Η κυβερνητική επιστημονική επιτροπή για μία εναλλακτική αναπτυξιακή οικονομική πολιτική

Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος


Μία ισχυρή επιστημονική ομάδα οικονομολόγων, αποτελεί τη δημιουργία  μιας εθνικής επιτροπής, η οποία θα  σχεδιάσει την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδος («Το ΒΗΜΑ», 19/1/2020, της ΖΩΗΣ ΤΣΩΛΗΣ).

Η επιτροπή  απαρτίζεται από 15 διακεκριμένους επιστήμονες οικονομολόγους που θα καθορίζει τους άξονες στους οποίους θα πρέπει να στραφεί η οικονομία της χώρας μας, καθώς και οι τολμηρές διαρθρωτικές αλλαγές που θα πρέπει να γίνουν, είτε σε αυτό που λέγεται «εξωστρέφεια» είτε σε αυτό που λέγεται «οικονομία της γνώσης» ενώ, παράλληλα, θα δίνει βαρύτητα σε νέες βάσεις, τόσο στον πρωτογενή τομέα (αγροτική παραγωγή) όσο και στο δευτερογενή τομέα (βιομηχανία- μεταποίηση), καθώς θεωρείται αδύνατο  μια αναμενόμενη ισχυρή ανάπτυξη της χώρας μας να βασίζεται κυρίως στον Τουρισμό, που θεωρείται υψηλού ρίσκου, και στα Ακίνητα.

Η επιστημονική επιτροπή αποτελείται από οικονομολόγους που συνδυάζουν επιστημονική εξειδίκευση, διεθνή καταξίωση, γνώση της αγοράς και εμπειρία σε θέματα σχεδιασμού οικονομικής πολιτικής, ώστε να συνδράμουν στο σχεδιασμό για τις κατάλληλες επενδύσεις και,παράλληλα,για να αξιοποιηθούν όλα τα πλεονεκτήματα που έχουμε ως χώρα.

 Η επιτροπή  απαρτίζεται από τον νομπελίστα Κύπριο οικονομολόγο Χρυσόστομο Πισσαρίδη, καθηγητή Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της  Κύπρου, με αναπληρωτή  τον Νίκο Βέττα, καθηγητή, γενικό διευθυντή  του Ινστιτούτου Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ).

Μέλη της επιτροπής με συντονιστικό ρόλο είναι ο Δημήτρης Βαγιανός, καθηγητής στο LSE και ο Κωνσταντίνος Μεγήρ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο  Yale, ενώ συμβουλευτικό ρόλο έχουν  ο Κυριάκος Ανδρέου, καθηγητής στο Advisory Leader-PwC, ο Κωνσταντίνος  Αρκολάκης, καθηγητής στο Yale, o Μανόλης Γαλενιανός, καθηγητής στο  London Holloway, o Χρήστος Γκενάκος, καθηγητής  στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Cambridge, o Svetoslav Danchev του  ΙΟΒΕ, ο Αρίστος Δοξιάδης (Big PI Ventures), ο Νίκος Καραμούζης, πρόεδρος- Grant Thomton, η  Φοίβη Κουντούρη, του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Αλέξανδρος Κρητικός (DIW), η Δάφνη Νικολίτσα, του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο Διομήδης Σπινέλλης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, και ο Πάνος Τσακλόγλου, του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σκοπός, όπως προαναφέραμε, της επιστημονικής επιτροπής είναι να καθοριστούν οι άξονες στους οποίους πρέπει να στραφεί η οικονομία, καθώς και οι διαρθρωτικές αλλαγές που θα πρέπει να γίνουν, με στόχο την ανάπτυξη της Ελλάδος.

