιζε τις ανάγκες της Δωδεκανήσου σε κρέας, γάλα και τυριά.
Παράλληλα να οργανωθεί ειδικό γραφείο στη Διεύθυνση Γεωργίας, εν ανάγκη να αποσπαστεί από την Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, ένα εξαμελές ειδικό γεωπονικό προσωπικό, το οποίο θα ασχολείται αποκλειστικά με την ενεργοποίηση του δωδεκανησιακού πρωτογενούς τομέα και να υποδεικνύει τα αγροτικά προϊόντα που θα παράγονται και σε ποια θέση ανάλογα και όχι χωρίς καθοδήγηση ο κάθε ενδιαφερόμενος να ασχολείται άτακτα με καλλιέργειες που τυχόν δεν αποδίδουν.


γ) Επίσης, η αρμόδια Υπηρεσία των Δημόσιων Κτημάτων, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Γεωργίας να χρεωθεί να παραδωσει εντός δύο μηνών το αργότερο στους ειδικούς γεωπόνους του κλιμακίου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης πλήρη αναλυτική κατάσταση όλων των κατηγοριών των δημόσιων κτημάτων (μερίδα, έκταση, τοποθεσία, και οποιονδήποτε άλλο στοιχείο).


δ) Αφού συγκεντρωθούν τα παραπάνω στοιχεία, η αρμόδια Υπηρεσία της Διεύθυνσης Γεωργίας Δωδεκανήσου ή του κλιμακίου που θα έλθει από την Αθήνα να προχωρήσει η διαδικασία των διακηρύξεων, προκειμένου να προκριθούν οι ενδιαφερόμενοι, ώστε σύμβαση μίσθωσης που θα υπογράψουν με το Δημόσιο στο οποίο ανήκουν ιδιοκτησιακά τα κτήματα.
Η σύμβαση να είναι 15ετής, με ένα ελάχιστο μίσθωμα, με τη ρητή υποχρέωση του μισθωτού να προχωρήσει στις διαδικασίες αξιοποίησης. Η Διεύθυνση Γεωργίας θα παρακολουθεί κάθε μισθωτή και αν διαπιστωθεί ότι δεν τηρεί επακριβώς τους όρους της σύμβασης εντός διετίας, θα αποβάλλεται.
Φυσικά, πέραν από τους Δωδεκανήσιους “επενδυτές”, θα αντιμετωπίζονται το ίδιο και τυχόν ξένοι.

ε) Υπάρχουν ειδικά χρηματοδοτικά προγράμματα. Από ετών υπάρχουν και ειδικά χρηματοδοτικά προγράμματα που συνεχώς ανανεώνονται τόσο στην Ενωμένη Ευρώπη, όσο και στη χώρα μας, όπως το “Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης Αλέξανδρος Μπαλτατζής” συνολικού προϋπολογισμού για τα επόμενα πέντε χρόνια έξι δισ. ευρώ, το οποίο ήδη έχει εγκριθεί από την αρμόδια Επιτροπή της Κομισιόν.
Τέλος, μια τέτοια πρωτοβουλία τοπικά, την οποία πρέπει να αρχίσει να την υλοποιεί ο Δήμος Ρόδου, για την αξιοποίηση της δημόσιας δωδεκανησιακής ακίνητης περιουσίας, εάν προβληθεί κατάλληλα και συνδυαστεί με την ανασύνταξη σε πολλά σημεία της Δωδεκανησιακής Οικονομίας, πιστεύουμε απόλυτα πως θα τύχει της ευμενούς αποδοχής της όποιας Κυβέρνησης. Ως εκ τούτου, από εμάς εξαρτάται πώς θα πάνε τα πράγματα. 


Να το ενστερνιστούμε απαξάπαντες, διοικούντες και διοικούμενοι ότι η Ρόδος και η Κως δεν είναι μόνο για τετράμηνο, περίπου, τουρισμό το χρόνο. Ούτε, ότι μερικά από τα υπόλοιπα νησιά του δωδεκανησιακού συμπλέγματος είναι καταδικασμένα να φυτοζωούν και να αποψιλώνονται από τον ενεργό οικονομικά πληθυσμό της. Εγώ, τουλάχιστον, έχω πεισθεί για το αντίθετο: Όχι, ο δωδεκανησιακός χώρος δεν είναι φτωχός, είναι σε υπολογίσιμο βαθμό, ανεκμετάλλευτος -προχωρεί απρογραμμάτιστα. Και όποιο λαθεμένο δρόμο, σε πολλά σημεία, ακολουθούμε.

χ. Αγόρευση στη Βουλή των Ελλήνων Ι. Γ. Ζίγδη, Ευάγγελου Κανόναρχου και Αντωνίου Γεωργιάδη (Συνεδρίαση 28-8-1979).