Ένα βιβλίο για τον Άγιο Αμφιλόχιο της Πάτμου

Το νέο βιβλίο του συγγραφέα Νικολάου Γ. Τσιρέβελου, Δρ. Θεολογίας και καθηγητή θεολόγου στο «Βενετόκλειο» – 1ο Γενικό Λύκειο Ρόδου,  έχει τον τίτλο «Ένας πρόδρομος της Ορθόδοξης μαρτυρίας στην οικουμένη. Άγιος Αμφιλόχιος της Πάτμου» (εκδ. Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη 2019, σσ. 172).

Το κυρίως περιεχόμενό του διαρθρώνεται σε έξι κεφάλαια, καθένα από τα οποία αφορά τον Άγιο Αμφιλόχιο της Πάτμου με κεντρικό άξονα την ιεραποστολική δράση του. Σκοπός του συγγράμματος, όπως τον θέτει ο ίδιος ο δημιουργός του στην εισαγωγή, είναι να «αποτελέσει την αφετηρία για την περαιτέρω συστηματική επιστημονική μελέτη της πολυδιάστατης διακονικής προσφοράς του (ενν.: Αγίου Αμφιλοχίου)».

Στο πρώτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας, αρχικά, ασχολείται με την εκπαίδευση που έλαβε ο Άγιος Αμφιλόχιος ως λαϊκός και την κουρά του ως μοναχού στην Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου Πάτμου. Μάλιστα, αναφέρεται στις επιρροές που δέχθηκε τότε από τον πνευματικό πατέρα του, το γέροντα Μακάριο Αντωνιάδη, τον ερημίτη μοναχό Θεόκτιστο Τριανταφύλλου ο οποίος είχε πνευματική συγγένεια με τον πρώτο, καθώς και τον άγιο Νεκτάριο, Επίσκοπο Πενταπόλεως.

Από τον π. Μακάριο χειροθετήθηκε ως μεγαλόσχημος μοναχός, ενώ χειροτονήθηκε διάκονος το 1919 και το ίδιο έτος έγινε πρεσβύτερος. Στη συνέχεια, ο συγγραφέας αναλύει τον ιδιαίτερο ιεραποστολικό και ταυτόχρονα πατριωτικό αγώνα που ανέπτυξε ο άγιος, μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρακάτω, σημειώνει την αξιόλογη ιεραποστολική δράση του ίδιου, κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Αποκορύφωμα αυτής της δραστηριοποίησής του ήταν η διαχείριση του Ορφανοτροφείου της Ρόδου, ενώ στο ως άνω χρονικό διάστημα διακονούσε ως πνευματικός της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και ερχόταν σε επαφή με νέους ανθρώπους, κυρίως, διατηρώντας, παράλληλα, αλληλογραφία με κάθε πνευματικό παιδί του. Επιπλέον, ο Τσιρέβελος πληροφορεί για τη δημιουργία σχέσεων του γέροντα Αμφιλοχίου με μεταγενέστερους μητροπολίτες, ηγουμένους ιερών μονών, πατέρες και πανεπιστημιακούς καθηγητές.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, πραγματεύεται την προετοιμασία που διεξήγε ο Άγιος Αμφιλόχιος για την έναρξη της ιεραποστολικής διακονίας του. Σε πρώτη φάση, ο Γέροντας της Πάτμου αναζήτησε τους ανθρώπους που ήταν κατάλληλοι για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Έτσι, άρχισε να ταξιδεύει σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, όπως την Αθήνα και την Κρήτη. Το κάλεσμά του για ιεραποστολική κινητοποίηση απευθυνόταν σε όλους τους Ορθοδόξους, ανεξάρτητα από την επαγγελματική και κοινωνική θέση τους, κυρίως, όμως, στόχευε τις ψυχές των νεαρών ατόμων. Επίσης, ο συγγραφέας αναφέρει ότι ο Άγιος Αμφιλόχιος προέτρεπε να γίνονται προσπάθειες ιεραποστολικής δράσης σε χώρες του εξωτερικού και διαπιστώνει ότι, κατά αυτόν τον τρόπο, δημιουργήθηκε ένας ισχυρός κύκλος ιεραποστόλων, εντός και εκτός Ελλάδας.   
Το επόμενο κεφάλαιο περιέχει στοιχεία της ιεραποστολικής θεολογίας που έθεσε σε εφαρμογή ο άγιος Αμφιλόχιος. Ο συντάκτης του κειμένου προβάλλει την κλήση του οσίου για ιεραποστολή σε όλες τις ηπείρους της γης, καθώς και τη μέριμνά του για το διαχριστιανικό διάλογο. Επιπροσθέτως, σκιαγραφεί το πρότυπο του ιεραποστόλου, επισημαίνοντας ότι ο άγιος της Πάτμου χρησιμοποιούσε πολλές επιστήμες, συμπεριλαμβανομένων της Θεολογίας και της Παιδαγωγικής, προς εκπλήρωση του σκοπού του.

