Λεξιστορείν: O ίσαλος!

Η λέξη ίσαλος είναι σύνθετη με α’ συνθετικό το επίθετο ίσος και β’ συνθετικό την αρχαία λέξη αλς = η θάλασσα. Σύμφωνα με την ετυμολογία αυτή, η λέξη σημαίνει αυτόν που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την επιφάνεια της θάλασσας, ενώ συνηθίζεται περισσότερο στον πληθυντικό του ουδετέρου (τα ίσαλα), για να δηλώσει τα μέρη του πλοίου που βρίσκονται στην ίδια γραμμή με την επιφάνεια της θάλασσας.