Χρήστος Ζαμπούνης «Τάμα στην Πάτμο»: Η γοητευτική ελαφρότητα του Είναι...

Της
Κατερίνας Δαφέρμου
στο mononews.gr

 

Ο εκδότης και δημοσιογράφος Χρήστος Ζαμπούνης δημιουργεί το “Τάμα στην Πάτμο” (εκδ. Φερενίκη 2019). Αυτοβιογραφικό αφήγημα που αφορά το μυστικιστικό νησί του Αιγαίου έτσι όπως το βιώνει ένα καλοκαίρι με τη νεαρή Δάφνη.

Οι αμφίσημοι τρόποι της καλύπτουν σαν πέπλο μυστηρίου τον καταγοητευμένο αφηγητή ο οποίος ως επί το πλείστον στέκεται μπροστά της ενεής -ωσάν η νεαρή καλλιτέχνις να αποτελεί ενσάρκωση της ιερής ομορφιάς της Πάτμου.

Ωστόσο, ο Χρήστος Ζαμπούνης δεν επιχειρεί εμβάθυνση της σχέσης του με τη Δάφνη (ούτε με την Πάτμο).
Η ζωή εκείνο το καλοκαίρι θαρρείς ξετυλίγεται όπως μια γρήγορη διαδοχή χαριτωμένων ενσταντανέ, χωρίς εστίαση σε συναισθήματα χαράς, λύπης… Ούτε στο γοητευτικό μεταίχμιο ανάμεσά τους. Η αφήγηση εξελίσσεται ως μοντάζ ασύνδετων εικόνων.

Εντούτοις, ανακαλύπτει κανείς στο κείμενο αφηγηματικές και στιλιστικές αρετές. Προκύπτουν καταρχήν από το γνώριμο, ωμό χιούμορ του συγγραφέα ειδικά όταν αυτό στρέφεται εναντίον του εαυτού του με ανελέητο αυτοσαρκασμό.
Όταν επί παραδείγματι ανεβαίνει με μια παρέα bon vivants στο Μοναστήρι του Ευαγγελισμού, ντρέπεται να ομολογήσει την κούρασή του και τα ρίχνει στον σκύλο που δήθεν δεν αντέχει άλλη ανάβαση.

«Μεταφέροντας υποκριτικά το πρόβλημά μου στο τετράποδο», σημειώνει με σκωπτικό χιούμορ.
Και αργότερα όταν καλείται να μεταφέρει στη Δάφνη την ιστορία του Μοναστηριού: «από το Γυμνάσιο είχα να περάσω τέτοιο άγχος (...) Άλλο είναι να είσαι 20-25 ετών και να αγνοείς, και άλλο 57-58».

Αυτές οι σύντομες σκηνές υπογραμμίζουν την ευαλωτότητα της ύπαρξής του (και της ανθρώπινης συνθήκης, άθελά του). Προσδίδουν έτσι γοητεία τόσο στο αφήγημα όσο και στον κεντρικό ήρωα και αφηγητή της νουβέλας.
Αλλά εκείνος πάντα διαφεύγει προς το στιλπνό lifestyle των καλοζωισμένων που σελαγίζουν με τα σκάφη τους και σερφάρουν πάνω από την (κοινότοπη) ζωή.

Το οποίο με τόση επιτυχία αποτύπωσε στο ομώνυμο, γνωστό περιοδικό στη χιμαιρική εποχή στις αρχές της νέας χιλιετίας. Πάντα επιλέγοντας τους εστέτ (όπου άλλωστε κατατάσσεται και ο ίδιος) έναντι των vulgaires…

Τέτοια εξάλλου παραμένει και η γραφή του.

Ορισμένες φορές αυτοβιογραφείται: «παρότι είχα 20 στα θρησκευτικά και πήγαινα ανελλιπώς στο Κατηχητικό (...) προς μεγάλη απογοήτευση του κομμουνιστή πατέρα μου, δηλώνω πλήρη άγνοια».
Και άλλες στιγμές αποδεικνύεται ανερυθρίαστα γλαφυρός:
– Γιατί εμμένεις τόσο με το προφυλακτικό;
– Διότι την τελευταία φορά που κάναμε έρωτα (...) με κόλλησες μύκητες.
– …
– Πού να το ξέρεις, αφού δεν απάντησες ποτέ στα τηλεφωνήματά μου.
Επανέρχεται συχνά στην καθαρεύουσα στην ορθογραφία και σε εκφράσεις όπως «η κίνησις των οχημάτων», «η έντασις της ομιλίας», «η κόπωσις εξητμίσθη» και «ρωτά μια Ιταλίς».

Υπάρχει και το «παρηκολούθησα», πιο κακόηχο ίσως. Αλλά αυτό το στιλ σχετίζεται και με τον πρόδηλο θαυμασμό του συγγραφέα στη βασιλική οικογένεια (έχει εκδώσει άλλωστε το βιβλίο “Η βασιλική οικογένεια της Ελλάδας”), εν γένει στην τυπολατρεία, στη μεγαλοπρεπή επισημότητα.

Οι γνωστοί του Χρήστου Ζαμπούνη γνωρίζουν ότι την καθαρεύουσα προτιμά και στον προφορικό του λόγο. Ωστόσο, το καθαρευουσιάνικο αυτό ύφος εμποτίζει το κείμενο με καίριες στρώσεις λεπτής ειρωνείας.

Όμως, αυτές υπονομεύουν την καθησυχαστική ελαφρότητα που ο συγγραφέας τόσο αγαπάει στα καλοκαίρια στην Πάτμο.
Σχετικά με μια φωτογραφία της Δάφνης με μισάνοιχτα χείλη παρατηρεί: «ίσως είναι η εντύπωσίς μου, αλλά μοιάζουν σαν φτιαγμένα από πλαστικό…».

Πάμπολλα ακόμη παραδείγματα αυτοσαρκασμού ανατέμνουν τη μονότονη επανάληψη του επιφανειακού: «Της είχα υποσχεθεί μια εναλλακτική παραλία χωρίς ομπρέλλες (…) Αντ’ αυτού, της έδειξα μία χαζοχαρούμενη πλευρά του εαυτού μου, η οποία -όσο και αν προσπαθώ να την ελέγξω- εμφανίζεται ανεξέλεγκτη και απρόσκλητη».

Αφήνει για άλλου τύπου συγγραφείς την ενασχόληση με παράπλευρες θεματικές που θα μπορούσαν να προκύψουν: όπως ας πούμε τη διαφορά ηλικίας η οποία δύναται (με τις αγωνίες και τις παγίδες που ενέχει) να ανοίξει χαράδρες στον ψυχισμό των ανθρώπων…

Παρότι διαθέτει την ικανότητα της ενατένισης όπως διαφαίνεται με φράσεις συμπυκνωμένης σοφίας («ο κόσμος είναι κωμωδία για όσους σκέφτονται, τραγωδία για όσους αισθάνονται»), το δράμα και οι φωτοσκιάσεις των χαρακτήρων παραμένουν στον αφρό.
Ο Χρήστος Ζαμπούνης συνθέτει μία ωδή στην ομορφιά, ένα τάμα στην Πάτμο. Τηρουμένων των αναλογιών, ως ένας Έλλην Όσκαρ Ουάιλντ. Γνωρίζοντας δηλαδή ότι πίσω από τη ματαιότητα κρύβεται το μυστήριο της ύπαρξης…