Μετά από τα τρία τελευταία χρόνια μιας ήπιας ανάπτυξης, με την αύξηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) να κυμαίνεται μεταξύ του 1-2%,  εμφανίζονται τα πρώτα ποιοτικά ελπιδοφόρα σημάδια ανάκαμψης, τα οποία συντείνουν στην ανάγκη για βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και για τη δημιουργία ενός σταθερού οικονομικού και πολιτικού πλαισίου, που θα ευνοεί το επενδυτικό κλίμα, καταρρίπτοντας εν μέρει τα εμπόδια και τις παθογένειες του πολιτικο-οικονομικού συστήματος της χώρας μας.

Ωστόσο, για να αλλάξει το οικονομικό περιβάλλον στη χώρα μας, προωθούνται από την κυβέρνηση οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, όπως η πάταξη της γραφειοκρατίας, κυρίως μέσω της ψηφιοποίησης των υπηρεσιών του δημοσίου, η μείωση των εισφορών στους μισθωτούς και τις επιχειρήσεις, η επίσπευση της απονομής δικαιοσύνης, ένα πιο σταθερό φορολογικό πλαίσιο με επενδυτικά φορολογικά κίνητρα για τις μεγάλες παραγωγικές επενδύσεις, κ.ά.

Ήδη, τα πρώτα φορολογικά «δώρα» τα έχουν λάβει οι επιχειρηματίες, με τη μείωση του φορολογικού συντελεστή μερισμάτων στο 10% από το 15%, και με τη μείωση του φορολογικού συντελεστή κερδών από το 28%  στο 20%. Αυτά τα οφέλη θα πρέπει να επενδυθούν στις εταιρείες, οι οποίες με τη σειρά τους θα πρέπει να συνδράμουν στην πρόσληψη νέων εργαζομένων με αξιοπρεπείς απολαβές.

Βέβαια, δεν αναφερόμαστε στη μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή από το 22%  στο 9% για τα εισοδήματα μέχρι 10000 ευρώ, ούτε στη μείωση του ΕΝΦΙΑ  κατά 30% για όλα τα ελληνικά νοικοκυριά, ούτε στη διατήρηση  του αφορολόγητου στο ποσό που βρισκόταν, γιατί όλες οι αλλαγές αυτές δεν αγγίζουν τις μεγάλες παραγωγικές επιχειρήσεις.

Όμως, η αναστολή για μία 3ετία του φόρου υπεραξίας στις αγοραπωλησίες ακινήτων και του ΦΠΑ, προσδίδουν το έναυσμα της εκκίνησης στην οικοδομική δραστηριότητα, που υπολογίζεται στο 8% περίπου, η οποία θα ωθήσει στην εργασία χιλιάδες ανέργους, ενώ, παράλληλα, θα συμβάλλει και στην ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων. Ήδη, τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης στην αγορά ακινήτων γίνονται ορατά.

Παρά τις παθογένειες της χώρα μας, όπως η γραφειοκρατία, η χαμηλή δαπάνη σε έρευνα και τεχνολογία, η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, το μικρό μέγεθος (οικογενειακό) των εταιρειών, κ.ά., η δυναμική των εξαγωγών μας παρουσιάζεται ως αναπτυξιακή.

Συγκεκριμένα, σε 270 δισ. ευρώ ανήλθαν οι εξαγωγές της χώρας μας τη δεκαετία 2010-2019 και το 55%περίπου διοχετεύθηκε στην Ευρώπη. Μάλιστα, το 2018 οι ελληνικές εξαγωγές κατέγραψαν ρεκόρ 33 δισ. ευρώ, ενώ το 2019 (δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί τα στοιχεία) υπολογίζονται σε νέο οριακό ιστορικό. Κοντολογίς, οι εξαγωγές μαζί με τον τουριστικό κλάδο κράτησαν όρθια τη χώρα μας στα χρόνια της 10ετούς κρίσης.

