ΤΕE: Η νησιωτικότητα αποτελεί τον προμαχώνα ανάπτυξης για το Αιγαίο

Επιστολή στους βουλευτές Δωδεκανήσου, αναφορικά με τη νησιωτικότητα, στο πλαίσιο αναθεώρησης του άρθρου 101 του Συντάγματος, απέστειλε το ΤΕΕ Δωδεκανήσου, ζητώντας να υπάρξει ειδική μέριμνα για τα νησιά.

Ειδικότερα,  στην επιστολή του το ΤΕΕ Δωδεκανήσου, αναφέρει τα εξής:
“Σήμερα, στον κόσμο της πολυμέρειας και της ΕΕ, μέλος στη οποία είναι η χώρα μας, χρειάζονται πολιτικές που θα ενισχύουν την πολυκεντρική ανάπτυξη και το προωθητικό ρόλο της περιφερικής ανάπτυξης. Σε αυτήν την κεντρική κατεύθυνση που διέπει την Ένωση ως προς την πορεία της, αναφύεται η συνηγορία για την αναγκαιότητα της αύξησης του ρόλου όλων των επίπεδων Διοίκησης. Στο υπό αναθεώρηση Σύνταγμα, η νησιωτικότητα, παραμένει ως μία παράγραφος χωρίς ουσιαστικές αρμοδιότητες της αυτοδιοίκητης, πιθανά πρόθεση του τότε νομοθέτη (άρθρο 101, παρ. 4).

Τα νησιά αποτελούν την εθνική ασπίδα της χώρας, αλλά και τον «τροφοδότη λογαριασμό» μέσα από τον τομέα του τουρισμού. Έφτασε η ώρα, τα νησιά να μπορούν να χαρίσουν πολιτικές αειφορίας στο πλαίσιο των βασικών αρχών της πολιτείας, σύμφωνα με το μοναδικό οικοσύστημα τους. Γι΄ αυτό χρειάζεται μια τομή στο άρθρο περί Διοικητικής Αποκέντρωσης, ενισχύοντας το γενικότερο δομικό πνεύμα του αυτοδιοίκητου των νησιών μας με τις βασικές αρχές: της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, οι οποίες αποτελούν πυλώνες της χωροταξικής πολιτικής της ΕΕ. Και σίγουρα συμπληρωματικά, στο νέο δρόμο που έχει χαράξει η παγκόσμια κοινότητα προς την αειφόρο ανάπτυξη, μιας και το υπάρχον άρθρο του Συντάγματος (άρθρο 101, παρ. 4) δεν αναφέρει την αειφορία ως βασικό χαρακτηριστικό ανάπτυξης για τα νησιά μας.
Για όλες αυτές τις προκλήσεις προτείνεται:

Η «νησιωτικότητα» αποτελεί τον προμαχώνα της ανάπτυξης για το Αιγαίο. Η αξία του αρχιπελάγους και η σπουδαία θέσης στον γεωπολιτικό χάρτη αποτελούν τα εχέγγυα της ειδικής μέριμνας η οποία οφείλεται να αποδοθεί εκ μέρους της Ευρώπης και σε επέκταση της χώρας μας.
Σε αυτήν την πρόσκληση η ενίσχυση της αναπτυξιακής πορείας των νησιών μας πάνω στην ράγες της αειφορίας και της ελκυστικότητας είναι εκ των ων ουκ άνευ.  Για να ενδυναμωθεί όμως ο χαρακτήρας της αυτοδιοίκησης και του νησιωτικού σχεδιασμού απαιτείται η ενίσχυση των δομών διοίκησης των νησιών μας (και των ορεινών περιοχών, βάσει της ευρωπαϊκής προσέγγισης).

