Η διαμεσολάβηση για την αποσυμφόρηση της Δικαιοσύνης

Του
Κωνσταντίνου Σαρή
Δικηγόρου

Επανήλθε και πάλι στο προσκήνιο η διαμεσολάβηση για την αποσυμφόρηση της Δικαιοσύνης, διερωτώμαι όμως εάν πράγματι μπορεί να είναι διαμεσολαβητής ο οποιοσδήποτε άλλος εκτός από τον Δικαστή.

Ο προβληματισμός μου δε αυτός απορρέει από το άρθρο 26 αριθμ. 3 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα Δικαστήρια. Βέβαια για να υποστηρίζεται η διαμεσολάβηση από διακεκριμένους νομικούς, αυτό σημαίνει ότι μάλλον η διαμεσολάβηση μπορεί να γίνει από οποιονδήποτε, έστω και μη νομικό. 

Εκείνο όμως το οποίο κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να αποτελέσει την αιτιολογική βάση της καθιέρωσης της διαμεσολάβησης, είναι η σκοπούμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο αποσυμφόρηση της Δικαιοσύνης από την πληθώρα των υποθέσεων. Στη Δικαιοσύνη  έχουν ανατεθεί και αδικήματα, τα οποία δεν ενέχουν την ηθική απαξία μιας ποινικά κολάσιμης πράξης, π.χ. η περίφραξη ενός ακινήτου χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής, αποτελεί το ποινικό αδίκημα της αυθαίρετης δόμησης. Το ότι οι ομπρελάδες, οι οποίοι μισθώνουν κάθε χρόνο μέρος της παραλίας για την τοποθέτηση ομπρελών και καθισμάτων, εάν επεκτείνουν το μέρος της παραλίας στο οποίο τοποθετούν τις ομπρέλες, διαπράττουν το αδίκημα της αυθαίρετης κατάληψης αιγιαλού και παραλίας.

Οι πράξεις και παραλείψεις αυτές γιατί πρέπει να ανατίθενται και στα Ποινικά Δικαστήρια και δεν αντιμετωπίζονται μόνο από τις αρμόδιες Αρχές και μάλιστα με την επιβολή προστίμων, το ύψος των οποίων θα πρέπει να αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα στις αποφάσεις των καταληψιών; Αυτά για την αποσυμφόρηση, αλλά και τις τόσες άλλες περιπτώσεις για την κατάληψη δημόσιων κτημάτων οι οποίες αποτελούν ποινικό αδίκημα, τα οποία στο τέλος αποδίδονται στους καταπατητές.


Για να μην αναφέρω ότι και η κοπή ενός κλάδου πεύκου ή η εκρίζωση ενός σχοίνου, αποτελεί παράνομη υλοτομία και παράνομη εκχέρσωση αντίστοιχα. Επί του κυρίου όμως ζητήματος των διαμεσολαβητών, δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο, ποια θα είναι τα πρόσωπα εκείνα τα οποία θα οριστούν ως διαμεσολαβητές και ποιες πρέπει να είναι οι προϋποθέσεις και τα προσόντα τους, ούτως ώστε να αποτελέσουν τον διαμεσολαβητή. Δεν αντιλέγω ότι η απονομή της Δικαιοσύνης είναι βραδυτάτη, όμως οι κατά καιρούς γινόμενες τροποποιήσεις της Δικονομίας δεν υπηρετούν τον στόχο της επιτάχυνσης. Όπως είναι και η σήμερα εφαρμοζόμενη διαδικασία των 100 ημερών, αντί μετά την πάροδο των προθεσμιών αντίκρουσης να θεωρείται συζητηθείσα η υπόθεση, θεωρουμένης ως ημέρας συζητήσεως της επομένης της παρόδου των προθεσμιών της προσθήκης και αντίκρουσης, προσδιορίζεται και πάλι νέα δικάσιμος, η οποία απέχει ένας έτος περίπου από την προηγούμενη προθεσμία. Όπως ήταν αποτυχημένη και η προηγηθείσα υποχρεωτική   προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού πριν από την συζήτηση της αγωγής διαμέσου των πληρεξούσιων δικηγόρων.


Ο μόνος, ο οποίος είναι ικανός να φέρει την ειρηνική επίλυση της διαφοράς είναι ο Δικαστής, αυτόν εμπιστεύονται, προς το παρόν τουλάχιστον οι Έλληνες και αυτό θα γίνει ως εξής:
Με την κατάθεση της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου θα ορίζεται από τον Πρόεδρο ο Εισηγητής, ο οποίος θα καλεί τα διάδικα μέρη, με τους δικηγόρους τους για τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Τον Δικαστή εμπιστεύονται οι πολίτες ως αξιόπιστο και αμερόληπτο πρόσωπο, ικανό να συμβιβάσει  ακόμα και διαδίκους, οι οποίοι σκοτώνονται μεταξύ τους. 


Για τις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαφορές, πάλι ο Πρόεδρος θα χρεώνει την υπόθεση σε Δικαστή, ο οποίος θα εφαρμόζει την ίδια διαδικασία. Εάν παρά τις επίμονες προσπάθειες παρέλθει άπρακτο ένα εύλογο χρονικό διάστημα, τότε πλέον η υπόθεση θα συζητείται κανονικά στο Δικαστήριο.


Σχετικά δε με το κόστος έχω να παρατηρήσω ότι ο διαμεσολαβητής είτε επιτύχει είτε αποτύχει, η διαμεσολάβηση, θα πρέπει να πληρωθεί. Επομένως εάν η υπόθεση αχθεί στο Δικαστήριο, το κόστος θα επαυξάνεται κατά την αμοιβή του διαμεσολαβητή, ασχέτως εάν η διαμεσολάβηση δεν ευδοκίμησε, ως εκ τούτου ο διάδικος θα πληρώσει και δικηγόρο και διαμεσολαβητή. 


Κλείνοντας και καταθέτοντας τη μακρά εμπειρία μου από την άσκηση της δικηγορίας, οι πολίτες, ιδίως στις επαρχίες, τον μόνο που εμπιστεύονται ως τρίτο αξιόπιστο πρόσωπο είναι τον Δικαστή και σ’ αυτόν θα πρέπει να ανατεθεί η διαμεσολάβηση για να επιφέρει και τα ποθητά αποτελέσματα της ταχείας αποπεράτωσης μιας υπόθεσης και με λιγότερο κόστος, από το αν άγεται στα Δικαστήρια.