Στο τέταρτο κεφάλαιο, περιγράφει τη σχέση του μοναχισμού με την ιεραποστολή, κατά τον όσιο πατέρα. Ο άγιος επιδίωξε την οργάνωση του μοναχισμού με στόχο την ανάληψη της ιεραποστολικής διακονίας, πέραν, φυσικά, των κύριων μοναστηριακών καθηκόντων, ενώ επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διακονία των γυναικών μοναχών. Έπειτα, ο συγγραφέας καθιστά σαφές ότι το ιεραποστολικό πλάνο του γέροντα διέθετε ως κατεξοχήν περιοχή αφετηρίας την Πάτμο.   

Στο πέμπτο κεφάλαιο, επεξηγεί το ύφος που χρησιμοποιούσε ο Άγιος Αμφιλόχιος τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό λόγο του. Συγκεκριμένα, τον χαρακτηρίζει ως συνεχιστή του ίδιου του Χριστού, αφού με τα κηρύγματα, τις συζητήσεις και τις επιστολές του, ξεκούραζε και φώτιζε τους ακροατές, συνομιλητές και αναγνώστες του, αντιστοίχως. Εμβαθύνοντας σε αυτήν τη λεπτομέρεια, εστιάζει στη χρήση της δημοτικής γλώσσας με άμεσο και παραβολικό τόνο εκ μέρους του αγίου Αμφιλοχίου σε αρκετές περιπτώσεις. Βέβαια, επισυνάπτει το γεγονός ότι προσάρμοζε το λόγο του, ανάλογα με την περίσταση, πάντα, όμως, είχε διάθεση αγάπης και στοργής προς όλους όσους τον περιστοίχιζαν. Στη συνέχεια, μνημονεύει τα κύρια μοτίβα από τη μυστηριακή ζωή και το μοναχισμό τα οποία λάμβανε υπόψιν του ο άγιος, κατά την αλληλεπίδραση με τον κόσμο, ενώ φανερώνει τη διάθεση ενότητας με όλους τους ανθρώπους.    
 
Στο έκτο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, εξετάζεται η ιεραποστολική διακονία του ιερού πατέρα σε παραπάνω προεκτάσεις της υπόλοιπης ζωής του. Εδώ, ο συγγραφέας τονίζει την εκπόνηση της ιεραποστολικής δραστηριότητας του αγίου σε δυσχερείς πολεμικές συνθήκες, δηλαδή όταν η Πάτμος βρισκόταν υπό ιταλική κατοχή. Επίσης, δίνει έμφαση στην ακατάπαυστη φιλανθρωπική δράση του οσίου, κατά τη διάρκεια όλης αυτής της κρίσιμης περιόδου, ενώ ολοκληρώνει το κεφάλαιο με την καταγραφή των πρωτοβουλιών που επωμίστηκε σε σχέση με την οικολογική ευαισθητοποίηση.
Συμπερασματικά, μπορεί να αναφερθεί ότι ο Νικόλαος Τσιρέβελος επιτυγχάνει το σκοπό της συγγραφής του βιβλίου του, αφού δίνει το στίγμα για την περαιτέρω μελέτη σχετικά με τη διακονία του Αγίου Αμφιλοχίου της Πάτμου.

Γεώργιος Κ. Σκουδρινούδης,
μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του Α. Π. Θ.