Είναι ορθή η προσφυγή μας στη Χάγη για τις διαχρονικές διαφορές μας με την Τουρκία;

Γράφει και παρουσιάζει ο  Κυριάκος Ι. Φίνας

 

Στην Αθηναϊκή απογευματινή εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» στις 18.2.2020, σελ. 6, δημοσιεύθηκε επίκαιρο και μεγάλης σημασίας για την Ελλάδα άρθρο του πρώην υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και πεπειραμένου Οικονομολόγου κ. Ανδρέα Ανδριανόπουλου.

Στο εν λόγω άρθρο ο κ. Ανδριανόπουλος εκφράζει τις θεμελιωμένες, κατά τη γνώμη μας, απόψεις του γύρω από τη συζητούμενη τις τελευταίες ημέρες προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, με συνυπογραφή του αιτήματος και από τις δύο πλευρές (Ελλάδα και Τουρκία).

Αν και δεν διαθέτω αρκετές νομικές γνώσεις για ένα τέτοιο διεθνές θέμα, εν τούτοις τα αναγραφόμενα στον καθημερινό Αθηναϊκό τύπο στην από κοινού προσφυγή με την Τουρκία δεν με ενθουσιάζουν, στηριζόμενος επιπλέον και στα συνεχή προβλήματα που επί 70ετία και πλέον μάς δημιουργεί η γειτονική Τουρκία. Ως εκ τούτου, το θέμα απαιτεί μεγάλη προσοχή.

Ο κ. Ανδριανόπουλος στο προαναφερθέν άρθρο στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» της 18ης Φεβρουαρίου 2020 «διαφωνεί ριζικά με την από κοινού δικαιολογία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης».

Στη συνέχεια παρατίθεται το δημοσιευθέν άρθρο του κ. Ανδρέα Ανδριανόπουλου: 
«Αρχίζει να φουντώνει η συζήτηση ανάμεσα στους οπαδούς του «δεν κάνουμε τίποτα κι όπου μας βγάλει» και τους θιασώτες της προσφυγής στη Χάγη για τις διαφορές μας με την Τουρκία. Κι όπως συνηθίζεται στην Ελλάδα, οι σχετικές απόψεις συνοδεύονται από ισχυρισμούς για «μειοδότες» προς τους μεν κι «αιθεροβάμονες Τουρκοφάγους» προς τους δε. Μια νηφάλια αντιμετώπιση του θέματος ίσως ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα.

Η προσφυγή στη Χάγη προϋποθέτει την υπογραφή συνυποσχετικού από τις δύο χώρες, που αναγκαστικά θα περιλαμβάνει τα επίδικα ζητήματα που αξιολογούν πως υπάρχουν και οι δύο χώρες. Ούτως ώστε εγγράφως να δεσμευτούν για την εφαρμογή της απόφασης και οι δύο. Το συνυποσχετικό είναι σαν διεθνής σύμβαση και θα πρέπει να ψηφισθεί από τα δύο Κοινοβούλια.

Στη διαδικασία αυτή δεν χωρούν ισχυρισμοί του είδους: «Εμείς αναγνωρίζουμε πως υπάρχει μία μόνο διαφορά». Υποτίθεται πως κινούμεθα με βάση το διεθνές δίκαιο που μας δικαιώνει απόλυτα. Ποιος είναι ο φόβος μας λοιπόν όταν θα κληθεί να αποφασίσει το εγκυρότερο στην υφήλιο σώμα για τα θέματα αυτά;  Αν εκτιμούμε πως κάπου δεν έχουμε το δίκαιο με το μέρος μας, δεν θα είναι μάλλον καλό αυτό να αποκαλυφθεί;

Εάν πάλι εκτιμούμε πως το Διεθνές Δικαστήριο αποφασίζει με βάση σκοπιμότητες και ισορροπίες κι αν ο αντίδικός μας, βάζοντας πολλά θέματα, κάπου θα πάρει και θετικές αποφάσεις, τότε να φροντίσουμε να θέσουμε κι εμείς κι άλλα ζητήματα (λ.χ. περιουσίες και δικαιώματα διωχθέντων από την Τουρκία, στρατιωτικές δυνάμεις κοντά στα παράλια, την Ιμβρο και Τένεδο κ.λπ.).

Στην περίπτωση του «δεν κάνουμε τίποτα» λειτουργεί κυνικά η αισιοδοξία πως ο χρόνος θα κυλήσει υπέρ των συμφερόντων μας! Είναι όμως έτσι; Η επιθετικότητα της εξωτερικής πολιτικής της Αγκυρας και η στροφή της τελευταίας στα λεγόμενα «power politics» δείχνει να της προσφέρει σημαντικά γεωπολιτικά πλεονεκτήματα. Πολλοί φραστικά την καταδικάζουν αλλά στην πράξη στηρίζουν τις επιλογές της. Κι εκφάζουν ηθική συμπαράσταση όταν υφίσταται απώλειες.

Όπως τελευταία στο Ιντλίμπ. Κορυφώνει επίσης τις προκλήσεις της, με εμάς απλά να φωνάζουμε διαμαρτυρόμενοι. Στην πράξη όμως οι θέσεις της προωθούνται. Διεκδικεί νησιά και δημιουργεί γκρίζες ζώνες. Εμείς αρνούμεθα να αναγνωρίσουμε πως υπάρχει ζήτημα. Δεν μπορούμε όμως έτσι πρακτικά να χρησιμοποιήσουμε εθνικά εδάφη. Μπορούν, ακόμη και για περίπατο, να πάνε έλληνες αξιωματούχοι σε αμφισβητούμενα νησιά; Δεν μιλάω βέβαια για έργα υποδομής ή οικιστικές εγκαταστάσεις!

Aν κάποιος διεκδικήσει μέρος του σπιτιού σας κι εσείς δεν μπορείτε πλέον να το χρησιμοποιείτε (π.χ. τα Ιμια), η διαφορά είναι «μονομερής»; Και πώς λύνεται; Δεν πάτε στα δικαστήρια;

Ή συνεχίζετε, σαν να μη συμβαίνει τίποτε, επειδή «δεν το αναγνωρίζετε σαν πρόβλημα»; Εγκαθίσταται ο άλλος στο σαλόνι σας κι εσείς δεν μπορείτε να το χρησιμοποιήσετε. Επιμένετε όμως πως είναι δικό σας, επειδή δεν τον κοιτάτε».