Οι Ιταλοί κατακτητές μας λεηλατούσαν αλλά επένδυαν στη Ρόδο

Αν δεν γνωρίζεις όλες τις γεωστρατηγικές παραμέτρους της εποχής της Ιταλοκρατίας, δεν μπορείς να αξιολογήσεις και τα επιμέρους γεγονότα και γι αυτό λες άλλα αντί άλλων.

Αυτό κάνουμε οι περισσότεροι, μιλώντας γενικά καταδικάζοντας ή υπερθεματίζοντας, τους Ιταλούς και ό,τι έκαναν στη Δωδεκάνησο  ενώ ούτε το ένα ούτε το άλλο, είναι σωστό. Σ΄ αυτή την τρίτη και τελευταία ενότητα όπου καταθέτει τις πολύτιμες γνώσεις του ο Νίκος Φαρμακίδης, ρίχνουμε φως σε πολιτικές που στόχο  είχαν τη διείσδυση της Ιταλίας στην Ανατολή μέσω Ρόδου αλλά ως αποτέλεσμα είχαν και μία Ρόδο με προοπτική και εμβέλεια πανμεσογειακή.

Η Απελευθέρωση στη συνέχεια, είχε ως αποτέλεσμα τον παραγκωνισμό της Ρόδου και την υποβάθμισή της. Πάνω στο Λατινικό χαρακτήρα αντί να αναδείξουμε τον Ελληνικό χαρακτήρα της πόλης κάναμε ένα σάτρα – πάτρα.  

Η συνέντευξη με τον κύριο Φαρμακίδη έχει ως εξής:

Μιλώντας για την τελευταία περίοδο της Ιταλικής κατοχής στη Δωδεκάνησο, πρέπει να επισημάνουμε το βασικότερο θέμα:   ποιος έδινε τα χρήματα για να γίνει η Ρόδος αυτό που έγινε στην Ιταλοκρατία;

«Ο Λάγκο, σε γράμμα του προς τον Υπουργό Ciano, του επεσήμανε ότι μόνο το 8% των χρημάτων προέρχονταν από κεντρικούς πόρους (από την Ιταλική Κυβέρνηση), ενώ το 92% προερχόταν από τους φόρους που πλήρωνε ο πληθυσμός (οι Δωδεκανήσιοι).

O Λάγκο επίσης διευκρινίζει ότι, τα γρήγορα επιτεύγματα που επιτεύχθηκαν από την Ιταλική διοίκηση στο Αιγαίο, βασίστηκαν στη δυνατότητα των Ιταλών διοικητών να επενδύσουν κυρίως από τους φόρους που κατέβαλαν οι κάτοικοι, σε «έκτακτες» δαπάνες σχετικές με το διοικητικό μηχανισμό και τις δημόσιες υπηρεσίες, έξοδα, τα οποία, θεωρητικά, θα έπρεπε να είχαν χρηματοδοτηθεί επισήμως μόνο από μητροπολιτικούς πόρους. Αυτό επιτεύχθηκε με λογιστικές «τακτοποιήσεις», κάτι που δεν θα ήταν δυνατόν αν τα οικονομικά ελέγχονταν από τις αρμόδιες αρχές. Με λίγα λόγια την πολιτική αυτή την πλήρωναν παράνομα οι κάτοικοι της Δωδεκανήσου.

Τι ανησυχεί την Ιταλία και ποιοι είναι οι λόγοι που σκληραίνει την πολιτική της στα νησιά,  και στοχεύει στην Ιταλοποίηση, των ντόπιων;
Οι γεωστρατηγικοί συσχετισμοί αλλάζουν στη Μεσόγειο. Η Ιταλία γίνεται Αυτοκρατορία στις 9 Μαΐου 1936. Από το 1934, η Τουρκία σκοπεύει να συνεργαστεί, όλο και πιο στενά, με τη Μεγάλη Βρετανία και, αργότερα, με τη Γαλλία, και επομένως βρίσκεται απέναντι στην Τουρκία. Γι αυτό ο Μουσολίνι, βλέπει ότι η Ιταλία πρέπει να είναι έτοιμη για ένα μεγάλο πόλεμο στη Μεσόγειο. Οι πολιτικές στη Δωδεκάνησο πρέπει επομένως να αλλάξουν. Έτσι, στις 2.12.1936 ανατίθεται η διοίκηση των νησιών στο Ντε Βέκκι, στον οποίο συγκεντρώνονται η πολιτική και η στρατιωτική ηγεσία. Εκείνη την περίοδο οι πληθυσμοί της Δωδεκανήσου χαρακτηρίζονταν απ΄ όλους ως "πληθυσμοί που δεν έχουν ακόμη αφομοιωθεί και είναι ευάλωτοι στο να δεχθούν την προπαγάνδα του εχθρού". Επομένως, εκτός από την οδηγία για την ολοκλήρωση της στρατιωτικοποίησης του Αρχιπελάγους, ανατέθηκε στο Ντε Βέκκι και η πλήρης Ιταλοποίηση των κατοίκων της.