Σε αυτό το πνεύμα το σημερινό Σύνταγμα της χώρας στο άρθρο 101, με τίτλο «Διοικητική Αποκέντρωση» αναφέρει:
«1. H διοίκηση του Kράτoυς οργανώνεται σύμφωνα με τo αποκεντρωτικό σύστημα.
2. H διοικητική διαίρεση της Xώρας, διαμορφώνεται με βάση τις γεωoικoνoμικές, κοινωνικές και συγκοινωνιακές συνθήκες.
**3. Τα περιφερειακά όργανα του Κράτους έχουν γενική αποφασιστική αρμοδιότητα για τις υποθέσεις της περιφέρειάς τους. Τα κεντρικά όργανα του Κράτους, εκτός από ειδικές αρμοδιότητες, έχουν τη γενική κατεύθυνση, το συντονισμό και τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των περιφερειακών οργάνων, όπως νόμος ορίζει.
***4. Ο κοινός νομοθέτης και η Διοίκηση, όταν δρουν κανονιστικά, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών και ορεινών περιοχών, μεριμνώντας για την ανάπτυξή τους».

Στο σημείο 4, η λήψη άποψης για την ιδιαίτερα των νησιών (και των ορεινών περιοχών) δεν είναι καθοριστική δομικά για την μέριμνα της ανάπτυξης των νησιών στα νομοθετήματα της χώρας. Γι’ αυτό πρέπει να προστεθεί ότι η αειφορία της ανάπτυξης (σύγχρονος όρος) των νησιών (και των ορεινών περιοχών) θα στοιχειοθετείται πάνω στις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας [βασικές αρχές της αειφόρου ανάπτυξης στην Ευρώπη στην κατεύθυνση της εδαφικής και κοινωνικής συνοχής μέσα από την πολυεπιπέδη διακυβέρνηση για τη χωροταξία και για την πολυκεντρική ανάπτυξη - το προβλέπει η «Εδαφική Ατζέντα της ΕΕ» (2007) και το Σχέδιο Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου (1999)] .
Οι δύο αυτές βασικές αρχές, προσθέτουν τον ενισχυτικό ρόλο των νησιών μας και ανεξαρτητοποιούν το σημερινό εναγκαλισμό με την Κεντρική Διοίκηση, είτε σε επίπεδο χωροταξίας, είτε σε επίπεδο κοινωνικοπολιτικής διάστασης.
Λίγα λόγια για τις Αρχές:

Η Αρχή της επικουρικότητας ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στόχος της είναι να εξασφαλίζει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατό πλησιέστερα στους πολίτες και ότι διενεργούνται διαρκείς έλεγχοι ώστε να εξακριβώνεται ότι η δράση σε επίπεδο Ένωσης είναι δικαιολογημένη υπό το φως των διαθέσιμων δυνατοτήτων σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο.
Πιο συγκεκριμένα, είναι η αρχή δυνάμει της οποίας η ΕΕ δεν αναλαμβάνει δράση (εκτός από τους τομείς που εμπίπτουν στην αποκλειστική της αρμοδιότητα), παρά μόνο εφόσον η δράση αυτή είναι πιο αποτελεσματική από την αντίστοιχη δράση σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία απαιτεί να μην υπερβαίνει οποιαδήποτε δράση της ΕΕ όσα είναι αναγκαία για την επίτευξη των στόχων των Συνθηκών .

Ομοίως προς την Αρχή της επικουρικότητας, η αρχή της αναλογικότητας διέπει την άσκηση των αρμοδιοτήτων που διαθέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Σκοπός της είναι να οριοθετήσει τις δράσεις των οργάνων της ΕΕ. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανόνα η δράση της ΕΕ δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων των Συνθηκών. Με άλλα λόγια, το περιεχόμενο και η μορφή της δράσης πρέπει να αντιστοιχεί στον επιδιωκόμενο στόχο της, ήτοι η αρχή αυτή, κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη. Η Αρχή της αναλογικότητας εγγράφεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα κριτήρια για την εφαρμογή της αναλύονται στο πρωτόκολλο (αριθ. 2) για την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας που προσαρτούνται στις Συνθήκες”.