Ωστόσο, η ανάκαμψη της οικονομίας μας οδηγεί στην αύξηση των εισαγωγών και στη διεύρυνση του ελλείμματος του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών. Αυτό υποδηλώνει ότι ο τομέας της εγχώριας παραγωγικής βάσης παραμένει  ρηχός, με αποτέλεσμα ο αριθμός των βιώσιμων επιχειρήσεων, ιδιαίτερα αυτών που παρουσιάζουν εξωστρέφεια και έχουν   αυξημένη ανταγωνιστικότητα, να αποτελεί ένα σχετικά μικρό ποσοστό συμμετοχής στον επιχειρηματικό τομέα.

Κατά την περίοδο των τριών διαδοχικών προγραμμάτων προσαρμογής της 10ετούς κρίσης, η χώρα μας ανέκτησε ένα σημαντικό - όχι ολοκληρωμένο μέρος της ανταγωνιστικότητας, με αποτέλεσμα τη σημαντική βελτίωση στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών. Βέβαια, η βελτίωση αυτή  της ανταγωνιστικότητας προήλθε κυρίως από τη μείωση των μισθολογικών αμοιβών  και όχι από την άνοδο της παραγωγικότητας, δηλαδή προήλθε αποκλειστικά από τον λεγόμενο «εξορθολογισμό» της δημοσιονομικής πειθαρχίας, η οποία μας επιβλήθηκε από τα τρία μνημόνια και τους  δανειστές.

Στην παρούσα φάση της Ελληνικής οικονομίας, πέρα των ξένων επενδύσεων και της  εξωστρέφειας, που θεωρούνται οι ορθότερες πρακτικές σε μία αδύνατη οικονομία, προέχει η προστασία και η ενδυνάμωση της εγχώριας παραγωγής, η οποία δυστυχώς, λόγω της αναγκαστικής υπερφορολόγησης για τη δημιουργία  δημοσιονομικών  πλεονασμάτων, όχι μόνο δεν βελτιώθηκε, αλλά, παράλληλα, οδήγησε σε λουκέτα  μία σειρά ιστορικών και παραδοσιακών επιχειρήσεων.

Τώρα που οι περισσότερες μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις και, κυρίως, οι ΗΠΑ και η Κίνα γίνονται εσωστρεφείς με την επιβολή δασμών και, επομένως, υψώνουν τείχη προστατευτισμού, διαπιστώνουμε ότι, ως χώρα, έχουμε μεγάλα ελλείμματα  σε βασικά αγαθά πρώτης ανάγκης, όπως το κρέας, το γάλα, το σιτάρι (κυρίως της παραγωγής ψωμιού) κ.ά.

Το ζητούμενο σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι η ενδυνάμωση της παραγωγικής βάσης και ιδιαίτερα εκείνης της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, τόσο στο μεταποιητικό όσο και στον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα.
Το  έτος 2019, το 20% περίπου των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων  στην Ευρώπη κατευθύνθηκε στην ψηφιακή οικονομία.

Για να μπορέσει  η χώρα μας να πλησιάσει το ποσοστό αυτό, πρέπει πρωτίστως, να δημιουργήσει ένα φορολογικό και ρυθμιστικό πλαίσιο που να είναι φιλικό προς τις νεοφυείς επιχειρήσεις. Αυτό θα επιτευχθεί με τη μείωση του φορολογικού, του ασφαλιστικού και του διοικητικού κόστους  και, παράλληλα, με τη δημιουργία κέντρων καινοτομίας ψηφιακής πολιτικής και, κυρίως, επενδύοντας, τόσο το κράτος όσο και ο επιχειρηματικός τομέας, στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Αυτό θα συμβάλλει και στην αναστροφή του brain drain, η οποία μπορεί να αποτελέσει το εργαλείο για την εισαγωγή τεχνογνωσίας στη χώρα μας.

