Λεξιστορείν:  H πυρπόληση!

Η λέξη πυρπόληση είναι συνώνυμη του εμπρησμού, της πυρκαγιάς.

Πρόκειται για μια σύνθετη λέξη με α’ συνθετικό το πυρ και β’ συνθετικό το ρήμα πέλομαι = κινούμαι, κατευθύνομαι. Άρα η ακριβής σημασία του πυρπολώ και της πυρπόλησης είναι «προχωρώ και βάζω φωτιά».