Γι’ αυτό μετανάστευαν τότε οι ντόπιοι;
Η «ελπίδα για την αντικατάσταση των πληθυσμών», με Ιταλούς εποίκους, η οποία αποτελούσε τη βάση της δημογραφικής πολιτικής του Λάγκο, στην πραγματικότητα αποδείχθηκε «παραπλανητική», «αβάσιμη» και αντιπαραγωγική. Τώρα πια η πολιτική τους ήταν να μειώσουν τον ελληνικό πληθυσμό και να αυξήσουν τους Ιταλούς εποίκους. Ξεκίνησαν να πριμοδοτούν τις μεταναστεύσεις. Εκείνη την περίοδο, για παράδειγμα, ήρθε πλοίο από τη Μασσαλία της Γαλλίας, και πήρε εκατοντάδες Συμιακούς στη Γαλλία. Από το 1919-20 έως το 1940 χιλιάδες Δωδεκανήσιοι μετανάστευσαν στην Αμερική, τη Γαλλία και την Αίγυπτο.

Όσους παρέμεναν εδώ τους δυσκόλευαν  στο να βρουν δουλειές βάζοντάς τους όρους όπως για παράδειγμα την υπηκοότητα και για να ισχύουν τα πτυχία τους αν ήταν δικηγόροι, γιατροί, φαρμακοποιοί και άλλοι, έπρεπε να φοιτήσουν για δυό-τρία χρόνια στο πανεπιστήμιο της Πίζας, ουσιαστικά για να τους κάνουν προσηλυτισμό.  Ο Ντε Βέκκι, σε γράμμα στον Ciano (υπουργό εξωτερικών), το 1937 καυχιέται για τα επιτεύγματά του: «Από το 1912 ο πληθυσμός των νησιών μειώθηκε από 160.000 σε 110.000 κατοίκους, με μια μείωση 18.000 κατά τη τελευταία πενταετία (1932 – 1937)».

Συμπληρώνει όμως ότι θα ήταν «αναγκαίο σε σύντομο χρονικό διάστημα», οι ντόπιοι πληθυσμοί να γίνουν «Ιταλοί στο πνεύμα, στην κουλτούρα, στο συναίσθημα, στα συμφέροντα», κι ότι αυτό «γίνεται μόνο για στενούς στρατιωτικούς λόγους σε έναν τέτοιο πυλώνα, για τη διείσδυση της Ιταλίας στην Ανατολική Μεσόγειο».

Μέχρι την αρχιτεκτονική των κτηρίων άλλαξαν! Πιο λιτά, πιο φασιστικά!
Ο Ντε Βέκκι, αλλάζοντας πολιτική άλλαξε αρχιτεκτονική και πολεοδομία. Αποφάσισε να αφαιρέσει όλα τα ίχνη των «ανατολικών αρχιτεκτονικών» από τα κτίρια που κατασκεύασε ο προκάτοχός του και να εντυπωσιάσει με τις Ρωμαϊκές και φασιστικές αρχιτεκτονικές, θυμίζοντας ιδανικά την περίοδο των Ιπποτών, με μεγάλη χρήση από τοπική πέτρα (πωρόλιθο).

Υπήρχε και πρόβλεψη για την προώθηση του τουριστικού προϊόντος της Ρόδου, μου είπατε! Οι Ιταλοί ήθελαν να δώσουν ώθηση στον τουρισμό!
Υπήρχε ολοκληρωμένος σχεδιασμός των Ιταλών για το τουριστικό προϊόν της Ρόδου που ξεκίνησε επί Μάριο Λάγκο και ο Ντε Βέκκι, αποφάσισε ότι ο τουρισμός είναι η μοναδική οικονομική διέξοδος της Ρόδου. Άλλωστε το εμπόριο για τη Ρόδο είχε τελειώσει αφού έχασε όλα τα λιμάνια της Ανατολίας (παράλια), της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής. Έτσι το 1936 επεμβαίνει στο σχέδιο πόλης του 1926, που από το 1939 με τροποποιήσεις θα οδηγήσει στην κατάρτιση ενός νέου το 1942 με μεγαλύτερη εκμετάλλευση του αστικού χώρου, προβλέποντας για τη Ρόδο ένα πιο ξεκάθαρο τουριστικό μέλλον.

