Καλλιόπη Παπαπαύλου- Βαρδέλλη: Διαμεσολάβηση: ποιες αλλαγές φέρνει ο νέος νόμος στην εξωδικαστική επίλυση διαφορών

Γράφει η
Καλλιόπη Παπαπαύλου- Βαρδέλλη*
Δικηγόρος

 

Στις 30 Νοεμβρίου δημοσιεύθηκε ο νόμος 4640/2019 με αντικείμενο τη ρύθμιση του θεσμού της διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

Η εξωδικαστική αυτή διαδικασία επίλυσης διαφορών έχει ήδη εισαχθεί στην ελληνική έννομη τάξη από το 2010 (Ν.3898/2010) με στόχο την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τη σχετική με τη διαμεσολάβηση ευρωπαϊκή οδηγία του 2008 (Οδηγία 2008/52/ΕΚ).

Η ενίσχυση του θεσμού είχε επιχειρηθεί και πάλι το 2018 με αναθεώρηση του νομικού πλαισίου, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα. Μέχρι σήμερα στην πράξη δεν έχει δοθεί η ευκαιρία στον πολίτη να γνωρίσει ουσιαστικά και σε βάθος το θεσμό έτσι ώστε να τον επιλέξει για την επίλυση των διαφορών του.

Η διαμεσολάβηση αποτελεί μια διεθνώς αποδεκτή, αποτελεσματική και ταχεία μέθοδο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών. Προάγει μέσω της συναίνεσης μια νέα νοοτροπία διαλόγου στην κοινωνία, συμβάλλοντας ουσιαστικά στον εκσυγχρονισμό της. Εξίσου σημαντική και η συνεισφορά του θεσμού στην αποφόρτιση των δικαστηρίων αλλά και την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας μέσω της ταχείας, οικονομικής και χωρίς δημοσιότητα επίλυσης διαφορών.

Με τον νέο νόμο επιχειρείται η ενίσχυση του θεσμού και η ουσιαστική ένταξή του στην ελληνική κοινωνία. Οι διατάξεις του νέου νόμου εισάγουν τη διαδικασία της αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίας διαμεσολάβησης σ’ ένα μεγάλο αριθμό υποθέσεων. Πριν δηλαδή την προσφυγή στα δικαστήρια ή ακόμη και μετά από αυτήν αλλά πριν την εκδίκαση της υπόθεσης, τα μέρη της διαφοράς υποχρεούνται να συμμετάσχουν με τους δικηγόρους τους σε μια πρώτη αρχική συνεδρία με διαπιστευμένο Διαμεσολαβητή.

Επιπλέον με το νέο νόμο εισάγεται η υποχρέωση του δικηγόρου έγγραφης ενημέρωσης του εντολέα του για τη δυνατότητα που αυτός έχει για την εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς του μέσω της διαμεσολάβησης πριν την προσφυγή στο δικαστήριο για όλες τις διαφορές που υπάγονται σ’αυτήν.

Οι διατάξεις του νέου νόμου ακολουθούν, σύμφωνα με το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ένα ήδη επιτυχημένο πρότυπο, το οποίο έχει υιοθετηθεί από πολλές ευρωπαϊκές χώρες με κυριότερο παράδειγμα την Ιταλία, όπου πλέον η μία στις πέντε υποθέσεις, μετά την εισαγωγή της υποχρεωτικότητας επιλύεται με διαμεσολάβηση.

Σύμφωνα λοιπόν με τη νέα νομοθεσία, στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης υπάγονται: από τις 15 Ιανουαρίου 2020 οι οικογενειακές διαφορές, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια των παιδιών, ο τόπος διαμονής τους, η επικοινωνία, η διατροφή, η ρύθμιση χρήσης οικογενειακής στέγης, η διανομή περιουσιακών στοιχείων, η ρύθμιση οικονομικών σχέσεων μεταξύ των συζύγων κ.α. Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρούνται οι διαφορές που αφορούν το διαζύγιο, την ακύρωση γάμου, την αναγνώριση ύπαρξης ή ανυπαρξίας γάμου και των διαφορών από τις σχέσεις γονέων και τέκνων (προσβολή πατρότητας κ.λπ.).

Από τις 15 Μαρτίου 2020 υπάγονται σε αρχική υποχρεωτική συνεδρία διαμεσολάβησης οι αστικές και εμπορικές διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και εμπίπτουν στην καθ‘ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου αν η αξία του αντικειμένου υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

Εξαιρούνται ρητά οι υποθέσεις όπου διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, Ο.Τ.Α ή Ν.Π.Δ.Δ.

