Γεωργικά κάλαντα Πρωτοχρονιάς της Βιλανόβας

Γράφει ο Βασίλειος Ζαχαρίου


Ολα τα προπολεμικά χρόνια, αλλά και πολλά χρόνια ύστερα από τον πόλεμο, ο Σύλλογος «Κλεάνθης» κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς, οργάνωνε δύο, τρεις ομάδες που θα έλεγαν τα κάλαντα σ’ όλα τα σπίτια του χωριού.

Κάθε ομάδα είχε τον καλαντιστή της και συνοδευόταν πάντα με ένα ή δύο λαϊκά όργανα.
Κάθε σπίτι ήταν έτοιμο να δεχθεί τους καλαντιστές, έχοντας έτοιμο το δίσκο με τα ποτά και τα γλυκά. Αρχιζαν από νωρίς το βράδυ και τελείωναν τις αυγές.


Τα κάλαντα της Βιλανόβας τότε, σήμερα Παραδείσι, ονομάστηκαν γεωργικά, γιατί είχαν σαν κύριο περιεχόμενο τη γεωργία και τους γεωργούς. Αφού κι ο Χριστός τους πρώτους που χαιρέτησε ήταν οι ζευγολάτες. Το ίδιο κάνει και για τον Αγ. Βασίλειο, τον οποίο αποκαλεί ζευγολάτη.

«Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή του Γεννάρη
Κι αρχή που περιπάτησεν ο Κύριος στον κόσμο
Εβγήκε και χαιρέτησε όλους τους ζευγολάτες
Και πρώτον που χαιρέτησε ήταν Αγιος Βασίλης
Κι από μακριά το χαιρετά κι από μακριά το λέει: 

«Καλώς τα κάμνεις, Βασίλειε, καλό ζευγάρι το ‘χεις»
«Καλόν το λες αφέντη μου καλό κι ευλογημένο
Που με το βλόγησεν ο Θεός κι είναι χαριτωμένο».
Βέβαια, ο καλαντιστής ξεκινούσε τα κάλανα καλησπερίζοντας τον αφέντη του σπιτιού.
Καλήσπερα, καλή σ’ αυγή, καλή σου σπέρα αφέντη.


Απόψε καλή σπέρα σας κι αύριο καλή πορνή σας
Κι εμείς οπού ‘ρταμεν εδώ με το δικό σας θάρρος
Περικαλούμεν σας πολύ και μην το πάρτε βάρος
Γιατί καιρός το διάφερε κι η νύχα το διαφέρει
Που ‘ρταμεν και στ’ αφέντη μας του πολυχρονεμένου
Πού ‘χει τα σπίτια δίπατα κιι αυλές με τα σιτέφια
Κι οι τοίχοι του είν’ με το ψηφί κι οι πόρτες με τον τόρνο
Και τα ψηλοπαράθυρα του τόρνου τορνεμένα».


Στη συνέχεια, αναφέρεται στη γεωργική ζωή του Αγίου Βασιλείου και συνεχίζοντας αρχίζει να επαινεί ένα, ένα τα μέλη της οικογένειας, αρχίζοντας από τον αφέντη.
«Σήκω αφέντη κι άνοιξε, κατέβα απ’ το κλινάρι
Καματερέ και γρήγορε και άξιον παλληκάρι
Εσέν αφέντη μπρέπουσε τα τρία καλά ζευγάρια
Να ζέχνεις και τα πετρωτά να λιείς και τα λιβάδια
Και πάλε ξαναμπρέουσ σε άλλα τρία ζευγάρια
Το μαύρο και το κόκκινο και το στεφανοκέρι.
Το κόκκινο για να ξυπνάς το μαύρο για να σπέρνεις
Και το στεφανοκέρικο για να βαρύσ σαν αλώνει.


......
Αφέντη μας ευγενικέ, πού ‘χεις μεγάλη χάρη
που σ ‘έχουμε στον τόπο μας σαν το λαμπρό φεγγάρι
Εσένα, αφέντη μπρέπει σου η μπούστα το λογάρι
Για να χαρίζεις στα πτωχά, οπού ‘σαι ψυχηκάρης».
Και συνεχίζει ο καλαντάρης τα παινέματα του αφέντη. Υστερα, έχει σειρά η κυρά του Σπιτιού.

«Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά καμαρωμένη.
Με φρονιμάδες κι εμορφιές εσύ ‘σαι στολισμένη
Κυρά βγενιά να αβγενιών, κυρά των τιμημένων.
Πού τίμησες τον άντρα σου κι όλο σου το συγγένιο.
Κι όταν τιμάς τον άντρα σου, τιμά σε η γειτονιά σου
Κι όταν τιμάς τη γειτονιά, τιμά σε ο κόσμος όλος.
Κυρά μαρμαροτράχηλη, κορώνα φορεμένη.


Στου βασιλιά την κάμαρη σ’ έχουν ζωγραφισμένη.
Κι όταν σειστείς και λυϊστείς να πας στην εκκλησιά σου.
Οι στράτες ρόδα γέμισαν από την περπατησιά σου
Σαν είσαι και στην εκκλησιά απ’ όλες πάνω είσαι
Κι όταν σειστείς και λυϊστείς και πας σε παναϋρι
Τρεις μέρες κάνεις να ντυθείς και τέσσερις ν’ αλλάξεις
Βάζεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι
Και του κοράκου το φτερό βάζεις καμαροφρύδι»

Για την κυρά συνεχίζονται τα παινέματα και ακολουθούν τα παινέματα της κόρης.
«Πολλά τ’ είπαμε και της κυράς ας πούμε και της κόρης
Κυρά τη θυγατέρα σου ο Θεός να στη χαρίσει
Κι ο Αγιος Βασίλειος να στην πολυχρονήσει
Κυρά τη θυγατέρα σου που δεν έχει ιστορία
Ούτε στην Πόλη βρίσκεται ούτε στη Βενετία

.........

Κυρά τη θυγατέρα γραμματικός τη θέλει
Κι αν είναι και γραμματικός πολλά προυκιά γυρεύει
Γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με τα στάχυα
Γυρεύει και τη Βενετιά, μ’ όλα της τα παλάτια
Προξενητάδες έρχονται από τη Βαβυλώνα
Να πάρουνε την κόρη σας πολύ μακριά στα ξένα»


Αφού συνεχιστούν τα παινέματα της κόρης σειρά έχουν οι γιοι.
«Κυρά μου απού ‘χεις τους υιούς ο Θεός να στους χαρίσει
Κι ο Αγιος Βασίλειος να στους πολυχρονίσει
Κυρά μου τον υιούκασ σου, τον πιο μικρότερό σου
Που πλένεις και χτενίζεις το στην εκκλησιά τον πάεις
Ο δάσκαλος τον έβαλε για να καλοναρκήσει
Κι έπεσεν του το κερί κι έκοψεν τ’ οκταήχι
Τον έδερεν ο δάσκαλος με τη χρυσή του βέργα
Ως κι η κυρά δασκάλισσα με δυο κλωνιά το μόσχο
Κι ελέρωσεν τα ρούχα του τα χρυσοκεντημένα
Απού της το κεντήσανε οι τρεις βασιλοπούλες
Η μια ήταν του Πρίγκηπα κι η άλλη του Βεζύρη
Κι η τρίτη η μικρότερη ήταν του Βασιλέα»


Εδώ ο καλαντιστής ξέρει το σπίτι που πάει, τι γιους έχει κι ανάλογα είναι τα παινέματα. Άλλα γι’ αυτόν που ασχολείται με τα γράμματα, κι άλλα γι’ αυτόν που είναι έτοιμος για γάμο.
Αφού τελειώσουν τα παινέματα ο καλαντιστής λέει στην κυρά

«Σήκω κυρά μου κι’ άνοιξε, κατέβα από το κλινάρι
Και βάλε μόδι κ κάστανα και μόδι λεπτοκάρι
Πιάσε ποτήρια αργυρά και φουρφουρένια πιάτα
Και φέρε και το δίσκο σου γλυκίσματα γεμάτο.»

Για τον αφέντη
«Σήκω αφέντη κι άνοιξε κατέβα απ’ το κλινάρι
Και βάλε και τα ρούχα σου, εψέ και το λιχνάρι
Και δε πανώ και δε κατώ ό,τι θα μας πληρώσεις.»
Συνεχίζοντας τις απαιτήσεις τους από τον αφέντη, μπαίνουν στον επίλογο των καλάντων.
«Κι εδώ που καλαντίσαμε πέτρα να μη ραϊσει
Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει
Να ζήσει χρόνια εκατό και να τα αποπεράσει
Κι απού τα εκατό κι εκεί ν’ ασπρίσει να γεράσει

....

Κι αν αρνείται με το θέλημα χρυσή μου περιστέρα
Ανοίξατε την πόρτα σας να πούμε Καλή σπέρα
Και εις έτη πολλά».