Το σχέδιο αυτό θα εφαρμοστεί μόνο εν μέρει στη νέα πόλη, αφήνοντας ακόμη ανέπαφη την εντός των τειχών πόλη. Οι σχεδιασμοί, υποχρεωτικά πλέον ακολουθούν τους ρατσιστικούς νόμους που επιβλήθηκαν το 1938. Με μια σειρά από διατάγματα του Ντε Βέκκι επιβάλλονται κάποιες επί μέρους παρεμβάσεις. Το 1936 παραχωρείται λιμενική ζώνη για την φορτοεκφόρτωση καυσίμων στη περιοχή που σήμερα ονομάζουμε Ζέφυρος. Το1939 απαλλοτριώνονται ακίνητα για τη κατασκευή αποθηκών τροφίμων υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ιταλίας (Coloniale). Οι νέες καταστάσεις, στα πρόθυρα πολέμων έθεταν νέες συγκεκριμένες ανάγκες και πολιτικές.

Ισχύει ότι ο Ντε Βέκκι, χρησιμοποιούσε και το Καστέλο, ως κατοικία του;
Έχοντας στόχο την αυτοκρατορική του προβολή θέλει να αποκαταστήσει το Καστέλο και βεβαίως το χρησιμοποιεί ως κατοικία του και αυτό. Με διατάγματα, απαλλοτριώνει τα ακίνητα στην περιοχή του Καστέλο.

Ωστόσο ο Ντε Βέκκι κατοικεί σε τέσσερα σημεία: Στη Ροδιακή Έπαυλη, στο Καστέλο, στο Πρεβεντόριο που όπως έχουμε πει ήταν το Παραδείσι, στα κτίρια αριστερά πριν το αεροδρόμιο που ανήκουν στο Υπουργείο Γεωργίας και σήμερα ερημώνουν,. Και επειδή αυτή η κατοικία ήταν μικρή για εκείνον έφτιαξε μεγαλύτερη εξοχική κατοικία στον Προφήτη Ηλία η οποία επίσης ερημώνει.

Το 1937, απαλλοτριώνει το ακίνητο που σήμερα ονομάζουμε Νομαρχιακή Έπαυλη (Πανορθόδοξο, στην οδό Πίνδου και Παύλου Μελά γωνία), για να κατοικήσει ο Γενικός Γραμματέας της Διοίκησης.  

Το 1940 δημιουργείται φορέας για τη κατασκευή κατοικιών για υπαλλήλους και εργάτες που προέρχονται από την Ιταλία. Ο φορέας αυτός θα καταργηθεί λόγω του πολέμου και οι διαδικασίες αναλαμβάνονται από την ίδια τη Διοίκηση. Το 1940 απαλλοτριώνεται η έκταση για τη δημιουργία του Φυτωρίου, που βρίσκεται και σήμερα στην περιοχή κοντά στα Κοσκινού. Το 1940, απαλλοτριώνονται και ακίνητα για την επέκταση της Καζέρμα Ρεγγίνα (σήμερα Πανεπιστήμιο). Το 1939 και το 1940 καταλαμβάνονται τα ακίνητα για την κατασκευή στρατώνων, σημερινή Αεροπορία και το σημερινό συγκρότημα του Βενετοκλείου Γυμνασίου.

Αισθάνονται απειλή όμως οι Ιταλοί, τους ζώνουν τα φίδια και φέρνουν συνεχώς στρατό. Ποια είναι η απειλή, η Τουρκία;
Ακριβώς. Λόγω του ότι από το 1934 η Άγκυρα ετοιμάζεται να υπογράψει σύμφωνο συμμαχίας και αμοιβαίας συνδρομής με την Αγγλία και τη Γαλλία, το 1936 η Πολεμική Αεροπορία της Ιταλίας θα λάβει ένα σημαντικό δάνειο που θα επιτρέψει την κατασκευή τριών νέων αεροπορικών βάσεων στη Ρόδο: στα Μαριτσά, στην Κάλαθο και στην Καταβιά, οι οποίες θα προστεθούν σε αυτήν της Λέρου. Τον Νοέμβριο του 1936, συνήχθην το συμπέρασμα ότι η άμυνα της Λέρου και της Ρόδου ήταν εγγυημένη «σε κάθε περίπτωση», δηλαδή έπρεπε να κρατηθεί "με κάθε κόστος".