Τέλος, από τη δημοσίευση του νόμου υπάγονται σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης όλες οι διαφορές για τις οποίες έχει προβλεφθεί και είναι σε ισχύ η ρήτρα διαμεσολάβησης, ο όρος δηλαδή ο οποίος έχει συμπεριληφθεί σε έγγραφες συμφωνίες ώστε σε περίπτωση διαφωνίας τα συμβαλλόμενα μέρη να υποχρεούνται να υπαγάγουν τη διαφορά τους στη διαδικασία της διαμεσολάβησης πριν την προσφυγή στη δικαστική οδό.

Στην αρχική υποχρεωτική συνεδρία διαμεσολάβησης τα μέρη της διαφοράς ενημερώνονται από διαπιστευμένο από το Υπουργείο Δικαιοσύνης διαμεσολαβητή για τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, τις αρχές που τη διέπουν με στόχο να εξετάσουν την πιθανότητα να επιλέξουν την εξωδικαστική αυτή οδό για την επίλυση της διαφοράς τους.

Η επιλογή του διαμεσολαβητή γίνεται από τα ίδια τα μέρη. Σε περίπτωση που δεν υπάρξει συμφωνία στο πρόσωπο του διαμεσολαβητή τότε διορίζεται διαμεσολαβητής από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης. Στην πρώτη αυτή συνεδρία τα μέρη της διαφοράς έχουν τη δυνατότητα να ενημερωθούν για το θεσμό σε μια κοινή συνάντηση. Παρέχεται όμως και η δυνατότητα σε περιπτώσεις μεγάλης έντασης η ενημέρωση των μερών να γίνει από τον διαμεσολαβητή σε ξεχωριστές κατ’ ιδίαν συναντήσεις.

Αν μετά από την πρώτη αυτή συνεδρία τα μέρη επιλέξουν την εξωδικαστική  οδό της διαμεσολάβησης, έχουν την ευκαιρία να καταλήξουν με τη συνδρομή του Διαμεσολαβητή σε μια βιώσιμη, κοινά αποδεκτή λύση μακριά από τις δικαστικές αίθουσες. Στη διαμεσολάβηση τα μέρη συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία, διαπραγματεύονται και καταλήγουν σε μια συμφωνία απολύτως προσαρμοσμένη στις ανάγκες και τα συμφέροντά τους χωρίς νικητές και ηττημένους. Η συμφωνία που θα προκύψει (το πρακτικό διαμεσολάβησης) έχει ισχύ δικαστικής απόφασης ως προς την εκτέλεση με την κατάθεσή του στο Πρωτοδικείο.

Ωστόσο και με το δεδομένο ότι η συμφωνία αυτή αποτυπώνει αποκλειστικά και μόνο τη βούληση των μερών είναι σπάνιες οι φορές που τα μέρη θα καταφύγουν στην αναγκαστική εκτέλεσή της. Σ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας τα μέρη παρίστανται υποχρεωτικά με τους δικηγόρους τους οι οποίοι θα διασφαλίσουν τις νομικές πτυχές της υπόθεσης. Αν τα αντίδικα μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία, έχουν πάντα τη δυνατότητα επιλογής της προσφυγής στο δικαστήριο.

Η ελληνική κοινωνία είναι πλέον ώριμη να υποδεχθεί το θεσμό της διαμεσολάβησης όχι πια ως εναλλακτική αλλά ως μια κύρια επιλογή επίλυσης διαφορών.

Ο νέος θεσμός όχι μόνο συμβάλλει τα μέγιστα στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης και αποφορτίζει τα δικαστήρια αλλά παράλληλα δίνει στον πολίτη που θα τον επιλέξει τη δυνατότητα να πετύχει την επίλυση της διαφοράς του σύντομα, εμπιστευτικά και σε πολύ χαμηλό κόστος.

Ζητούμενο από εδώ και πέρα η ουσιαστική προώθηση και διάχυση του θεσμού στην κοινωνία αλλά και η συμβολή όλων μας στη δημιουργία της κουλτούρας συναίνεσης που απαιτείται να καλλιεργηθεί για την επιτυχία του.

• Η Καλλιόπη Παπαπαύλου – Βαρδέλλη είναι Δικηγόρος, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Γ. Γραμματέας του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου και ιδρυτικό μέλος της Α.Μ.Κ.Ε. «Επίλυσις – Διαμεσολάβηση Ρόδου».