Η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο και την επιχειρηματικότητα κρίνεται αναγκαία, σε συνδυασμό με τις σύγχρονες γνώσεις και δεξιότητες στην αγορά εργασίας, μέσω των εκπαιδευτικών πανεπιστημιακών προγραμμάτων,  προκειμένου οι υποψήφιοι εργαζόμενοι  να προετοιμάζονται στοχευμένα, αναπτύσσοντας  τις δεξιότητες  στην εξειδίκευση και τη γνώση. Επομένως, απαιτείται η άμεση διασύνδεση της Παιδείας, Έρευνας και Καινοτομίας με την παραγωγική βάση της χώρας, η οποία στους τομείς αυτούς υστερεί υπερβολικά έναντι των ανταγωνιστριών μας χωρών.

Ωστόσο, ο κίνδυνος στην πατρίδα μας ακόμα ελλοχεύει, δεδομένου ότι από τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία, οι επιχειρηματίες χρωστούν 135 δισ. ευρώ, σε Δημόσιο (Εφορία), σε Τράπεζες και στη ΔΕΗ, ενώ τα νοικοκυριά  οφείλουν 95 δισ. ευρώ στο Δημόσιο και τις Τράπεζες. Δηλαδή, συνολικά, το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα ανέρχεται σε 224 δισ. ευρώ.

Παραδόξως, για πρώτη φορά μετά το 2015, οι Τράπεζές μας διαθέτουν πλεονάζουσα ρευστότητα, η οποία όμως δεν διοχετεύεται στην οικονομία για επενδύσεις μέσω δανείων, αλλά τοποθετείται υποχρεωτικά στην Κεντρική Τράπεζα (Τράπεζα της Ελλάδος). Το αποτέλεσμα αυτό, υποχρεώνει την  Τράπεζα της Ελλάδος να τις χρεώνει  με τόκο  0,50%. Στο  γεγονός αυτό,δηλαδή στον υψηλό τόκο που καταβάλλουν οι τράπεζές μας προς την Κεντρική Τράπεζα, οφείλεται ο παρουσιαζόμενος μηδενισμός των επιτοκίων στις καταθέσεις των ιδιωτων και των επιχειρήσεων.

Στην προ κρίσης περίοδο, όπου το ΑΕΠ της Ελλάδος ανέρχεται στα 320 δισ. ευρώ περίπου, η συνολική αξία της περιουσίας ακινήτων, δηλαδή τα κτίσματα, οικόπεδα και εκτάσεις υπολογιζόταν στα 3 τρισ. ευρώ. Η αξία αυτή στα χρόνια της κρίσης υποτιμήθηκε υπερβολικά  κατά 70% περίπου και έφτασε στα 750 δισ. ευρώ,δηλαδή την 10ετή περίοδο είχαμε μία συνολική απώλεια 2.250 τρισ. ευρώ.

Επιβάλλεται, λοιπόν, από την ορισθείσα επιστημονική ομάδα οικονομολόγων, να  αναλάβει τολμηρές πρωτοβουλίες και να προβεί σε ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις, που θα βασίζονται σε σημαντικές αλλαγές της μακροοικονομικής πολιτικής, οι οποίες  θα κινητοποιήσουν δυναμικά τις υγιείς, δημιουργικές και παραγωγικές δυνάμεις της ελληνικής οικονομίας, προσφέροντας έτσι ένα θετικό αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία, προς όφελος των καταναλωτών.

 Ο χρόνος θα δείξει αν θα πετύχει το «πείραμα» αλλαγών  της επιστημονικής ομάδας των  διακεκριμένων οικονομολόγων, ώστε να επιτευχθούν υψηλότεροι και ποιοτικότεροι ρυθμοί ανάπτυξης στη χώρα μας, οι οποίοι θα συμβάλλουν και στη βελτίωση των εισοδημάτων των νοικοκυριών.

Τελικά, η οικονομία, είναι «το κλειδί» της ευημερίας των λαών. Από το μέγεθος της οικονομικής ανάπτυξης μιας χώρας εξαρτώνται όλα. Τα πάντα περνούν από αυτή, είτε αυτή λέγεται Παιδεία, είτε λέγεται Υγεία, είτε λέγεται Εθνική Άμυνα.