Πόσοι ήταν αρχικά οι Ιταλοί στρατιώτες στη Δωδεκάνησο και πόσοι έφτασαν να είναι το 1940;
Από το καλοκαίρι του 1935 άρχισαν εκτεταμένες εργασίες οχύρωσης και οι άνδρες του Στρατού ανήλθαν σε 1.500. Θα φτάσουν το 1937 τους 3.600, το 1938 τους 5.000 και τον Οκτώβριο του 1939 τους 20.000. Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε το Βρετανικό γραφείο πολέμου, τον επόμενο Ιούλιο, μετά την είσοδο στον πόλεμο της Ιταλίας, τα νησιά φυλάγονταν από 45.000 στρατιώτες. Η Ρόδος γεμίζει στρατώνες.

Ήταν τότε όμως που ο Ντε Βέκκι έφυγε, προφασιζόμενος «ανάγκες στην Ιταλία» όπου ήταν ένας από τους τέσσερις στην ιεραρχία!
Αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου, δηλαδή στις 10.12.1940, ο Ντε Βέκκι φεύγει από τη Δωδεκάνησο, κατ’ αρχήν ανεπίσημα. Την θέση θα πάρει τελικά ο Ναύαρχος Inigo Campioni στις 22 Ιουλίου 1941. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Campioni, με το Διάταγμα αρ. 471 του 1942 ενεργοποιεί ένα Νέο Σχέδιο Πόλης, μετά από τις αλλαγές που έκανε ο Ντε Βέκκι, στο αρχικό. Η λογική είναι: να δείξουν ότι η Ιταλία μένει στα νησιά.

Και παρά τις ιαχές του πολέμου, οι διορθωτικές κινήσεις συνεχίζονται στο πλαίσιο της ανάπτυξης της πόλης.
Το Σχέδιο Πόλης του 1942, θεωρώντας ότι θα κάνει σύγχρονη την πόλη της Ρόδου, απαρνείται τη δέσμευση του Di Fausto να μην τροποποιήσει την εντός των τειχών πόλη και τις γειτονιές, με στόχο να διώξει τις εθνοτικές ομάδες. Προβλέπει ανάπτυξη και επέκταση της πόλης στα Μαράσια: του Αγίου Ιωάννη και της Αγίας Αναστασίας. Το νέο οδικό δίκτυο, είναι πιο πυκνό και ακολουθεί το υπάρχον με πιο κάθετο τρόπο, συμφωνώντας εν μέρει, με του Ιππόδαμου.

Αυτό το Σχέδιο πρέπει να το δούμε υπό το πρίσμα του κλίματος «revisionista», που από το 1938 θα γίνεται η επεξεργασία όλων των σχεδίων πόλης της Αυτοκρατορίας, ως συνέπεια των ρατσιστικών νόμων. Με αυτή τη λογική όλα αλλάζουν γιατί όλα πρέπει να εναρμονιστούν στην νέα πραγματικότητα. Η περιοχή Νιοχώρι, και το διοικητικό κέντρο, λόγω των νέων δρόμων που δεν το αποφεύγουν, υποβάλλεται σε ριζική αλλαγή. Το 1942 απαλλοτριώνεται ακίνητο για κατασκευή σταθμού αστυνομίας στον Αγ. Ιωάννη (Β Αστυνομικό Τμήμα που σήμερα είναι σχολείο), αφού στη συνοικία αυτή μένουν πια πολλοί Ιταλοί (εργατικές κατοικίες, κατοικίες αξιωματικών και στρατώνες).

Η πρόταση σχετικά με την εντός των τειχών πόλη περιλαμβάνει μια σειρά από  «παρεμβάσεις εξωραϊσμού», όπως λέγονται, που θα είναι μοιραίες για την τροποποίηση του ιστού και του χαρακτήρα της μεσαιωνικής πόλης. Στις μη αναπτυγμένες περιοχές έχουν προγραμματιστεί νέα οικοδομικά τετράγωνα. Η πρόβλεψη κατασκευής δρόμου, περιμετρικά εντός των τειχών, ανταποκρίνεται στον καθαρισμό και εσωτερικά των τειχών από πρόσθετα κτίσματα της Τουρκοκρατίας.

Τον Μάιο του 1944 η Ρόδος υπέστη σοβαρούς βομβαρδισμούς, από τους Άγγλους, στην περιοχή του λιμανιού, με σημαντικές ζημιές στα τείχη και στα κτίρια εντός των τειχών, κυρίως στην Εβραϊκή συνοικία. Αυτοί οι βομβαρδισμοί διευκόλυναν την εφαρμογή του Σχεδίου Πόλης του 1942, αλλά η σημαντική μείωση του πληθυσμού εντός των τειχών, λόγω των διωγμών της εβραϊκής κοινότητας και της μεταφοράς της τουρκικής κοινότητας σε άλλες περιοχές του νησιού, ενώ θα διευκόλυνε την Διοίκηση,  βρισκόμενη στο τέλος της κατοχής, αποφεύγει να το εφαρμόσει. Έτσι όλα αναβάλλονται.

Φτάνουμε στην ελληνική περίοδο όπου μετά την Απελευθέρωση αντί η Ρόδος να βελτιώνεται και να αναπτύσσεται, με βάση την υποδομή που άφησαν οι Ιταλοί, κακοποιείται, τελικά!  
Η Ελληνική Κυβέρνηση με το 6.3.50 διάταγμα, επικυρώνει εν πολλοίς το Σχέδιο Πόλης του 1942. Από τότε, χωρίς κανένα σοβαρό σχεδιασμό, τροποποιείται αυτό το «σχέδιο» συνεχώς. Επιπλέον, η Ρόδος θα χάσει και την αρχιτεκτονική ιδιαιτερότητα της που δημιούργησαν οι Ιταλοί όλα αυτά τα χρόνια και θα εξελιχθεί σε μια ανώνυμη πόλη.

Μια κακόγουστη συνοικία των Αθηνών. Η Ρόδος χάνει επίσης τον μεγαλεπήβολο προσανατολισμό της και καταντά τη δεκαετία του 1950, μια μικρή περιφερειακή πόλη. Αργότερα όμως που αναπτύσσεται ώστε σήμερα να έχει γίνει μια μεγάλη τουριστική πόλη, οι τροποποιήσεις που έγιναν δημιουργούν μόνο προβλήματα. Αυτός o αλλόκοτος νέος σχεδιασμός «επεκτείνεται» και στην Παλιά Πόλη (ΦΕΚ 148/Δ/23.12.1961).

Αυτή η «επέκταση» δείχνει την άγνοια των «σχεδιαστών», οι οποίοι δεν «γνωρίζουν» την πόλη για την οποία το έκαναν. Η για πρώτη φορά επιβολή «Σχεδίου Πόλης» σε μια πόλη 2.500 χρόνων, δηλαδή ενός κοσμήματος που πρέπει να το κοιτάμε χιλιοστό με το χιλιοστό, μπροστά και πίσω, δεξιά και αριστερά και κάθε φορά να το θαυμάζουμε, χωρίς βέβαια να το απαξιώνουμε ως πόλη που κατοικείται, δείχνει ότι αυτοί που βάλθηκαν να μας σχεδιάσουν, βρίσκονται εκτός πραγματικότητας.

Σίγουρα χρειάζεται ενός άλλου είδους σχεδιασμό, που δεν είναι όμως δρόμοι, οικοδομικά τετράγωνα και συντελεστές δόμησης. Χρειάζεται δηλαδή ένας σχεδιασμός διαχείρισης της Παλιάς Πόλης και ένας Ειδικός Οικοδομικός Κανονισμός. Η ένταξή της σε καθεστώς Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Αλήθεια, τα κάστρα τι συντελεστή δόμησης έχουν; Από ποιο ιδεατό στερεό πρέπει να περιβάλλονται; Μήπως όλα τα κτίρια θα πρέπει να τα εντάξουμε στους νόμους περί αυθαιρέτων;

Η Ρόδος έχει ανάγκη από ένα εξειδικευμένο σχεδιασμό, διότι γενικότερα είναι μια πόλη που δεν έχει πάψει να είναι παγκόσμιας σπουδαιότητας και να παίζει ένα βασικό ρόλο στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της Μεσογείου. Δεν είναι όμως τυχερή πια και έτσι έχει φτάσει στο κατώτερο δυνατό σημείο της υποβάθμισής της. Η ευκαιρία που είχαμε να την σχεδιάσουμε για εμάς του Έλληνες, μάλλον έχει χαθεί και εμείς απλά ομφαλοσκοπούμε.